Thursday, January 7, 2010

Νεοεποχίτικη τριλογία στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία

Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σπηλιόπουλου


ΝΕΟΕΠΟΧΗΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ


ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ:
ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ



Ὁ Κυριάκος Μαρκίδης εἶναι ἕνας Κύπριος κοινωνιολόγος ὁ ὁποῖος ζεῖ καί ἐργάζεται στήν Ἀμερική. Ὁ ἴδιος δηλώνει “πνευματικός ἀναζητητής” καί στά πλαίσια μιᾶς θρησκειολογικῆς ἐργασίας ἀσχολήθηκε καί μελέτησε τήν Ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση. Καρπός τῆς μελέτης του εἶναι τά τρία προαναφερθέντα βιβλία τά ὁποία προβάλλονται ὡς ὀρθόδοξα βοηθήματα, ὡς συνοπτική παράθεση ὅλης τῆς νηπτικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς πολύ ὠφέλιμα γιά τήν πνευματική ζωή. Τά βιβλία αὐτά, μέ λύπη τό λέμε, ἔχουν βρεῖ μεγάλη ἀπήχηση μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων και δυστυχῶς προβάλλονται, διαφημίζονται, συνιστανται ἀκόμα καί ἀπό ἱερείς ἤ καί ἀπό πνευματικούς στά πνευματικά τους τέκνα, προβάλλονται και διαφημίζονται, κατά καιρούς, ἀκόμα και ἀπό ἐπίσημα ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας μας ὅπως οἱ ἐκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί.

Πόσο ὅμως ὠφέλιμα πραγματικά εἶναι τά βιβλία αὐτά; Πόσο καλά κατανόησε ὁ συγγραφέας τους τήν Ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση; Πόσο Ὀρθόδοξα τελικά εἶναι; Μήπως μέ ἀφορμή τήν μελέτη τῆς Ὀρθοδόξου νηπτικῆς παραδόσεως γίνεται σύγκριση και τελικά ταύτιση της μέ ἀλλότρια πνευματικά συστήματα πού εἶναι γεμάτα ἀπό δαιμονική πλάνη; Μήπως ἡ νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν παρουσιάζεται διαστρεβλωμένη, γίνεται ὄργανο ἐπικινδύνων νεοεποχήτικων μεθόδων; Μήπως ὁ “πνευματικός ἀναζητητής” Κυριάκος Μαρκίδης δέν ἀναζήτησε γιά να βρεῖ, δέν ἀναζήτησε καλοπροαίρετα ἀλλά ἐσκεμμένα ἔψαξε τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού θά τόν βοηθοῦσαν νά ἐξισώσει καί νά ταυτίσει τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας μέ τό σκοτάδι τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τοῦ Ἀντιχρίστου;

Θά δοῦμε πάρα πολύ συνοπτικά μερικά, τά πιό ἐμφανῆ, σημεῖα τῶν τριῶν ἔργων τοῦ Κυριάκου Μαρκίδη διότι ὁ συνολικός ὄγκος τῶν βιβλίων που ξεπερνᾶ τίς 1200 σελίδες δέν θά μᾶς ἐπέτρεπαν σέ καμία περίπτωση νά τά ἀναλύσουμε διεξοδικά.




ΤΟ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ



Πρόκειται γιά ἕνα βιβλίο 400 περίπου σελίδων τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι “ἐμβαθύνει στή σοφία τῶν ὀρθοδόξων μοναχῶν πού ζοῦν στό Ἅγιον Ὅρος, ὅπως αὐτή μεταβιβάστηκε ἀπό γενιά σέ γενιά”[1]. Βασικό πρόσωπο τοῦ βιβλίου ὁ π. Μάξιμος, ἕνας ἁγιορείτης μοναχός, ὁ ὁποῖος βοηθᾶ τόν συγγραφέα νά μελετήσει τήν ὀρθόδοξη πνευματική παράδοση. Στήν πραγματικότητα πίσω ἀπό τόν π. Μάξιμο “φωτογραφίζεται” ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, ἕνας διακεκριμένος καί πολύ ἀγαπητός ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος, μαζί καί μέ τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο Γουέαρ πού, κατά τόν συγγραφέα, διάβασε “σχεδόν ὅλο τό πρῶτο δοκίμιο καί ἔδωσε πολύτιμες συμβουλές”[2], ἐπιστρατεύονται γιά νά δώσουν ἐπικάλυμμα ὀρθοδοξίας στό ἔργο τοῦ κου Μαρκίδη, γιά νά διαφημίσουν ὡς ὀρθόδοξο, αὐτό τό ἐπικίνδυνο βιβλίο. Γιατί ὅμως θεωροῦμε τό βιβλίο ξένο πρός τήν ὀρθοδοξη πνευματικότητα καί ἐπικίνδυνο;

Κατ’ ἀρχήν ὀφείλουμε νά τονίσουμε εὐθύς ἐξ’ ἀρχῆς ὅτι μέσα ἀπό τούς διαλόγους καί τίς ἐρωταποκρίσεις τοῦ συγγραφέα μέ τόν π. Μάξιμο δίνονται ἀπό τόν συγγραφέα μερικά σημεῖα, ἀκόμη καί ὁλόκληρα κεφάλαια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν πραγματικά ἀπόσταγμα τῆς Πατερικῆς σοφίας καί εἶναι ἐντελῶς Ὀρθόδοξα καί Πατερικά. Τό γεγονός ὅμως αὐτό δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς θετικό οὔτε νά προσδώσει στό βιβλίο τήν ἰδιότητα τοῦ ὠφελίμου καί καθαρῶς ὀρθοδόξου ἀναγνώσματος ἀλλά, ἀντίθετα, καθιστᾶ ἀκόμα πιό ἐπικίνδυνο τό βιβλίο διότι ἀναμιγνύει τήν ἀλήθεια μέ τό ψεῦδος, ὥστε αὐτό νά προσλαμβάνεται καί νά ἀφομοιώνεται μέ μεγαλύτερη ἄνεση. Αὐτή ἐξάλλου εἶναι μιά συνηθισμένη μεθοδεία τοῦ διαβόλου.

Μέσα λοιπόν ἀπό τίς σελίδες τοῦ βιβλίου καί μετά ἐννοεῖται ἀπό μιά σοβαρή καί προσεγμένη ἀνάγνωση, ἀπαλλαγμένη ἀπό τούς συνηθισμένους συναισθηματισμούς καί τίς προσωποληψίες, μπορεῖ κανείς μέ σχετική εὐκολία νά διαπιστώσει ὅτι ἀκόμα καί τά πιό πατερικά καί ὀρθόδοξα σημεῖα τοῦ βιβλίου ὁ Κυριάκος Μαρκίδης τά ἀντιλαμβάνεται ἐντελῶς διαφορετικά, τούς δίνει ἄλλο περιεχόμενο καί τά προσλαμβάνει μέσα ἀπό τά φίλτρα τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καί τῶν μεθόδων τους. Φυσικό ἐπακόλουθο καί ἀποτέλεσμα εἶναι ὁ συγγραφέας, καί φυσικά ὁ ἀναγνώστης, νά ἐξισώνει τήν Ὀρθοδοξη νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί τίς θεραπευτικές Της Μεθόδους μέ τά διάφορα δαιμονοκρατούμενα συστήματα τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν.

Συγκεκριμένα:

Ὁ σύγγραφέας σέ ὅλο τό βιβλίο κάνει χρήση ἰνδουιστικῶν καί πνευματιστικῶν ὅρων καί λέξεων ὅπως “συνειδητότητα”[3], “αὔρα”[4], “μάτι τῆς ἐνατένισης”[5], “ἐνέργεια”[6], “πνευματικές πρακτικές - ἀσκησεις”[7], “ξαφνικό φωτισμό” ἤ “μετασχηματισμό”[8], “ὄχημα”[9], “ἐπίπεδα” ἐξαγνισμοῦ - πνευματικότητας - συνειδητότητας κ.α[10], “δάσκαλοι – μαθητές”[11], “ῥοή ἐνέργειας-χάρης”[12].

Βέβαια, θά μποροῦσε κάποιος νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἁπλῶς ὁ συγγραφέας κάνει χρήση τῆς συγκεκριμένης ὁρολογίας διότι αὐτήν γνώριζε, δέν ἔδινε ὅμως καί τό ἴδιο νόημα στίς λέξεις. Ἰσχύει ἄραγε κάτι τέτοιο; Κατηγορηματικά λέμε ὄχι, καί παραθέτουμε ἐλάχιστα μόνο σημεῖα τοῦ βιβλίου στά ὁποῖα εἶναι ἐμφανέστατη ἡ σύγχυση, ἐσκεμμένη ἤ ὄχι, καί ἡ ταύτιση τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος μέ τίς ἀνατολικές θρησκεῖες καί ἀκόμα πιό ἐμφανές εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Μαρκίδης εἶδε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁπλῶς σάν μιά ἀκόμη θρησκεία πού κατά τύχη, λόγω καταγωγῆς, τοῦ ταίριαζε πιό πολύ.

Στή σελ. 19 θεωρεῖ ὅτι κατά Θεία Πρόνοια ἀπελευθερώθηκε ἀπό τόν ἀγνωστικισμό καί τόν ὑλισμό μέσα ἀπό τόν Ἰνδουισμό καί τόν ἀποκρυφισμό καί ἀναφέρεται σέ μεγάλους ἀποκρυφιστές ὅπως ὁ Ἄλαν Βάτς, ἡ Μπλαβάτσκι, ὁ Στάινερ, ὁ Γκουρτζιέφ, ὁ Κρισναμούρτι, ὁ Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι. Διαφημίζονται λοιπόν μεγάλοι ἀποκρυφιστές, ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆτες ὡς ὠφέλιμοι καί χρήσιμοι. Μάλιστα στήν ἀμέσως ἑπόμενη σελίδα ὁμολογεῖ ὅτι μέσα ἀπό τήν καθημερινή μελέτη τῶν σατανικῶν βιβλίων τῶν προαναφερομένων κατέληξε στό συμπέρασμα, στό ὁποῖο προφανῶς θέλει νά ὁδηγηθεῖ καί ὁ ἀφελής ἀναγνώστης, ὅτι “.. οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν λανθάνουσες ἱκανότητες πού ἐκτείνονται πέρα ἀπό τίς πέντε αἰσθήσεις...” καί ὅτι ὑπάρχουν “μετά - ὀρθολογικά στάδια συνειδητότητας...”[13]. Προτρέπεται ὁ ἀναγνώστης λοιπόν μέσα ἀπό τίς πρακτικές τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν νά βρεῖ καί νά ἀξιοποιήσει αὐτές τίς λανθάνουσες δυνατότητες.

Στή σελ. 21 ἐπιτίθεται στό ἱερατεῖο καί, κατ’ ἐπέκταση, στόν Χριστιανισμό λέγοντας ὅτι μέχρι νά γνωρίσει μερικούς, προφανῶς λίγους, κληρικούς κανένας ἄλλος κληρικός ἤ μοναχός δέν τόν εἶχε ἐμπνεύσει.

Στη σελ. 22 μιλᾶ γιά τήν αὔρα τῶν ἁγίων ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι ἔγινε ἀφορμή γιά νά πλησιάσει ὁ συγγραφέας τήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί καταλαβαίνει κανείς πώς δέν βρῆκε τό Φῶς ὁ συγγραφέας ἀφοῦ ὁδηγήθηκε ἀπό τυφλούς.

Στή σελίδα 24 ἐπιτίθεται στούς κάθε λογῆς ὁμολογητές τῆς πίστεως ἀποκαλώντας τους “ὑπερφανατικές μορφές τῆς ὀργανωμένης θρησκείας”, ἐκθειάζει τό καταστροφικό φεμινιστικό κίνημα καί τόν οἰκουμενισμό μιλῶντας γιά “ἀποδοχή ὅλων τῶν ἀνθρώπων χωρίς αὐθαίρετους ἀποκλεισμούς κάποιων ὁμάδων”. Ὅλοι στό ἴδιο καζάνι, ὅλοι μέ ὅλους! Πουθενά ἡ Ἀλήθεια ἀλλά παντοῦ!

Στήν 25 ἀποκαλεῖ τούς ψαλμούς “ἄλλη μορφή διαλογισμοῦ” πού τόν ἐκτοξεύουν σέ ἐπίπεδα βαθιᾶς ἡρεμίας καί γαλήνης. Ὅλοι οἱ ὅροι καί τό περιεχόμενο τους καθαρῶς ἰνδουιστικά.

Στην ἴδια καί στήν ἑπόμενη σελίδα μιλᾶ γιά τό “μάτι τῆς ἐνατένισης”τό ὁποῖο εἶναι “συστηματική καί πειθαρχημένη πνευματική πρακτική, πού ἔχει σκοπό νά ἀνοίξει τίς διαισθητικές καί πνευματικές ἰκανότητες τοῦ προσώπου”καί τό ὁποῖο παρέμεινε ζωντανό πού ἀλλοῦ; Στό Θιβέτ φυσικά. Καί ποιός τό ἀνακάλυψε; Οἱ ὁπαδοί τῆς “Νέας Ἐποχῆς” φυσικά. Καλό λοιπόν τό Θιβέτ, πηγή τοῦ φωτισμοῦ μας, καλή καί ἡ Νέα Ἐποχή. Μπορεῖ κανείς λοιπόν νά μή χαρακτηρίσει τό βιβλίο ἀπολύτως Νεοεποχήτικο καί ἀντιχριστιανικό, ὅταν τό κάνει ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας; Τό χειρότερο ὅμως εἶναι ὁ συγκρητισμός, ὁ ὁποῖος βέβαια εἶναι και ὁ σκοπός συγγραφῆς τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ ὁ συγγραφέας πιστεύει ὅτι αὐτό πού ἔγινε στο Θιβέτ καί ἀνακάλυψαν οἱ Νεοεποχῆτες, αὐτό ἀκριβῶς γίνεται στό Ἅγιο Ὄρος. Το Ἅγιο Ὄρος, κατά τόν Μαρκίδη, εἶναι ἤ θά πρέπει νά γίνει ἁπλῶς τό Θιβέτ τῆς Δύσης.  Αὐτό φυσικά φαίνεται καί στην 44.

Στά ἑπόμενα κεφάλαια ὁ συγγραφέας γνωρίζει τόν πατέρα Μάξιμο, τόν ὁποῖο ὅμως δέν βλέπει ὡς Ὀρθόδοξο μοναχό. Γιά τόν Μαρκίδη ὁ π. Μάξιμος εἶναι ἕνας ἀκόμα δάσκαλος ἀπό τούς πολλούς πού εἶχε γνωρίσει (σελ.36) κοντά στόν ὁποῖο, ὅπως ἔκανε καί μέ ὅλους τούς ἄλλους μύστες, ἦταν ἕτοιμος νά μάθει νέους, παράλληλους, ὅπως ὁ ἴδιος τούς ἀντιλαμβανόταν, δρόμους γιά πνευματική ἐξύψωση (σελ.32). Ὁ π.Μάξιμος ἦταν ἕνας πραγματικός δάσκαλος, ὁ ὁποῖος “συμβαίνει νά εἶναι χριστιανός”(σελ. 36). Παντοῦ ὑπάρχουν δάσκαλοι, ἀπό πολλούς δρόμους μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ κανείς, σὐμφωνα πάντα μέ τόν συγγραφέα, σέ ἀνώτερα πνευματικά στάδια.

Στή σελίδα 38 ἀλλά καί σέ πάρα πολλές ἄλλες μιλᾶ γιά ἐνέργεια, ἡ ὁποία μετατοπίζεται μέ τήν σκέψη. Μιλᾶ γιά τήν συμπαντική λοιπόν ἐνέργεια.

Στή σελίδα 50 μᾶς ἀναπτύσσει τό πόσο προφητικός ἀποδείχθηκε ἕνας Ἰσραηλινός γκουρού ὁ ὁποῖος προφήτευσε ὅτι ἄν οἱ μοναχοί τοῦ Ὄρους δέν μοιραστοῦν μέ ὅλο τόν κόσμο τή σοφία τους, θά τούς ἀναγκάσει ὁ Θεός νά τό κάνουν. Αὐτός λοιπόν ἦταν καί ὁ λόγος πού ὁ π. Μαξιμος ὑποχρεώθηκε νά ἀφήσει τό Ὄρος γιά νά γίνει ἐπίσκοπος στήν Κύπρο. Θαυμαστό τό σημεῖο! Ὁ σουάμι ἀναγνωρίζει, αὐτό πρέπει ἄρα νά κάνουμε καί ἐμεῖς, τή σοφία τῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν ἀξία της γιά τόν κόσμο. Ἀναγνωρίζει στούς ἁγιορεῖτες τούς συναγωνιστές στόν ἀγῶνα γιά καλλιέργεια τοῦ ματιοῦ τῆς ἐνατένισης. Καί ὅλα αὐτά σέ ἄσραμ, ὅπου ὁ συγγραφέας προέβαλε τίς συγκρητιστικές του ἀπόψεις λέγοντας στούς ἀνθρώπους ὅτι ἀνακάλυψε τό δυτικό Θιβέτ.

Στή σελ. 74 ἀποδεικνύεται τό πόσο ἄσχετος καί μακριά ἔμεινε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀποκαλώντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἱερό ἀντικείμενο πού πιστεύεται, δέν εἶναι σίγουρο, ὅτι ἔχει θαυματουργικές ἰδιότητες.

Στή σελίδα 82 συναντᾶμε ἕνα ἀπό τά πιό ἀνορθόδοξα σημεῖα. Ὁ συγγραφέας εὐθέως ἀποδέχεται ὅλων τῶν εἰδῶν τίς σεξουαλικές σχέσειςἀπό τίς πιό χυδαῖες ὡς τίς πιό ὑψηλές θεωρώντας μάλιστα ὅτι βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά φτάσει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί στό Θεῖο ἔρωτα. Πιστεύει ὁ δύσμοιρος ὅτι ἀκόμα καί οἱ πιο χυδαῖες σεξουαλικές σχέσεις εἶναι τύπος καί προτύπωση τοῦ Θείου ἔρωτα. Καθαρός Νικολαιτισμός.

Στή σελίδα 88 προβάλλεται ἡ γερόντισσα Γαβριηλία καί τό βιβλίο “Ἡ ἀσκητική τῆς ἀγάπης”, τό ὁποῖο βοήθησε φυσικά τό συγγραφέα νά παραμείνει στήν πλάνη καί στή σύγχυση Ἐκκλησίας καί Ἰνδουισμοῦ. Τό ἴδιο καί στή σελίδα 90.

Στη σελίδα 107 ὁ συγγραφέας μέ περισσή εἰλικρίνεια ὁμολογεῖ ὅτι σκοπός του εἶναι η συγκριτική μελέτη καί ὄχι ἡ πραγματική ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Εὐθέως παραδέχεται ὅτι ἀκούει τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί αὐτομάτως τή μετασχηματίζει σέ ἰνδουιστική. Συγκρίνει τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν κάθαρση μέ κοσμικές θεωρίες παραφρόνων στοχαστῶν καί μέ τίς δαιμονικές πλάνες τοῦ Βουδισμοῦ. Στό ἴδιο δέ σημεῖο εὐθαρσῶς ὁμολογεῖ καί τήν ἀντίθεσή του μέ τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι μόνη Αὐτή κατέχει τήν Ἀλήθεια. Στήν ἴδια δέ σελίδα κάνει λόγο καί γιά τόν περίφημο ξαφνικό φωτισμό δηλ. τήν αὐτόματη διαδικασία ὅπου αὐτοστιγμῆς καί χωρίς προσωπική συμμετοχή οἱ ἅγιοι, ὑποτίθεται, ἔφθαναν ἀπό τήν θλίψη στήν χαρά. Γιά τό ἴδιο φαινόμενο γίνεται λόγος καί στήν 111 ὅπου ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι θεραπεύονται αὐτομάτως ὅταν ἔρθουν σέ ἐπαφή μέ τήν θεϊκή πραγματικότητα πού βρίσκεται στόν ἐσώτερο ἑαυτό τους. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, γιά τό συγγραφέα, εἶναι Θεός καί μπορεῖ μέσα ἀπό την ἐπαφή μέ τόν ἐσωτερικό του κόσμο, προφανῶς διά τοῦ διαλογισμοῦ, νά αὐτοπραγματωθεῖ, νά αὐτοθεωθεῖ, νά αὐτοσωθεῖ.

Στήν 123 συγκρίνει τίς Ἱερές εἰκόνες μέ τά διάφορα εἰδωλοποιημένα βοηθήματα τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν καί “ὑποχρεώνει” τόν ἀναγνώστη μέ μαεστρία εἴτε νά δεχθεῖ ὅτι ὄντως οἱ εἰκόνες ἐξυπηρετοῦν τόν ἴδιο σκοπό πού ἐξυπηρετοῦν καί τά εἴδωλα τῶν ἐθνῶν καί ἄρα καί αὐτά δέν εἶναι εἴδωλα ἀλλά εἰκόνες, εἴτε νά παραδεχτεῖ ὅτι οἱ εἰκόνες εἶναι εἴδωλα. Ἡ ἐπίθεση βέβαια αὐτή συνεχίζεται σέ ὅλο τό κεφάλαιο, ὅπου πολλάκις ὑπογραμμίζεται ὅτι οἱ εἰκόνες εἶναι περιττές καί ἐπικίνδυνες νά ὁδηγήσουν σέ εἰδωλολατρεία καί ὅτι καί οἱ εἰκόνες καί οἱ ψαλμοί καί οἱ Λειτουργίες ἀκόμη, εἶναι γιά τούς ἀτελεῖς. Βομβαρδισμός καί κατεδάφιση ὁλοκλήρου τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἀναρωτιέται κανείς ποιός εἶναι ὁ τέλειος, ὁ ὁποῖος δέν χρειάζεται πλέον ὅλα αὐτά; Ἡ ἐρώτηση μπορεῖ νά φαντάζει ἀφελής ἀλλά γιά τόν συγγραφέα δέν εἶναι μόνον ὁ Θεός τέλειος ἀλλά ὅλοι μποροῦμε νά φτάσουμε στήν τελειότητα ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε Θεοί. Τελικῶς δέ γιά νά εἶναι βέβαιος ὁ συγγραφέας ὅτι οἱ εἰκόνες εἴτε θά ὑποβιβασθοῦν εἴτε θά ἀλλάξουν περιεχόμενο καταλήγει μέ τήν ἱστορία μιᾶς ἐξαδέλφης του ἡ ὁποία μαθαίνοντας ὅτι ἔπασχε ἀπό λύκο “διοχέτευσε ὅλη της τήν ἐνέργεια στή θεραπεία της”(σελ.129) καί ἔπαιρνε ἐνέργεια ἀπό τήν εἰκόνα πού ζωγράφιζε.

Στήν 134 ἀποδέχεται ἄνευ ὁποιασδήποτε ἀμφισβητήσεως θεραπεῖες διαφόρων μυστῶν καί μιλάει γιά τή “μεσολαβητική προσευχή” τοῦ π. Παϊσίου ἰσοπεδώνωντας, στήν πραγματικότητα, τήν προσευχή τῶν μοναχῶν μέ τίς ἐπικλήσεις καί τόν διαλογισμό τῶν γκουρούδων. Ἡ ἴδια γραμμή βέβαια ἀκολουθεῖται σέ ὅλο τό σχετικό μέ τά θαύματα καί τίς θεραπεῖες κεφάλαιο. Στή σελ. 143 μάλιστα ἀποκαλεῖ σημαντικές τίς παρακάτω θέσεις τοῦ Τζον Ρόσνερ:

· Α) οἱ νεκροί (δική μας ὑπογράμμιση) ἅγιοι ἐμφανίζονται σέ ζωντανούς καί διδάσκουν μέσω αὐτῶν. Ἔτσι μάλιστα διαδόθηκε ὁ χριστιανισμός.

· Β) Οἱ ἀπαρχές τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι σαμανιστικές καί πνευματιστικές, δηλαδή σατανιστικές.

· Γ) ὑπάρχουν ἄνθρωποι “κανάλια” οἱ ὁποῖοι γίνονται οἱ ἐνδιάμεσοι, τά μέντιουμ, μεταξύ τῶν νεκρῶν ἁγίων, τοῦ πνευματικοῦ δηλαδή κόσμου καί τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Καί ὄντως οἱ ἐπισημάνσεις αὐτές εἶναι σημαντικές ὥστε καί ὁ ἀφελέστερος ἀναγνώστης τοῦ Μαρκίδη νά ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἰνδουιστής, βουδιστής, πνευματιστής καί καμιά ἀπολύτως σχέση δέν ἔχει μέ τήν Ἐκκλησία.

Στήν 146 δέχεται τήν προύπαρξη τῶν ψυχῶν καί τόν ἀπόλυτο προορισμό, διδασκαλίες καταδικασμένες, ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ἀπό τήν Ἐκκλησία. Βάζει ὅμως ταυτόχρονα τόν ἀναγνώστη μπροστά στό δίλημμα: ἤ προύπαρξη ψυχῶν ἤ προσωποληψία τοῦ Θεοῦ. Πάντως ἡ Ἐκκλησία γιά τόν Μαρκίδη ἔκανε λάθος στήν καταδίκη τοῦ Ὠριγένη καί ἐξακολουθεῖ νά πλανᾶται.

Στήν 150 μιλᾶ γιά τό φαινόμενο τῆς “διθεσίας”, τή δυνατότητα δηλαδή κάποιου νά ἐμφανίζεται σέ δύο σημεῖα ταυτοχρόνως, θεωρώντας το ὡς ἐντελῶς ὀρθόδοξο.

Στήν 162 μιλᾶ γιά θετική καί ἀρνητική ἐνέργεια ἀπορρίπτοντας τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου καί βοηθώντας τον ἔτσι στό μισάνθρωπο ἔργο του.

Στήν 195 δέχεται τήν ἀρχική ἔκρηξη ὡς αἰτία δημιουργίας τοῦ σύμπαντος.

Στήν 196 δέν ἀποδέχεται τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς ἀνταποκρινόμενη στήν ἱστορική πραγματικότητα παρά μόνο ὡς συμβολισμό.

Στήν 201 μιλᾶ γενικῶς γιά πνευματική ἀναζήτηση και γιά τήν ἀνάγκη ὕπαρξης διδασκάλου συγχέοντας τήν σχέση μέ τή σχεση πνευματικοῦ - πνευματικοῦ τέκνου.

Στή 217 χρησιμοποιώντας τήν “Ἀσκητική τῆς ἀγάπης”καί τή Γαβριηλία πού, δυστυχῶς, οἱ μοναχές τοῦ συνέστησαν νά διαβάσει, μιλᾶ γιά θεραπευτική ἐπίδραση τῶν δέντρων μέσω τῆς “ἐνέργειας,.

Σέ ὅλο δέ τό 11 κεφάλαιο ἀναπτύσσει καί προσπαθεῖ νά στηρίξει τήν ἄποψη ὅτι μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τάχθηκαν ὑπέρ τῶν θέσεων τοῦ Ὠριγένους γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων. Ἡ κόλαση γιά τόν Μαρκίδη καί τούς ἀθεολόγητους “θεολόγους” τούς ὁποίους ἐπικαλεῖται δέν εἶναι αἰώνια. Ὅλοι τελικῶς θά γευθοῦν τόν Παράδεισο, ἀφοῦ περάσουν ἕνα στάδιο ἐξαγνισμοῦ καί καθάρσεως, ἀφοῦ πληρώσουν δηλαδή στό καθαρτήριο πῦρ γιά τά ἁμαρτήματα πού σ’ αὐτή τή ζωή διέπραξαν. Δέ διστάζει μάλιστα νά ἐπιτεθεῖ μέ σφοδρότητα στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά αἰώνια κόλαση, ἔχοντας καθαρῶς εἰρωνική διάθεση καί προτρέποντας πλαγίως ούς πιστούς εἴτε νά δεχθοῦν τήν καταδικασμένη θέση τοῦ Ὠριγένους, εἴτε νά στραφοῦν στίς εὐσπαγχνικώτερες καί βολικώτερες ἀνατολικές θρησκεῖες λέγοντας ὅτι ἡ πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στίς ἀνατολικές θρησκεῖες (256). Ὑπαινίσσεται δέ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν δογμάτισε ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀλλά σύμφωνα μέ τά συμφεροντά της και γι αὐτό δέν δέχθηκε, ὑποτίθεται, τίς θέσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης πού συμφωνοῦν, καί πάλι κατά τόν συγγραφέα καί μόνο, μέ αὐτές τοῦ Ὠριγένους. Δέν ἔχει τήν παραμικρή ἰδέα ὅτι τό δόγμα δέν εἶναι καταστατικό νομικό κείμενο ἀλλά ἡ διατυπωμένη ἀλήθεια και γι αὐτό καί μιλᾶ γιά “διαμόρφωση τοῦ δόγματος” (σελ. 115) στήν ὁποία ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο οἱ ἅγιοι Σπυρίδων καί Ἐπιφάνιος. Μάλιστα δέν παραλείπει καί πάλι νά γκουρουοποιήσει τά πράγματα λέγοντας ὅτι τό πραγματικό νόημα τῶν ἐπιμνημόσυνων δεήσεων εἶναι ἡ ἐπιστροφή μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῆς πρὀ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἀπομακρυνθείσης ψυχῆς στήν ἀρχική της κατάσταση πού εἶναι ἡ σχέση μέ τό Θεό (σελ.237). Ποιά ψυχή ἀπομακρυνθηκε πρό ἀμνημονεύτων ἐτῶν παρά ἐκείνη πού προϋπάρχει; Στήν ἑπόμενη μάλιστα σελίδα ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας ἁπλῶς ἱκανοποιοῦν τίς ἀνάγκες τῆς κοινωνίας περιορίζοντας τό ἄγχος καί δίνοντας ἐλπίδες.

Στή σελίδα 262 ἐκθειάζεται τό οἰκουμενιστικό πνεῦμα τῆς μονῆς Βατοπεδίου πού μαζί μέ τήν ἐνασχόληση τῶν μοναχῶν μέ τούς ἠλεκτρονικούς ὑπολογιστές (σελ. 92) καί τή φιλοξενία τοῦ συγγραφέα, ὡς v.i.p, σέ “εὐρύχωρο δωμάτιο με κεντρική θέρμανση, τουαλέτα καί ντούς”(σελ.51) ἀποτελοῦν στοιχεῖα πού ἔρχονται νά προστεθοῦν στήν ἐκκοσμικευμένη εἰκόνα πού ἐσχάτως ἔδωσε ἡ Μονή κατασκανδαλίζοντας τούς πιστούς. Βέβαια, πρός ἀποφυγή παρεξηγήσεων, τονίζουμε ὅτι αὐτήν τήν εἰκόνα δίνει ὁ συγγραφέας καί ἡ ὁποία μπορεῖ, καί τό εὐχόμαστε, νά μήν εἶναι ἡ πραγματική. Μόνον οἱ πατέρες τῆς μονῆς μποροῦν νά ἐπιβεβαιώσουν τά γραφόμενα ὑπό τοῦ Κυριάκου Μαρκίδη. Συγκεκριμένα ὑποστηρίζει ὁ συγγραφέας ὅτι ὁ π. Μάξιμος τοῦ ἐκμυστηρεύθηκε ὅτι φιλοξενήθηκε στή μονή παπικός μοναχός χωρίς νά τό γνωρίζουν οἱ ὑπόλοιποι πατέρες παρά μόνο ὁ ἴδιος καί ὁ ἡγούμενος. Ὁ μοναχός αὐτός ἦταν ἐνδεδυμένος ὡς Ὀρθόδοξος καί συμμετεῖχε κανονικά στή Θεία Λατρεία. Μάλιστα, ὑποτίθεται, ὅτι ὁ π. Πορφύριος εὐλόγησε τόν συγκεκριμένο παπικό μοναχό χωρίς νά τόν ἀπασχολήσει καθόλου τό συγκρητιστικό καί οἰκουμενιστικό πνεῦμα τῆς Μονῆς δίνοντας καί ὁδηγίες γιά τό πῶς θά σωθεῖ τό παπικό του μοναστήρι. Ἡ στάση δέ αὐτη τοῦ π. Πορφυρίου δείχνει κατά τό Μαρκίδη ὅτι “ὁ γέροντας Πορφύριος ἦταν τελείως ἀνοιχτός στό Ἅγιο Πνεῦμα”.

Στό κεφάλαιο 14 ἀναπτύσσοντας τό θέμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τήν ἀποκαλεῖ πνευματική τέχνη πλούσια σέ ἐνέργεια καί ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι κάθε ἀναζητητής πρέπει νά τήν ἀπαγγέλλει. Λέξεις καί φράσεις πού ἀποδεικνύουν τήν γκουρουιστική ἀντίληψη τῆς προσευχῆς.

Τέλος στή σελίδα 367 παρουσιάζεται ἡ θεωρία τῶν δύο πνευμόνων τῆς ἐκκλησίας, τοῦ ἀνατολικοῦ καί τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ, θέση πού ἀπολύτως ἀποδέχεται ὁ συγγραφέας, ἐνῶ στή 376 ἕνας ζωντανός ἅγιος χαίρεται χαράν μεγάλη γιά τή συγγνώμη τοῦ Πάπα καί ἐπιπλήττει νεαρό , φανατικό προφανῶς καί ἀνώριμο, μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει ἐπιφυλάξεις. “Ὅταν κάποιος μᾶς ζητᾶ συγχώρηση δέν μποροῦμε παρά νά τόν συγχωρήσουμε, χωρίς ἐνδοιασμούς καί δισταγμούς” λέει ὁ ἅγιος γέροντας.

Μπορεῖ νά ἀκούγεται παράξενο καί ἀστεῖο ὅμως εἶναι πραγματικότητα πέρα γιά πέρα ἀληθινή καί ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε ὑπερβολή ὅτι ὅλα τά παραπάνω σημεῖα εἶναι μερικά καί ὄχι ὅλα ἀπό αὐτά πού θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε. Τό βιβλίο, τό ὁποῖο συνιστοῦν ἱερεῖς, πωλεῖται σέ ἐκκλησιαστικά βιβλιοπωλεῖα καί προβάλλεται ἀπό ἐκκλησιαστικούς σταθμούς εἶναι γεμάτο ἀπό τέτοιες θέσεις καί ἀπόψεις εἴτε εὐθείς εἴτε συγκεκαλυμμένες. Νομίζουμε ὅμως ὅτι τά παραπάνω εἶναι ὑπεραρκετά γιά νά φανεῖ ἡ πλάνη τοῦ συγγραφέα καί ἡ ἐπικινδυνότητα τοῦ βιβλίου. Συνοψίζοντας ρωτοῦμε ρητορικά πόσο ὀρθόδοξο καί μάλιστα ὠφέλιμο εἶναι ἕνα βιβλίο στό ὁποῖο προβάλλεται ὁ οἰκουμενισμός, συγχέονται ὀρθόδοξες θέσεις μέ ἀνατολικές θρησκεῖες, πολεμοῦνται οἱ Ἱερές εἰκόνες καί ὑποτιμᾶται ὁ πραγματικός σκοπός τῶν μυστηρίων καί τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, κατεδαφίζονται δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ὅπως αὐτά τῆς αἰωνίου κολάσεως καί τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεό καί προβάλλονται καταδικασμένες θέσεις ὅπως τῆς ἀποκατάστασης τῶν πάντων, τῆς προύπαρξης τῶν ψυχῶν καί τῆς ἀρχικῆς ἔκρηξης ὡς αἰτία τοῦ κόσμου, εὐλογοῦνται οἱ πιο χυδαῖες σεξουαλικές σχέσεις ὡς προτύπωση τοῦ Θείου ἔρωτα; Θά ἦταν πολύ πιό ὠφέλιμο, ἄν ὁ συγγραφέας δέν ἔγραφε τό “Ὄρος τῆς Σιωπῆς” ἀλλά σιωποῦσε ὥστε νά μή σκορπᾶ και νά μή μεταδίδει τήν πλάνη του.




ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ



Best seller καί αὐτό, ὅπως καί τό “Ὅρος τῆς Σιωπῆς”, στό ὁποῖο συνεχίζονται οἱ συζητήσεις μέ τόν π. Μάξιμο. Τό βιβλίο διαφέρει ἀπό τό προηγούμενο μόνο σέ ἕνα σημεῖο : εἶναι πολύ πιό ἐπικίνδυνο καί πολύ πιό ἄμεσο στό συγκρητιστικό του σκοπό. Θά παραθέσουμε καί ἐδῶ ἐλάχιστα, σέ σχέση μέ τόν ὄγκο τοῦ βιβλίου πού καλύπτεται ἐξολοκλήρου ἀπό νεοεποχήτικο πνεῦμα, ἁπλῶς ὡς δεῖγμα ἀρκετό γιά καλοπροαιρέτους πιστούς πού πραγματικά θέλουν νά ὠφελοῦνται καί νά ἀποφεύγουν τήν πλάνη.

Ἀπό τό σημείωμα ἀκόμα τοῦ συγγραφέα, στό ὁποῖο καί πάλι ἐκφράζονται εὐχαριστίες πρός τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο Γουέαρ, φαίνεται τό ἐπικίνδυνο τοῦ βιβλίου ἀφοῦ καί πάλι ὁ Κυριάκος Μαρκίδης δηλώνει “πνευματικός ἀναζητητής” καί μιλᾶ γιά ἐρευνητικές προσπάθειες. Τί ὄφελος μπορεῖ νά ἔχουν οἱ πιστοί ἀπό τήν ἀναζήτηση καί τήν πνευματική περιπλάνηση ἑνός ἀνθρώπου, περιπλάνηση ἡ ὁποία ποτέ δέν κατέληξε κάπου;

Στό πρῶτο κεφάλαιο διηγεῖται πῶς κύλησαν οἱ ἡμέρες στήν πόλη Σεντόνα ὅπου ἦταν προσκεκλημένος ὡς ὁ κύριος ὁμιλητής ἑνός καθαρῶς οἰκουμενιστικοῦ καί νεοεποχήτικου συνεδρίου. Ὁ ἴδιος ἀναφέρει μέ ἐνθουσιασμό ὅτι ἡ πόλη ἦταν ὑπέροχη καί γνωστή ὡς “Μέκκα τῆς Νέας Ἐποχῆς”(σελ. 17). Ὅπως εὔκολα λοιπόν ἀντιλαμβάνεται κανείς τό πρῶτο κεφάλαιο εἶναι ἀφιερωμένο καί ἀποτελεῖ ἕναν ὕμνο τῆς Νέας Ἐποχῆς. Στό συνέδριο προσκαλεῖται ἀπό δύο πρώην καθολικές καλόγριες. Τό θέμα εἶναι “Ὁ ξεχασμένος δρόμος τοῦ μυστικοῦ χριστιανισμοῦ”. Οἱ συμμετέχοντες εἶναι “συμβατικοί Προτεστάντες, μερικοί ἀπογοητευμένοι Καθολικοί, πρώην θρησκευόμενοι ὅλων των δογμάτων, ὁπαδοί τῆς Νέας Ἐποχῆς, ὁλιστικοί θεραπευτές, πνευματιστές, μαθητευόμενοι τοῦ ἰνδιάνικου σαμανισμοῦ, φιλελεύθεροι Ἑβραίοι, καί ὁπαδοί τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν...” (21). Εἶναι καί δύο πού νόμιζαν ὅτι εἶναι Ἑλληνορθόδοξοι καί χαίρονταν ἰδιαιτέρως πού θά μελετοῦσαν μαζί μέ ὅλο αὐτό τόν πλανεμένο σωρό τήν πνευματική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκτός ὅμως ἀπό τό θέμα καί τήν πρόσκληση καί οἱ ἀπόψεις τοῦ συγγραφέα βοήθησαν οὐσιαστικά στήν ἀνάπτυξη τοῦ νεοεποχήτικου κλίματος πού ἐπικράτησε. Ὁ συγγραφέας ἄλλωστε εἶχε μιλήσει ξανά γιά παρόμοιο θέμα σέ ἀναχωρητήριο τοῦ Σιβανάντα (18), οἱ φίλοι του ἦταν ἄνθρωποι “βαθιά πνευματικοί” (20) καί εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπό μελάνωμα μέ τή βοήθεια ἐναλλακτικῶν θεραπειῶν, ὀργανικῆς διατροφῆς καί διαλογισμοῦ. Ἡ πόλη “παλλόταν ἀπό ἐνέργεια”(20) λόγος πού ὁδήγησε σίγουρα τόν γέροντα Ἐφραίμ νά κτίσει τό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στήν Ἀριζόνα (21), κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ συγγραφέα.

Τί ὅμως δίδαξε ὁ συγγραφέας στούς πεπλανημένους ἀνθρώπους; Μετά ἀπό μία μουσική εἰσαγωγή γιά χαλάρωση καί μία ἄσκηση πού ζήτησε ἀπό τούς συμμετέχοντες, ἐν συντομία δίδαξε τά ἐξῆς:

· Α) Ὅλοι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς ἀνθρωπότητας δέχονται ὅτι τίποτα δέν εἶναι τυχαῖο στή ζωή.

· Β) Τό σύμπαν, τοῦ ὁποίου, κατά τήν ὁλιστική θεώρηση, εἴμαστε ἀναπόσπαστο μέρος δημιουργήθηκε μέ τό “Μπίγκ Μπάνγκ”.

· Γ) Στήν Ὀρθοδοξία, ὅπως ἀκριβῶς στό Βουδισμό καί Ἰνδουισμό, ὑπάρχει ἕνα σύστημα μαθητείας καί ὑπ’ αὐτήν τήν ἄποψη ὁ π. Μάξιμος ἔγινε ὁ “Μέντορας”(26) τοῦ Μαρκίδη.

· Δ) Οἱ ἀσκήσεις τῶν μοναχῶν θυμίζουν γιόγκα ἡ ὁποία τελικῶς δέν ὑπάρχει μόνο στήν Ἀνατολή ἀλλά καί στό Ἅγιο Ὄρος (30).

· Ε) Τό Ἅγιο Ὄρος εἶναι τό Θιβέτ τῆς Δύσεως ἀφοῦ καί ἐκεῖ βρίσκεις τήν προφητική ἐνόραση, τίς θεραπευτικές δυνάμεις, τήν αἰώρηση κατά τήν μυστικιστική ἔκσταση, τό φαινόμενο τῆς διθεσίας (31).

· Στ) Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ “οὐδείς ἐπιγιγνώσκει τόν Πατέρα εἰμή ὁ Υἱός καί ᾧ ἐάν βούλεται ὁ Υἱός ἀποκαλύψαι” δέν σημαίνει ὅτι μόνο διά τοῦ Χριστοῦ σώζονται οἱ ἄνθρωποι, διότι αὐτό εἶναι φανατική ἄποψη, ἀλλά ὅτι σώζονται μέσω τῆς ἀγάπης ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ἀγάπη. Ὅλοι λοιπόν ὅσοι ἀγαποῦν σώζονται, σέ ὅποιον Θεό κι ἄν πιστεύουν. Ὁ Χριστός δέν εἶναι παρά μιά συμβολική εἰκόνα τῆς ἀγάπης, κατά τόν Μαρκίδη, καί καμιά θρησκεία δέν ἔχει τήν Ἀλήθεια. Ξέχασε ὁ κος Μαρκίδης ἄραγε ὅτι στό Εὐαγγέλιο δέν γράφει μόνο ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη ἀλλά καί ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή καί ἄρα ὅσοι βρίσκονται μακριά Του εἶναι νεκροί; Εἶναι ἡλίου φαεινώτερο ὅτι ὁ συγγραφέας εἶδε στό Ἅγιο Ὄρος ἕνα δυτικό Θιβέτ προσανατολισμένο πρός τό Χριστό, ἕνα Χριστό πού δέν εἶναι ὁ Θεάνθρωπος πού ξέρουμε ἀλλά ἕνας ἀκόμα ἀπό τούς πολλούς καί μεγάλους δασκάλους πού πέρασαν ἀπό τή γῆ.

Στό δεύτερο κεφάλαιο παραθέτει ὁ συγγραφέας τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν παραμονή του στή Μονή τοῦ Ἀγίου Ἀντωνίου στήν Ἀριζόνα, ὅπου εἶχε τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει τόν Ἄντριου, ἕνα χριστιανό καί πρώην δόκιμο στό Ὄρος, ἀφοσιωμένο ἀλλά ὄχι φονταμεταλιστή σάν ἐμᾶς, πού δέν δεχόμαστε τό συγκρητιστικό-οἰκουμενιστικό-νεοεποχήτικο πνεῦμα τοῦ βιβλίου. Ὁ Ἄντριου ἀσθένησε ψυχολογικά ἀπό τήν ζωή ἐκεῖ καί μιλᾶ γιά τήν δύναμη τῶν προσευχῶν τῶν ἁγιορειτῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι ἰσχυρές ἀφοῦ οἱ πατέρες ἔχουν μάθει νά αὐτοσυγκεντρώνονται. Ἀδυνατεῖ νά δεῖ τά πράγματα ὁ συγγραφέας ἀπαλλαγμένα ἀπό τήν ἰνδουιστική ἑρμηνεία πού ὁ ἴδιος δίνει.

Στά ἑπόμενα κεφάλαια ὁ συγγραφέας ἐπιστρέφει στήν Κύπρο καί τόν π. Μἀξιμο τόν ὁποῖο προβάλλει διαρκῶς καί στά τρία βιβλία ὡς τόν μόνο αὐθεντικό ἐκφραστή τῆς Ὀρθοδοξίας πάνω στό νησί, ὡς τόν ἅγιο πού ὅλοι καταδιώκουν, ὡς τόν μόνο καθαρό. Προσκολλᾶται μάλιστα, αὐτό ἐξάλλου ἐπιτάσσει τό πνεῦμα μαθητείαςτοῦ γκουρουισμοῦ, στόν π. Μάξιμο, γίνεται ἕνας ἀπό τούς φανατικότερους ὁπαδούς του καί ἀπολαμβάνει καί μιᾶς εἰδικῆς εὔνοιας ἀπό ἐκεῖνον. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει καθηκόντως καί με πολύ σεβασμό πρός τό πρόσωπο τοῦ Μητροπολίτου Λεμεσοῦ πού “φωτογραφίζεται” ὡς π. Μάξιμος νά ἐπισημάνουμε στόν ἴδιο ὅτι ἐκτίθεται ἀνεπανόρθωτα ἀπό τά γραφόμενα τοῦ Μαρκίδη ὁ ὁποῖος μοιάζει νά χρησιμοποιεῖ καί ἐκμεταλλεύεται τήν ἀγάπη, τόν σεβασμό καί τήν ἐκτίμηση τῶν πιστῶν σέ Ἑλλάδα καί Κύπρο πρός τό πρόσωπό του γιά νά προωθήσει τίς συγκριτικές, οἰκουμενιστικές, νεοεποχήτικες θεωρίες του. Φρονοῦμε ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Λεμεσοῦ ὀφείλει νά πάρει ἐπίσημα θέση καί νά ἀποκηρύξει τά τρία ἐπικίνδυνα βιβλία ὥστε νά γίνει ὅσο τό δυνατόν μικρότερη ζημιά στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά κρατήσει τήν πλάνη ἐκτός τῶν τειχῶν. Ὅσο ὁ Σεβασμιώτατος ἀφήνει ἀδιάψευστα τά γραφόμενα καί δέν καταδικάζει τά βιβλία τοῦ Μαρκίδη θά γίνεται παρά τήν θέλησή του συνεργός τῶν σκοτεινῶν σκοπῶν τοῦ συγγραφέα καί ὁ βασικός διαφημιστής του.

Στή σελ. 114 ὁ συγγραφέας συντάσσεται μέ τούς νεοειδωλολάτρες ἀποδεχόμενος τίς θέσεις του ἐξαδέλφου του ὅτι ἡ Θεοκρατία τοῦ Βυζαντίου ἐκτόπισε τό ἐλεύθερο δημιουργικό πνεῦμα τῆς κλασικῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας.

Στην 148 θεωρεῖ ὅτι τα Ἅγια Λείψανα εἶναι φορτισμένα μέ θετική ἐνέργεια ἀφοῦ κάθε ἀντικείμενο καί τόπος μπορεῖ νά εἶναι φορτισμένο μέ θετική ἤ ἀρνητική ἐνέργεια. Τά ἴδια στήν 155, στήν 168 καί στήν 173.

Στήν 157 ὑποστηρίζει ὅτι ἡ διαφορά ἀνάμεσα σέ Ἄσραμ καί σέ Ὀρθόδοξα Μοναστήρια ἀφορᾶ μόνον θέματα διαπολιτισμικά καί μόνο ὁ Θεός ξέρει ποιός ἤ ποιό μέρος ἔχουν πραγματική πνευματική ἀξία.

Στήν 166 συγκρίνει τού Προφῆτες πού ζητοῦσαν μουσική γιά νά προφητέψουν μέ τούς σαμάνους τῶν ἰνδιάνων. Βουντού λοιπόν καί ὁ Δαυίδ!


Στήν 168 ὁ π. Μάξιμος ἀναζωογονεῖται καί γεμίζει ἐνέργεια ἀπό ὄνειρα, ὅπως ἀκριβῶς ἀπό τή Θεία Λειτουργία ἐνῶ σαφέστατα ἡ Γραφή λέει ὅτι “τά ἐνύπνια ἐπλάνησαν πολλούς”.

Στήν 173 ἑρμηνεύει τήν σιωπή τοῦ π. Μαξίμου ὡς βαθύ διαλογισμό ἤ καρδιακή προσευχή. Γιά τόν συγγραφέα δέν ὑπάρχει διαφορά στά δύο αὐτά, παρότι τελικῶς ὁ π. Μάξιμος ἁπλῶς κοιμόταν.

Στίς 201-202 ὑποστηρίζεται εὐθέως ἀπό τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο, πάντα κατά τόν συγγραφέα, ὅτι ὅλοι μποροῦν νά φτάσουν στήν Θέωση ἀνεξαρτήτως πίστεως ἀφοῦ κατά τόν Μαρκίδη “ἡ θέωση ἐνυπάρχει μέσα στήν ἴδια τήν δομή τῆς ἀνθρώπινης φύσης” καί κατά τόν ἐπίσκοπο “ὁ Χριστός ὑπάρχει μέσα μας” καί “φωτίζει πάντα ἄνθρωπον”. Στήν ἑπόμενη σελίδα γίνεται ἀναφορά σέ χωρίο τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Πέτρος μιλᾶ γιά σωτηρία μόνο στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στή συνέχεια ὅμως καί αὐτή ἡ ἀναφορά νοθεύεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶναι παρών μέ λανθάνοντα τρόπο, καί μέ τήν γκουρουιστική ἄποψη ὅτι ὁ Λόγος εἶναι παν-συμπαντικός, δέν περιορίζεται σέ συγκεκριμένη κουλτούρα καί πρέπει νά προσεγγίσουμε τή συνειδητότητα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ παν-συμπαντικοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νά σωθοῦμε. Πιό ἁπλά ὁ Χριστός δέν εἶναι πρόσωπο ἀλλά συνειδητότητα πού σέ κάθε θρησκεία ἤ περιβάλλον ἐκφράζεται διαφορετικά καί πρέπει νά προσεγγίσουμε τήν ἀφηρημένη αὐτή συνειδητότητα. Ὁ ἐπίσκοπος Κάλλιστος μάλιστα ἀποδέχεται τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων καί ὑποστηρίζει, κατά τόν Μαρκίδη, ὅτι μετά θάνατον ὅλοι θά ἀναγνωρίσουν τόν Χριστό καί θά σωθοῦν ἀφοῦ ὅλοι, Μουσουλμάνοι, Βουδιστές, Ἰνδουιστές, Ἑβραίοι, ἄν ἀκολουθοῦν τίς ἐπιταγές τῆς θρησκείας τους, “πιστεύουν ἤδη στό Χριστό, γιατί κάθε Ἀλήθεια ἀπορρέει ἀπό τό Χριστό” (205). Στήν 207 σελίδα μάλιστα ἰσοπεδώνονται τά πάντα ἀφοῦ κανείς δέν γίνεται μέλος τῆς Ἐκκλησίας μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ἀφοῦ “ὑπάρχει μία ἐσωτερική σχέση μέ τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία μπορεῖ νά ἀνήκει χωρίς νά τό ξέρει”. Βέβαια στό Δαλάι Λάμα δέν θά λέγαμε ποτέ κάτι τέτοιο ὄχι γιά νά μή του στερήσουμε τή δυνατότητα σωτηρίας ἀλλά γιατί ἁπλῶς θά ἦταν ἀλαζονικό νά τοῦ ποῦμε ὅτι εἶναι Χριστιανός καί δέν τό ξέρει. Ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος, πού ἄν πράγματι ὑποστήριξε τέτοιες ἀπόψεις μόνο ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἀλλά λύκος βαρύς μή φειδόμενος τοῦ ποιμνίου, μιλᾶ γιά ἀλήθεια σέ ὅλες τίς Θρησκεῖες(208), ἐπαινεῖ τό ἔργο τοῦ Π.Σ.Ε καί τό πρωτόκολλο ἠθικῆς συμπεριφορᾶς πού ὑπέγραψαν στό Σικάγο τό 1993 κορυφαῖοι ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Θρησκειῶν καί λυπᾶται πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἐκπροσωπήθηκε(209). Τά ἴδια περίπου ὑποστηρίζονται σέ ὄλο τό κεφάλαιο καί στό διάλογο τοῦ ἐπισκόπου Καλλίστου μέ τόν συγγραφέα. Καλό θά ἦταν νά ὑπάρξει διάψευση τοῦ ἐπισκόπου γιά τά ὅσα ἀπαράδεκτα ὑποτίθεται ὅτι πρεσβεύει. Μάλιστα ὑπάρχουν τοποθετήσεις πού θέλουν νά διδασκόμαστε ἀπό τόν διαφωτισμό, νά λειτουργεῖ ἐν ἁγίω Πνεύματι ὁ φεμινισμός καί τό χειρότερο ὅλων νά εὐλογεῖται ἀπό ἕναν ὀρθοδοξο (;) ἐπίσκοπο (;) ἡ Νέα Ἐποχή (229).

Στις σελ. 229 –231 διά στόματος Καλλίστου Γουέαρ διαφημίζεται ἡ Νέα Ἐποχή ὡς κίνημα μέ “γνήσια ἀναζήτηση πνευματικοῦ νοήματος”(230), μέ “εἰλικρινῆ ἀναζήτηση” ἐνῶ κατηγορούμαστε οἱ Χριστιανοί ὅτι δέν γινόμαστε ἐκφραστές καί μάρτυρες τῆς ὑπερβατικῆς πραγματικότητας τοῦ ζῶντος Θεοῦ καί τῆς Βασιλείας Του μέσα στήν ἀνθρώπινη καρδιά”(230 ἡ ὑπογράμμιση δική μας), ἀποκαλεῖται ἡ Ἐκκλησία “θεσμικός χριστιανισμός” μέ φυσική συνέπεια τήν ἄποψη ὅτι ὁ Θεός “μπορεῖ νά σώσει ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν βαπτιστεῖ ποτέ”(231). Κατά τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο τελικῶς ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι παρά ἕνας ἀνθρώπινος θεσμός ξεπερασμένος καί ἀποτυχημένος ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐσωτερική, μυστική και μυστικιστική καί ὅλοι ἀνήκουν σ’ Αὐτήν.

Στίς σελίδες 266 –267 διά στόματος π. Μαξίμου διαψεύδεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου πῆρε ἐπισήμως θέση ἐνάντια στό σχέδιο Ἀνάν καί ἀποκαλοῦνται ὑπερσυντηρητικοί οἱ ἁγιορεῖτες πού δέ βλέπουν μέ καλό μάτι τήν Εὐρώπη. Στό ἴδιο κεφάλαιο ἀναπτύσσεται τό θέμα τῆς προσευχῆς καί ἐνῶ στήν σελ. 269 ὁ π.Μάξιμος ξεκαθαρίζει ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν διαλογισμό, στή συνέχεια ὁ συγγραφέας, χρησιμοποιώντας πάντα τό στόμα τοῦ π.Μαξίμου, ἐπιβεβαιώνει τό ἀντίθετο. Γίνεται λόγος γιά “πνευματικές διαδρομές τῆς προσευχῆς” (270), γιά ἀποκάλυψη τῆς φύσης τοῦ Θεοῦ καί ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν ὁριζόντων (270), γιά κινδύνους πνευματικούς καί γιά κατάσταση προσευχῆς. Ὅλοι οἱ παραπάνω ὅροι σέ συνδυασμό μέ τήν ἄποψη ὅτι ἡ προσευχή ἐνέχει πνευματικούς κινδύνους ἀποδεικνύει ὅτι δέν ξεχωρίζεται ἀπό τόν διαλογισμό.


Στήν 284 ὁ συγγραφέας ἐξισώνει τήν Θεία Λειτουργία καί τόν μυστικό της χαρακτήρα μέ τόν μυστικιστικό χαρακτήρα τῶν μεθόδων τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ἐνῶ στην 287 μιλᾶ γιά πνευματική ἐνέργεια τῶν εὐχῶν.

Τό δωδέκατο κεφάλαιο εἶναι γεμάτο μέ ἀπροϋπόθετη ἀποδοχή ὅλων τῶν ἐπιθανατίων ἐμπειριῶν ὡς γνησίων καί ὠφέλιμων. Ὁ π. Μάξιμος μάλιστα στή σελ.302 δέχεται ὅλες τίς ἐμπειρίες αὐτές καί τίς ἐπιδοκιμάζει ὡς ὀρθόδοξες, στήν 305 θεωρεῖ ὅτι οἱ ἐμπειρίες αὐτές δίνουν “ἀσυνήθιστες δυνάμεις καί ἰκανότητες” σέ αὐτούς πού τίς βιώνουν, στήν 307 ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά ἀντλοῦν ἀπό ἐσωτερικές δυνάμεις θαυμαστές ἱκανότητες ὅπως τό νά περπατοῦν στό νερό, στήν 309 καί πάλι μιλᾶ γιά κρυμμένες ἐσωτερικές δυνάμεις στούς ἀνθρώπους, στήν 310 μιλᾶ γιά ἐσωτερικό φῶς πού ὑπάρχει καί ἐκπέμπεται μέσα ἀπό τούς ἀνθρώπους καί στήν 307 μιλᾶ γιά αἰώρηση μοναχοῦ πού ὁ συγγραφέας συγκρίνει μέ θιβετιανό ἀντίστοιχο φαινόμενο.

Οἱ τελευταῖες δέ σελίδες τοῦ κεφαλαίου εἶναι ἀφιερωμένες στό μεγάλο πρόβλημα τοῦ Μαρκίδη. Μέσα στίς σελίδες αὐτές προσπαθεῖ, ὅπως ἔκανε καί στό “ὅρος τῆς Σιωπῆς”, νά πείσει ὅτι ἡ πίστη στήν αἰώνια κόλαση εἶναι ἐσφαλμένη καί ὅτι ὅλοι θά σωθοῦν. Χρησιμοποιεῖ μαλιστα τόν Ἅγιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό ἀλλά καί τόν ἀπόστολο Παῦλο. Συγκεκριμένα παραπέμπει στό ἔργο κάποιου Χιοῦστον Σμίθ τόν ὁποῖο προβάλλει ὡς “αὐθεντία”(322), καί ὁ ὁποῖος στηρίζει τήν ἀποκατασταση τῶν πάντων στούς σοφούς ὅλων τῶν θρησκειῶν (323) ἀλλά καί στόν ὀρθόδοξο ἱεραπόστολο πατέρα Λάζαρο γνωστό ἀπό τήν “Ἀσκητική τῆς ἀγάπης”. Σύμφωνα λοιπόν μέ τόν Σμίθ ὁ π. Λάζαρος ἑρμηνεύοντας τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τόν τρίτο οὐρανό πίστευε ὅτι αὐτός πού ἔφτασε ἐκεῖ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος καί ὅτι αὐτό πού διδάχθηκε ὡς μυστικό ἦταν ὅτι “τελικά ὅλοι θά σωθοῦν”(323). Κατά τόν Κυριάκο Μαρκίδη συνεπῶς “ἡ μετά θάνατον ζωή πρέπει νά συνεπάγεται μια αἰώνια ἐξελικτική διαδικασία ἐξαγνισμοῦ, κάθαρσης τῆς ψυχῆς μέσα στά πλαίσια τοῦ αὐτεξούσιου”(321). Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός προσκαλεῖται νά μιλήσει σέ ἐκκλησιαστικούς σταθμούς ἐνῶ τά γεμάτα πλάνες βιβλία του πωλοῦνται σέ ἐκκλησιαστικά βιβλιοπωλεῖα.

Στίς σελίδες 340-342 ἕνας ἅγιος γέροντας ἐνῶ ἀρχικά διαφωνεῖ μέ τόν φίλο τοῦ συγγραφέα πού προσεύχεται μέσα σέ τζαμιά καί πιστεύει, ἐναρμονισμένος μέ τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅτι πρέπει νά μυρωθεῖ ξανά διότι ἀρνήθηκε τήν πίστη του, τελικῶς ἀλλάζει θέση διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεός τοῦ μίλησε κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας καί τοῦ εἶπε ὅτι “δέν διέπραξε ἁμαρτία ὅταν προσευχήθηκε στόν Χριστό μέσα σέ ἕναν τζαμί”(342). Ὁ ἴδιος ὁ Θεός λοιπόν εὐλογεῖ τόν οἰκουμενισμό καί ἀντιτίθεται στούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Κανόνες φαίνεται οὔτε θεόπνευστοί εἶναι, οὔτε συμφωνοῦν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλά, κατά τόν συγγραφέα, εἶναι κατασκευάσματα φονταμεταλιστῶν ἀνθρώπων, ὀργάνων ἑνός ἀνθρώπινου θεσμοῦ.

Στήν 346 ὁ διαλογισμός καί ἡ προσευχή μπαίνουν καί πάλι στό ἴδιο καζάνι καί ἔχουν τόν ἴδιο στόχο: “να γαληνέψουν τό νοῦ καί νά ἐκδηλωθεῖ μέσα μας τό ἀπόλυτο”.

Στίς σελ. 390-392 δίνει τήν διακήρυξη τῆς Νέας Ἐποχῆς μέσα ἀπό παραδοχές. Τό κείμενο λοιπόν αὐτό πού θά ἀποτελοῦσε κάλλιστα τό σύμβολο τῆς πίστεως τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι “τά πάντα συνδέονται μέ τά πάντα μέσα στό σύμπαν”καί ὅτι ἡ δημιουργία ἔγινε ἔτσι ὥστε ἡ συνειδητότητα νά ἔχει ὡς πεπρωμένο τήν ὑπέρβαση τῆς ἱεραρχίας καί τή συνειδητή ἐπανένωση μέ τό ἀπόλυτο πνεῦμα ἤ τόν προσωπικό Θεό ἀπό τόν ὁποῖο προερχόμαστε καί μέσα στόν ὁποῖο βρισκόμαστε συνεχῶς, σάν ψάρια μέσα στόν ὠκεανό”(392). Ἀφηνόμαστε λοιπόν ἐλεύθεροι νά ἀποκαλοῦμε τό ἀπόλυτο πνεῦμα προσωπικό Θεό. Κανείς δέν θα μᾶς ἐμποδίσει σέ αὐτό ἀρκεῖ νά δεχόμαστε τήν ὁλιστική ἄποψη. Βέβαια, γιά νά εἴμαστε δικαιοι, ὁ συγγραφέας ὁμολογεῖ στήν ἐπόμενη παράγραφο ὅτι οἱ θέσεις του δέν θά ἐνεκρίνοντο ἀπό τόν π. Μάξικο ἀλλά αὐτό καθόλου δέν τόν ἀπασχόλησε. Το θέμα ἦταν νά κάνει τήν μελέτη του καί τήν “ἀναζήτησή”του.

Τέλος, ὑπογραμμίζοντας καί πάλι ὅτι ὅλα ὅσα ἀναφέραμε ἀποτελοῦν μικρό δεῖγμα καί δέν ἐξαντλοῦν τά ἀτοπήματα τοῦ βιβλίου, θά δοῦμε τό τελευταῖο κεφάλαιο στό ὁποῖο καί πάλι ἐπικρατεῖ συγκρητισμός καί Νέα Ἐποχή. Στίς πρῶτες σελίδες προβάλλεται ὁ φεμινισμός, χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία ὡς “πατριαρχική”(442) καί γεμάτη “ταμποῦ” (439), καταδικάζονται ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο, τόν Κάλλιστο Γουέαρ, οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀναχρονιστικοί και ἐμπόδιο γιά τίς γυναῖκες (443)˚ γίνεται ἀποδεκτή ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου καί ἡ μεγάλη ἔκρηξη (445)˚ χαρακτηρίζονται “φονταμεταλιστές” οἱ διαφωνοῦντες (447) ˚ ἐκλαμβάνονται οἱ ἐρημίτες τοῦ ἁγίου Ὄρους ὡς ζῶντες στόν κόσμο τους (450) καί τό γεγονός αὐτό ὡς αἰτία γιά τίς διαφωνίες τους στόν οἰκουμενισμό καί τίς σχέσεις τῶν δύο φύλων. Δηλώνεται ξεκάθαρα ὅτι ὁ Θεός δέν περιορίζεται σέ πολιτιστικά πλαίσια καί σέ ἱστορικά δημιουργημένες θρησκεῖες (452) ˚ τονίζεται ἡ δύναμη τῆς σκέψης (454)˚ ταυτίζονται τά ἐξωσωματικά ταξίδια μέ τίς ἐν ἁγίω Πνεύματι ὁράσεις τῶν ἁγίων καί ὑποστηρίζεται ὄτι μόνον ὁ ὅρος ἀλλάζει. Τέλος πολυδιαφημίζεται ὡς πρότυπο φεμινιστικό ἡ γερόντισσα Γαβριηλία τῆς ὀποίας γίνεται ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη, ἀφοῦ μέ βεβαιότητα τονίζεται ὅτι ἔφτασε στή θέωση (442). Ἐδῶ βέβαια νά ἐπισημάνουμε ἀκόμα μιά ἐνέργεια στήν ὁποῖα πρέπει νά προβεῖ ἡ Μητρόπολη Λεμεσοῦ. Ἐκτός λοιπόν ἀπό τήν καταδίκη τῶν ἀποκρυφιστικῶν βιβλίων τοῦ Μαρκίδη καλό θά ἦταν νά καταδικαστεῖ καί ἡ “Ἀσκητική τῆς ἀγάπης” ἕνα βιβλίο πού προβάλλεται δυστυχῶς ἀπό τήν ἱστοσελίδα καί τούς σταθμούς τῆς Μητροπόλεως καί πού, ἄν ἰσχύουν οἱ πληροφορίες, τίς ὁποῖες μᾶς δίνει ὁ Μαρκίδης, οἱ μοναχές τῆς Μητροπόλεως καί πνευματικά τέκνα τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀθανασίου διαβάζουν οἰ ἴδιες, ἔχουν ὡς πρότυπο καί προσφέρουν καί σέ ἄλλους ὡς ὠφέλιμο. Εἶναι φυσικό νά μήν κατάφερε ὁ συγγραφέας νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό το νεοεποχήτικο πνεῦμα, ὅταν ὡς βοήθημα τοῦ δόθηκε ἀπό μοναχές τό συγκεκριμένο γεμάτο πλάνες βιβλίο.




ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ



Το τρίτο στή σειρά ἐκδόσεως βιβλίο ἀλλά τό πρῶτο χρονολογικά. Τό βιβλίο αὐτό δέν ἀντέχει εὔκολα σέ κριτική γιά τό ἄν εἶναι ἤ δέν εἶναι ὀρθόδοξο καί ὠφέλιμο διότι ἁπλούστατα εἶναι καθαρῶς ἀποκρυφιστικό. Καμιά ἀπολύτως σχέση καί ἀναφορά δέν ἔχει στό Χριστιανισμό. Στίς 420 σελίδες τοῦ βιβλίου βλέπει κανείς ὅλη τή Νέα Ἐποχή, τίς ἀνατολικές θρησκεῖες, τόν μυστικισμό, τόν πνευματισμό, τόν ἀποκρυφισμό. Τίτλος τοῦ βιβλίου εἶναι “Ταξίδι μέ τό Λέοντα” καί ὑπότιτλος “ἀναζητώντας τόν μυστικιστικό χριστιανισμό” γεγονός πού προϊδεάζει γιά τό σκοπό τοῦ συγγραφέα πού εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν νά μᾶς εἰσάγει γιά τά καλά στό πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, καί ἀφ’ ἑτέρου νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι τό ἴδιο μυστικιστικό πνεῦμα ἐπικρατεῖ καί στόν Χριστιανισμό. Ὁ συγγραφέας στό σημείωμά του διευκρινίζει ὅτι τό βιβλίο χρονολογικά προηγεῖται, προφανῶς γιά νά πείσει ὅτι ὅταν γράφτηκε δέν εἶχε γνωρίσει τόν χριστιανισμό, ὁπότε δέν μπορεῖ νά κατηγορηθεῖ ὅτι μυεῖ στόν πνευματισμό. Ὅμως τίθεται εὔλογο τό ἐρώτημα: ἄν εἶχε βρεῖ τήν Ἀλήθεια πού ὑπάρχει μόνο στήν Ἐκκλησία, γιατί δέν αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά μιλήσει γιά τήν Ἀλήθεια αὐτή ἀλλά ἐξέδωσε το ἀποκρυφιστικό αὐτό βιβλίο; Θά δοῦμε καί ἀπό αὐτό τό βιβλίο μερικά σημεῖα ὄχι γιά νά πείσουμε ὅτι εἶναι ἀποκρυφιστικό. Αὐτό εἶναι αὐταπόδεικτο. Ἀλλά γιά νά καταλάβουν οἱ ἀναγνῶστες τό γεγονός ὅτι ὁ συγγραφέας ὄντως καί στά προηγούμενα βιβλία ἑρμηνεύει τά πάντα μέ γκουρουιστικό πνεῦμα. Τό τρίτο αὐτό βιβλίο εἶναι αὐτό πού μᾶς βοηθᾶ νά ἀντιληφθοῦμε τό πραγματικό νόημα τῶν δύο προηγουμένων, τό πραγματικό πνεῦμα τοῦ συγγραφέα.

Τό βιβλιο ἀρχίζει μέ ἕναν πνευματιστικό στήν πραγματικότητα κύκλο, στόν ὁποῖο ὁ συγγραφέας ἔχει ἡγετικό ρόλο. Στό σεμινάριο αὐτό μετέχουν μιά θεραπεύτρια τοῦ συστήματος γιούνγκ πού ἀσχολεῖται μέ πνευματικές διδασκαλίες, μία φωτογράφος πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἴαση καί θέλει νά φωτογραφίσει “σκεπτομορφές”, ἐπίτευγμα πολύ σημαντικό γιά τόν Μαρκίδη, ἔνας μαθηματικός πού ἔχει γνωρίσει πολλούς δασκάλους στίς Ἰνδίες καί ἔψαχνε κάτι δυτικό, ἕνας πάστορας, ἕνας ἐπαγγελματίας ἀστρολόγος καί ἀριθμολόγος, μιά μοναχή, μιά μασαζοθεραπεύτρια, ἀρκετοί ψυχοθεραπευτές καί ἄλλοι πολλοί. Ὅλο τό βιβλιο λοιπόν συνεχίζει μέ τό ἴδιο πνεῦμα.

Στο πρῶτο κεφάλαιο μέ τίτλο “Μυστική Γνώση” γίνεται λόγος γιά τή μεγάλη ἀξία τοῦ ὑπερβατικοῦ διαλογισμοῦ καί τόν “ἔρωτα”τοῦ συγγραφέα μέ τή “σκέψη τῆς Ἀνατολῆς” (σελ. 28-29), γιά ἕλληνες θεραπευτές, μύστες, ἐνδιαμέσους –κοινῶς μέντιουμ- καί σαμάνους στίς συναντήσεις τῶν ὁποίων, ἀκόμα καί τίς πιό κλειστές, μετέχει ὁ συγγραφέας (31), γιά ἐξωσωματικές ἐμπειρίες τῶν μυστῶν αὐτῶν (34), γιά τήν “κρυφή γνώση” (39), ἡ ὁποία εἶναι βαθιά θαμμένη στήν ψυχή κάθε ἀνθρώπου καί “περιμένει τήν ἀνακάλυψή της ἀπό τούς μύστες καί πνευματικούς ἀναζητητές, σέ ὅλες τίς κουλτοῦρες καί τίς ἱστορικές περιόδους”(40) ἐνῶ ἐπανειλημμένως οἱ ἅγιοι ταυτίζονται καί “βαπτίζονται” καί αὐτοί μύστες μιᾶς διαφορετικῆς ἁπλῶς κουλτούρας. Αὐτό εἶναι καί τό κεντρικό μήνυμα πού θέλει ὁ συγγραφέας νά περάσει, ὅπως στις δύο τελευταῖες σελίδες τοῦ κεφαλαίου.

Στό κεφάλαιο “Αἰώνια Ἐρωτήματα” τίθεται τό ἐρώτημα τῆς αὐθεντικότητος τῶν διδασκάλων. Τό ζήτημα βέβαια βρἰσκει τήν ἀπάντησή του σέ μερικές θεμελιώδεις ἀρχές:

· Α) Οἱ διδασκαλίες μιᾶς ὁμάδας δέν πρέπει νά ἔχουν ὡς στόχο τήν ἐγκατάλειψη τῆς λογικῆς ἀλλά τήν ὑπέρβασή της πρός ὑψηλότερα “ἐπίπεδα συνειδητότητας” (44).

· Β) Ἕνα σύνολο διδασκαλιῶν θά εἶναι λιγότερο προβληματικό, ἄν στηρίζεται σέ μιά μακροχρόνια θεμιτή παράδοση. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ὁ συγγραφέας δέχεται, ὑπό τήν ἄποψη πάντα μιᾶς ἄλλης κουλτούρας, τόν Χριστιανισμό (45).

· Γ) Οἱ μυστικιστικές ὁμάδες πού ἀπαιτοῦν ὑπακοή σέ κάποιον γκουροῦ εἶναι ὕποπτες (45).

· Δ) Μια ὁμάδα δέν πρέπει νά ἔχει ὡς στόχο νά σώσει τό κόσμο οὔτε νά διεκδικεῖ τήν ἀποκλειστικότητα στήν ἀλήθεια. Ἀποδεκτός λοιπόν ὁ χριστιανισμός ἀπαλλαγμένος ὅμως ἀπό τόν “φανατισμό” νά πιστεύει ὅτι εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια.

· Ε) Ὁ καλύτερος δάσκαλος εἶναι τελικά ὁ ἐσωτερικός μας ἑαυτός, πού εἶναι ὁ Θεός μέσα μας καί τόν ὁποῖο ἀνακαλύπτουμε μέ τήν αὐτοπαρατήρηση, τήν περισυλλογή καί τήν κυριαρχία στή σκέψη καί τά αἰσθήματα, ἤ πιό ἁπλά μέ τόν διαλογισμό (46). Τέλος στό ἴδιο κεφάλαιο ἀναπτύσσεται τό θέμα τῶν “στοιχειακῶν” καί τῶν “σκεπτομορφῶν” πού δέν εἶναι παρά οἱ μεγάλες ἀνέκφραστες καί ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες μας καί οἱ ὁποῖες ἔχουν σχῆμα, μορφή καί ἐνέργεια. Παραμένουν στό χῶρο γιά καιρό καί ἔχουν μεγάλες ποσότητες ἐνέργειας. Νά σημειώσουμε δέ ὅτι καί οἱ θεοί τοῦ Ὀλύμπου ὑπῆρχαν ὡς στοιχειακά, ὅσο οἱ ἄνθρωποι πίστευαν σέ αὐτούς καί θά ξαναϋπάρξουν ἄν ξαναρχίσουν νά πιστεύουν. Μάλιστα οἱ θεραπευτικές δυνάμεις τίς ὁποῖες ἀσυζητητί ἔχουν τά στοιχεικά αὐτά προέρχοναται ἀπό τό Ἅγιο Πνμεῦμα (59). Μέσα ἀπό τόν κόσμο τῶν στοιχειακῶν ἄλλωστε συνδεόμαστε καί ἐπικοινωνοῦμε ὅλοι τηλεπαθητικά (62).

Στό κεφάλαιο “Μυστήρια” ὁ συγγραφέας ἀφηγεῖται λεπτομερῶς περίεργα φαινόμενα φαντασμάτων σέ παπικό ναό τῆς Ἰταλίας καί ἀντίστοιχες κατάρες πού τιμωροῦν ὅποιον δέν τά σέβεται. Βέβαια τά περιστατικά δίνονται μέ τόση μαεστρία πού θά ζήλευε καί ὁ Χιτσκοκ.

Στό ἑπόμενο κεφάλαιο γίνεται προσπάθεια νά ἑρμηνευτοῦν τά φαινόμενα πάντα ὑπό τήν ἄποψη τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καί μέ τήν βοήθεια τῶν “στοιχειακῶν”, ἐνῶ ἐξαίρεται καί ἡ συνδρομή τῶν Φρόιντ καί Γιούνγκ στήν ἐπιστροφή προς τήν πνευματικότητα. Λίγο ἀργότερα γίνεται λόγος γιά ἕναν “μπάμπα”, ὁ ὁποῖος κάνει ἀόρατα τά σώματα (104), μπαινοβαγαίνει εὔκολα στό χῶρο καί τό χρόνο (104) καί βοηθᾶ τούς ἀνθρώπους νά γίνονται καλά (105). Νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ συγγραφέας ἔχει τήν ἴδια ἀκριβῶς συμπεριφορά πού ἔχει καί ἀπέναντι στόν π. Μάξιμο ἀφοῦ θεωρεῖ τιμή τό νά κάθεται δίπλα του, τόν βομβαρδίζει μέ ἐρωτήσεις καί καταγράφονται οἱ ἀπαντήσεις του σέ κασσετοφωνάκι. Νά σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας ἀφηγεῖται την μυστικιστική ἐμπειρία του ἀπό τόν “μπάμπα”, καί μάλιστα μέ λεπτομέρειες, ἡ ὁποία τόν ὁδήγησε νά δεῖ περίεργα φῶτα δαιμονικά, καί νά αἰσθάνεται ὅτι ζεῖ τόν παράδεισο. Γίνεται προσπάθεια νά παρουσιαστεῖ ἡ ἐμπειρία αὐτή ὡς θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός.  Εὐθέως μάλιστα ὀνομάζεται ἡ ἀποκρυφιστική αὐτή ἐμπειρία “φώτιση”στή σελ.110. Τέλος νά ποῦμε ὅτι ὁ μπάμπα διαβάζει τή σκέψη, βρίσκεται ταυτόχρονα σέ δυο μέρη, μεταφέρει τηλεπαθητικά ἀνθρώπους ἀπό τή μια ἄκρη τῆς πόλης στήν ἄλλη καί ὅλα αὐτά μόνο μέ τή δύναμη τῆς θέλησης (115).

Τό κεφάλαιο “Σκεπτικιστές ἐρευνητές” μπορεῖ κάλλιστα νά μετονομασθεῖ σέ “ἀπολογητικό ὑπόμνημα ὑπέρ τῆς Νέας Ἐποχῆς”. Ἡ Νέα Ἐποχή παρουσιάζεται ὡς πνευματική ἐπανάσταση ἀπέναντι στόν ὑλισμό καί μεθοδικά ὁ ἀναγνώστης, ὁ ὀρθόδοξος ἀναγνώστης, καλεῖται να συνταχθεῖ εἴτε μέ τούς σκεπτικιστές πού δέν παραδέχονται τίποτα μή ὑλικό, εἴτε μέ τή Νέα Ἐποχή. Ὁ τρόπος πού συντάσσεται τό “ὑπόμνημα” δέν δίνει δυνατότητα ἄλλης ἐπιλογῆς: ἤ ἄθεος σκεπτικιστής ἤ νεοεποχίτης.

Στή σύνέχεια στό κεφάλαιο “πρωτοπόροι” ἐνισχύεται τό “ἀπολογητικό ὑπόμνημα” μέ ζωντανά παραδείγματα πού ἐπαληθεύουν”, γιά τόν Μαρκίδη, τήν ἀληθεια τῆς Νέας Ἐποιχῆς. Συγκεκριμένα ὁ συγγραφέας προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο νά ἀποδείξει τήν ἐγκυρότητα καί γνησιότητα τοῦ θεραπευτικοῦ χαρίσματος ἑνός μάγου τῆς Βραζιλίας. Ὁ Ἀρίγκο λοιπόν, ἑνας ἁπλός χωρικός, ἔγινε “ὄχημα”, γιά τά πνεύματα μερικῶν γιατρῶν πού εἶχαν πεθάνει καί δέν κατάφεραν νά ὁλοκληρώσουν τό ἔργο τους. Ὁ Ἀριγκο “ἔφθασε στό σημεῖο νά θεραπεύει, κατά μέσο ὅρο καί χωρίς ὑπερβολή, τριακόσια ἄτομα τη μέρα” (148) κάνοντας ἀκόμα καί ἐπί τόπου χειρουργικές ἐπεμβάσεις χωρίς ἀναισθησία καί μέ ἕνα μόνο μαχαίρι (149). Πού γίνονταν ὅλα αὐτά ὅμως; Κάτω ἀπό τήν ἐπιγραφή “ΣΚΕΨΟΥ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ”(149). Νά λοιπόν τί θέλει να μᾶς πεῖ μέ τίς πλανημένες διδασκαλίες του ὁ Μαρκίδης. Θέλει νά μᾶς πεῖ ὅτι καί ὁ Ἀρίγκο θεράπευε μέ τή βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ. Ἀκόμα στό ἴδιο κεφάλαιο μᾶς δίνει κάποια ἀντικειμενικά, ὅπως ὁ ἴδιος τά χαρακτηρίζει, γεγονότα τῆς ζωῆς πού θά μᾶς βοηθήσουν νά καταλάβουμε τό φαινόμενο Ἀρίγκο : α) ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνσαρκωμένη ψυχή β) ἡ ψυχή προϋπάρχει τῆς συλλήψεως γ) ὁ ἄνθρωπος ζεῖ πολλές ζωές δ) ἐπαφές ἀνάμεσα σε ἐνσαρκωμένα καί ἀπενσαρκωμένα πνεύματα ὑπῆρχαν πάντα ε) τά μέντιουμ εἶναι πλασμένα ἀπό τή φύση γιά νά ἔχουν τίς ἐπαφές αὐτές καί στ) ὅλοι οἱ πρωτόγονοι λαοί γνωρίζουν τίς ἀλήθειες αὐτές. Γιά τόν Μαρκίδη λοιπόν, πού κάποιοι ψευτοκουλτουριάρηδες καλοῦν στίς ἐκπομπές τους στούς ἐκκλησιαστικούς σταθμούς ὡς σούπερ ὀρθόδοξο γιά νά μᾶς διδάξει, ἡ μετενσάρκωση εἶναι ἀντικειμενικό γεγονός, ἀδιαπραγμάτευτη ἀλήθεια. Ἀπορεῖ μάλιστα ὁ συγγραφέας μέ τον σκοταδισμό ἐκείνων πού δέν θά δέχονταν νά πάνε σέ ἕναν ψυχικό χειρουργό (154) καί σαφέστατα ἀποκαλεῖ δειλό καί ἀδαή, ὅποιον δέν παραδέχεται τίς “ἀντικειμενικές”του ἀξιες. Τέλος στό ἴδιο κεφάλαιο μᾶς μιλᾶ καί πάλι γιά τό “μάτι τῆς ἐνατένισης” καί παραπέμπει στόν Στάινερ γιά νά βοηθηθοῦμε.

Γιά νά μήν μακρυγοροῦμε ὅμως συνεχίζοντας τήν κατά κεφάλαιο ἐξέταση καλό θά εἶναι νά ἀναφέρουμε ἀκόμα χαρακτηριστικά καί δειγματοληπτικά τά ἐξῆς:

Στήν σελ.190 χρησιμοποιεῖ τόν Προφήτη Ἠλία γιά νά στηρίξει τή θέση ὅτι ὅλοι οἱ γκουροῦ, ἀκόμα καί οἱ μή αὐθεντικοί κάνουν καλό καί χρειάζονται.


Στήν 198 ἑρμηνεύει τήν Δευτέρα Παρουσία ὡς “ἀτομική πνευματική κατάσταση πού θά ἀναδυθεῖ ἀπό μόνη της σέ ἕνα ὁρισμένο σημεῖο κατά τήν ἐξελικτική ἄνοδο κάθε ψυχῆς. Εἶναι ἡ ἀνάσταση, ἄν θέλετε, μέσα σέ κάθε ἄνθρωπο, τῆς δικῆς του συνειδητότητας τοῦ Χριστοῦ”. Πάει λοιπόν καί ἡ Δευτέρα Παρουσία!

Στις σελ. 210-211 μιλᾶ γιά τά τσάκρας καί τήν κουνταλίνι καί τά συνδέει μέ τήν “ἐν πυρί” βάπτιση γιά τήν ὁποία μιλᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀλλά καί μέ τήν φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς.


Στήν219 γίνεται λόγος γιά τήν διδασκαλία πού πηγάζει ἀπό τό “Συμπαντικό Ὑποσεινήδητο”καί φιλτράρεται ἁπλῶς ἀπό τίς διάφορες κουλτοῦρες.

Στήν 234 καί πάλι ἡ Δευτέρα Παρουσία ἑρμηνεύται ὡς “ψυχοπνευματική κατάσταση”καί στηρίζεται στό λόγο τοῦ Χριστοῦ ὅτι η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται”ἐντός ἡμῶν”, στήν ἴδια σελίδα δέ , ἀλλά καί στήν ἑπόμενη, ὁ Χριστός ταυτίζεται μέ τούς μύστες πού ἁπλῶς ἐξέφρασαν τή “συμπαντική γνωση”, πού εἴδαμε προηγουμένως, στή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς.


Στήν 244 ὁ ἅγιος Μάμας ἑρμηνεύεται καί αὐτός ἀποκρυφιστικά καί ἐπιστρατεύεται στήν προσπάθεια ἀποκρυφιστικοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας.


Στήν 249 ὁ π. Παίσιος θεωρεῖται ὡς “δάσκαλος τῶν δασκάλων” καί ταυτίζεται ἡ Ἁγίότητα μέ τήν ἐπίτευξη θαυμάτων, ἐνῶ στίς δύο ἑπόμενες γίνεται ἐπίθεση στό ἄβατο τοῦ ἁγίου Ὄρους καί καταδικάζεται ἡ ὁπισθοδρομικότητα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.


Στίς σελ. 252-253 ταυτίζονται καί πάλι τά θαύματα καί οἱ ἐμπειρίες τῶν αγίων, καί μάλιστα τῶν ἁγιορειτῶν, μέ τούς σαμάνους καί τό Θιβέτ.


Στή 261 διαφημίζεται ὁ Ἔντγκαρ Κέισι.


Στή 317 τό τσάνελιγκ βαπτίζεται μέρος τῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἄγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς μέντιουμ τοῦ ἀποστόλου Παύλου.


Στήν 343 καί 344 χρησιμοποιεῖ καί πάλι τόν π. Παίσιο γιά νά στηρίξει τήν ἀγαπημένη του θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῶν πάντων, ἐνῶ στήν 349 τόν γέροντα Ἰωσήφ γιά νά στηρίξει τήν ἄποψη ὅτι οἱ τηλεμεταφορές, οἱ προγνώσεις καί τά ἐξωσωματικά ταξίδια ὑπάρχουν μέ διαφορετική ὀνομασία καί στήν Ὀρθοδοξία.


Στήν 396 ταυτίζεται ἡ θέωση μέ τήν ἐπίτευξη σταδίων συνειδητότητας καί τό ἄκτιστόν Φῶς μέ τό φῶς τοῦ “Ἀπολύτου Πνεύματος”.


Στις 408-409 συγκρίνεται ἡ παρουσία τῶν ἁγίων καί ἡ ἐμφανισή τους στούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους μέ τήν ἐμφάνιση UFO στούς ἀμερικανούς καί θεωροῦνται ἀμφότερα ὡς μηνύματα τοῦ Θεοῦ στήν γλῶσσα πού ὁ καθένας κατανοεῖ.


Στήν 411 ἑρμηνεύεται ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου ὡς ἐπιστροφή στό γίν καί τό γιάνγκ.


Στήν 414 κατηγορεῖται ὁ χριστιανισμός ὅτι κατήντησε σύστημα ἠθικῶν κανόνων, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ὁ Ναζωραῖος εἶναι “ἐνσάρκωση τοῦ παν-Συμπαντικοῦ Λόγου”. Στήν ἑπόμενη σελίδα οἱ θέσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τόν φωτισμο καί τήν θέωση ταυτίζονται μέ αὐτές τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν.


Τέλος ὁ συγγραφέας τελειώνει τό βιβλίο μέ τήν ἐπανάληψη τῆς κύριας θέσης του ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται παντοῦ καί ὅτι ἁπλῶς ὁ καθένας ὁδηγεῖ τήν θρησκεία πού τοῦ ταιριαζει στό κοινονικοπολιτιστικό ὑπόβαθρο καί τήν καταγωγή του.

Στό τελευταῖο αὐτό βιβλίο λοιπόν του Μαρκίδη γράφεται ὅ,τι καί στά προηγούμενα, ἁπλῶς μέ ἕναν πιό ξεκάθαρο τρόπο. Σκοπός τοῦ βιβλίου δέν εἶναι ἁπλῶς νά μᾶς μυήσει στή Νέα Ἐποχή, τόν πνευματισμό, τόν συγκρητισμό κλπ, ἀλλά νά μᾶς καταφέρει νά ἑρμηνεύσουμε τήν Ἐκκλησία ὡς διεπόμενη ἀπό τέτοιο πνεῦμα. Δέν θέλει ὁ Ἀντίχριστος, τοῦ ὁποίου τούς σκοπούς ἐξυπηρετεῖ ὁ συγγραφέας, εἴτε ἐκουσίως εἴτε ἀκουσίως, ὁ Θεός οἶδε, νά φύγουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀλλά ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τήν μεγάλη του ἐπιτυχία εἶναι νά παραμείνουμε σέ αὐτήν καί στήν οὐσία νά λατρεύουμε τόν διάβολο καί ὄχι τόν Θεό. Θέλει νά κάτσει στόν ἴδιο θρόνο καί νά προσκυνηθεῖ ἀπό τούς ἴδιους ἀνθρώπους. Θέλει νά μεταβάλει τήν ἀγάπη καί τήν πίστη πρός τόν Θεό σέ ἀγάπη καί πίστη πρός αὐτόν. Θέλει νά κηλιδώσει καί ἀπο ϊεροποιήσει ὅ,τι τό Ἱερό καί Ἅγιο.

Θά κλείσουμε τήν σύντομη αὐτή κριτική μέ τήν διαπίστωση ὅτι δυστυχῶς στίς μέρες μας λείπει τό κριτικό πνεῦμα ἀπό τούς πιστούς καί γι’ αὐτό εὔκολα έπικρατεῖ ἡ πλάνη. Βέβαια τό γεγονός αὐτό δεν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ τόσο ἁπλοικά ἀλλά ὀφείλεται σέ μια σειρά παραγόντων, ὅπως ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τά μυστήρια πού καθαίρουν καί φωτίζουν τό νοῦ, ἡ ὑπερηφάνειά μας, πού μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἄλλα ἀναγνώσματα πιό ὑψηλά, ὅπως πιστεύουμε, ἀπό τήν Γραφή καί τούς Πατέρες, ἡ ἀνάγκη πού μᾶς ὁδηγεῖ ὁ ἐγωισμός για πρωτοτυπία κλπ. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ὁ Ἀντίχριστος δουλεύει καλά καί ἐμεῖς συνεχῶς τοῦ δίνουμε χῶρο.

Τέλος ὀφείλουμε, με πολύ σεβασμό γιά μιά ἀκόμη φορά νά ζητήσουμε τήν γνώμη τοῦ Μητροπολίτου Λεμεσοῦ γιά τα τρία αὐτά βιβλία καθώς ἡ ἀγάπη καί οἱ ἐμπιστοσύνη που τρέφουν οἱ πιστοί στήν Ἑλλάδα ἀλλά καί σέ ὅλο τόν κόσμο πρός τό πρόσωπό του εἶναι μεγάλη καί αὐτό ὁδηγεῖ πρός τό παρόν αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν νά πέφτουν θύματα τοῦ Μαρκίδη. Πρέπει ὁ Σεβασμιώτατος νά κατανοήσει ὅτι ἡ γνώμη του βαραίνει εἴτε ὑπέρ, ὅσο δέν διατυπώνεται ἀντίθεση, εἴτε κατά τῶν πλανῶν τοῦ συγγραφέα καί προκαλεῖ ἐρωτηματικά τό πῶς θά ἦταν δυνατόν ἔνας τόσο ἔξυπνος, παραδοσιακός καί διακριτικός γέροντας νά δίνει, ὅπως ὁ συγγραφέας ὑποστηρίζει, τόσο εὔκολα τήν ἄδεια σέ ἕναν τόσο μπερδεμένο περί τήν πίστη, σέ ἕναν ἄνθρωπο μέ ἀποκρυφιστικές ἰδέες νά κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων (σελ. 303 τοῦ τρίτου βιβλίου). Γεννᾶ πολλά ἐρωτηματικά ἡ εὔνοια που ὑποτίθεται ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος ἔδειξε στόν συγγραφέα. Ζητοῦμε λοιπόν τή γνώμη του Σεβασμιωτάτου, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐκμεταλλεύεται ὁ συγγραφέας γιά νά γκουρουοποιήσει τήν Ἐκκλησία καί τήν πίστη. Ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἀποδοχή πού ἔχει το βιβλίο ἀνάμεσα στούς πιστούς ὁδηγεῖ στήν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου ὅτι θά ἔρθει καιρός πού ναί μέν οἱ ἐκκλησίες θά γεμίζουν ἀλλά ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποίοι ἀντί νά προσεύχονται θά διαλογίζονται. ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ!



[1] Σελιδοδείκτης μρποστινοῦ ἐξωφύλλου.

[2] Σημείωμα τοῦ συγγραφέα σελ. 13

[3] σελ. 20,135,140

[4] σελ. 23,82

[5] σελ. 25, 26,44,296

[6] σελ. 38,70,84,96.102,129, 157,162,165,166,179,180,181,196,224,236,240,310,336

[7] σελ. 95,96,98,99, 160,173,197,218,300,306,378

[8] σελ. 69,94,107

[9] σελ. 147,187,326

[10] 20,151,179,244,248,268

[11] 201,292,299

[12] 218

[13] σελ. 20

http://www.alopsis.gr/alopsis/Markidhs.htm

Διακρίνουμε ότι στα πλαίσια του θρησκευτικού συγκριτισμού του Οικουμενισμού τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο διαφορετικά πράγματα τα οποία όμως εκφράζονται με την ίδια ορολογία.
Η φώτιση, η κενότητα της Ορθοδοξίας τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τη φώτιση και τη κενότητα του Βουδισμού με τα οποία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση! Άλλα παραδείγματα είναι η Αγία Τριάδα της Ορθοδοξίας τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με την Ινδουϊστική τριάδα, ο Προσωπικός Θεός των Χριστιανών στο ίδιο επίπεδο με το απρόσωπο θείο της Θεοσοφίας, η προσευχή με το διαλογισμό,  η θετική σκέψη να θεωρείται ισοδύναμη της θρησκευτικής πίστης, η απελευθέρωση από το πάθος της φιλαυτίας να θεωρείται ισοδύναμη με τον εκμηδενισμό του ανθρωπίνου προσώπου, κ.α.


Περί Εξομολογήσεως





Μερικές σκέψεις... 

Ο Οικουμενισμός έχει στόχο τον άνθρωπο και τα χρηστά ήθη ενώ η Ορθοδοξία τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό ο οποίος είναι η Αλήθεια. Η αλήθεια της Πίστεως δηλαδή δεν είναι μια ιδεολογία ή επινόηση κάποιου αλλά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.


Ο πυρήνας της παναιρέσεως του Οικουμενισμού είναι ότι το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται και εκτός Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με αυτή τη παραδοχή θεωρούμε ως ψεύτη τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που διακήρυξε ότι μόνο μέσω Αυτού πηγαίνουμε στον Θεό όπως επίσης και τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη που έγραψε ότι όποιος δεν παραμείνει στη διδαχή του Χριστού δεν έχει τον Θεό. Η Ορθή Πίστη εξομοιώνεται με τις διάφορες αιρέσεις και τις θρησκείες του κόσμου και συναντιέται με τη Νέα Εποχή που διδάσκει την ύπαρξη πίστης σε κάποια ανώτερη δύναμη και όχι την ορθή πίστη στον Θεάνθρωπο Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Με την αποδοχή ότι το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται και εκτός Ορθής Πίστης, στην ουσία δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ορθής πίστης και αίρεσης ή πλάνης! Επομένως θεωρούμε ότι πλανήθηκαν όλοι οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες των Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων διότι σύμφωνα με το συλλογισμό μας, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν ότι και οι αιρέσεις οδηγούσαν στον Θεό! Παράλληλα θεωρούμε ότι ματαίως μαρτύρησαν οι Άγιοι Μάρτυρες για την Πίστη του Χριστού την Αγία αφού δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ορθής πίστης και πλάνης!
Με άλλα λόγια απορρίπτουμε την Ορθοδοξία που στη θεωρία είναι Αλήθεια και στη πράξη Θυσία και αγκαλιάζουμε τον Οικουμενισμό που στη θεωρία είναι αγάπη αλλά στη πράξη μίσος γιατί μας χωρίζει από τον Θεό και μας ενώνει με τον Διάβολο.

Στα πλαίσια μάλιστα του διαθρησκειακού Οικουμενισμού, θεωρώντας ότι το Άγιο Πνεύμα υπάρχει στις διάφορες θρησκείες απορρίπτουμε την Πεντηκοστή (αφού ήδη είχαμε το Άγιο Πνεύμα) καθώς και την ενσάρκωση, τη σταύρωση και την ανάσταση του Κυρίου, που μας απελευθέρωσε από τα δεσμά της αμαρτίας και του Διαβόλου, απορρίπτουμε δηλαδή ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας (αφού και πριν την ενσάρκωση του Κυρίου είχαμε το Άγιο Πνεύμα και μπορούσαμε να ενωνόμαστε με τον Θεό και να φθάνουμε στο Φωτισμό και στη Θέωση!).
Ο Οικουμενισμός δεν στοχεύει στη μεταβολή των δογμάτων εκτός ίσως από την αποδοχή του Πρωτείου του Πάπα της Ρώμης ως "πρωτείο διακονίας" αλλά επιβάλλει τη κοινή λατρεία ετεροθρήσκων, τη συμπροσευχή, τη μυστηριακή κοινωνία. Ο Οικουμενισμός δεν ενοχλείται από τις αντιοικουμενιστικές φωνές τις οποίες αποκαλεί φονταμενταλιστές ή συντηρητικούς ή ακόμη και οπισθοδρομικούς διότι πρεσβεύει την ποικιλομορφία των απόψεων. Εκείνο όμως που δεν αντέχει είναι η διακοπή του μνημοσύνου του Επισκόπου γιατί αυτή φαίνεται ως αμφισβήτηση της εξουσίας που έχει ο Επίσκοπος και παρουσιάζει στο λαό ότι δεν ισχύει το Οικουμενιστικό δόγμα ότι όλοι στον ίδιο Θεό πιστεύουν, ότι και η παραμικρή διαφοροποίηση του Ευαγγελίου ή της Παραδόσεως δογματικού χαρακτήρα ή η συμπροσευχή με ετεροδόξους μας χωρίζει από τον Θεό. Αντιοικουμενιστικές φωνές που ακούγονται κατά καιρούς από Επισκόπους ηρεμούν τον λαό ότι υπάρχουν και κάποιοι που αγωνίζονται κατά του Οικουμενισμού αλλά στη πραγματικότητα δεν γίνεται απομάκρυνση από την αίρεση ούτε ξεχωρίζουν οι Ορθόδοξοι από τους Οικουμενιστές.
Στη παράταση της ισχύουσας κατάστασης συντελούν και ισχυρισμοί όπως ότι πρέπει η αποτείχιση να γίνει συντεταγμένη με τρεις τουλάχιστον στρατηγούς - Επισκόπους.

Πραγματικά θα ήταν ότι το καλύτερο να γινόταν η αποτείχιση με πρώτους τους Επισκόπους, τους μοναχούς και τους πρεσβυτέρους αλλά όταν αυτό δεν συμβαίνει από το να παραμείνει κανείς σε κοινωνία με τον Οικουμενισμό και για να σώσει την εαυτού ψυχή πρέπει να απομακρυνθεί από την αίρεση ώστε να διαφυλάξει το σώμα του που καλείται να είναι ναός του Θεού, αμέτοχο από την αίρεση που είναι πνευματική πορνεία και να προσέχει να λαμβάνει τα Μυστήρια από καθαρές πηγές, δηλαδή από ορθοδόξους ιερείς που δεν έχουν κοινωνία με τον Οικουμενισμό.
Ειδικά για τους μοναχούς, η διαφύλαξη της Ορθής Πίστεως και Παραδόσεως είναι το πρωταρχικό καθήκον για το οποίο πρέπει να θυσιάζονται όλα τα άλλα.
Σε καιρό αιρέσεως το ζητούμενο είναι για τον κάθε άνθρωπο να διαφυλάξει αμέτοχο της αιρετικής κοινωνίας έναν μόνο ναό, το σώμα του.

Διαδεδομένη πλάνη είναι η αντίληψη ότι παραμένει κάποιος στην Εκκλησία επειδή είναι ενταγμένος σε κάποιο εκκλησιαστικό σχήμα (Σύνοδος - Επίσκοποι - Ιερείς) ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει κοινωνία με αίρεση ενώ θα έπρεπε να θεωρείται η ένταξη στην Εκκλησία με την αποδοχή της Αληθείας και της μη ύπαρξης αιρετικής κοινωνίας. Άλλη πλάνη είναι η αντίληψη ότι γίνεται κάποιος αιρετικός από τη στιγμή που καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο ενώ η κοινωνία της αιρέσεως πραγματοποιείται με τη δημόσια και εκκλησιαστική δήλωση της αίρεσης και με την εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς. Αυτοί μάλιστα που κοινωνούν με αιρετικούς είναι αιρετικοί παρόλο που μπορεί να έχουν ορθό φρόνημα.
Το Μυστήριο μολύνεται από την αίρεση (ή ίσως ορθότερα εμείς μολυνόμαστε από την αίρεση μέσω του Μυστηρίου) με τη μνημόνευση αιρετικού Επισκόπου παρόλο που ο ιερέας που μνημονεύει μπορεί να έχει ορθόδοξο φρόνημα.
Η πορεία της αποτειχίσεως του παλαιού ημερολογίου είναι ένας άλλος αποτρεπτικός λόγος για εκείνους που θέλουν να αποτειχιστούν από τον Οικουμενισμό αλλά δεν γνωρίζουν σε ποια παράταξη του παλαιού ημερολογίου να ενταχθούν εάν πρέπει να ενταχθούν κάπου.
Ίσως το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι πιστοί χριστιανοί είναι να αποτειχιστούν από τους Οικουμενιστές και να συναντηθούν με τους παλαιοημερολογίτες στη διακοπή της μνημονεύσεως Επισκόπου μακριά από παρατάξεις και Συνόδους του παλαιού ημερολογίου. 
Αν προκύψουν αποτειχισμένοι Επίσκοποι να μην προχωρήσουν στη δημιουργία παράλληλης Συνόδου ή στη χειροτονία Επισκόπων μέχρι να πραγματοποιηθεί νόμιμη εκκλησιαστική απομάκρυνση των αιρετικών Επισκόπων.
Η αιρετική κοινωνία όπως και η μαγεία μας ενώνουν με τον Διάβολο, ο οποίος είναι πραγματικό πρόσωπο και η ύπαρξή του είναι ανεξάρτητη από τις πεποιθήσεις μας. 
Το θρησκευτικό αίσθημα κάθε ανθρώπου είναι σεβαστό αλλά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι με τη μαγεία και την αίρεση ενωνόμαστε με τον Διάβολο ανεξάρτητα από τι πιστεύουμε. 

Στον αποκρυφισμό πιστεύουν σε λευκή και μαύρη μαγεία όπως επίσης και στη θεουργία που θεωρείται πιο λευκή από τη λευκή μαγεία κατά την οποία ο θεουργός συνεργάζεται με τον Θεό και εξουσιάζει τα δαιμόνια. Όμως το θέμα είναι αν έτσι συμβαίνει στη πραγματικότητα ή αν πλανάται από τον Διάβολο ο οποίος θέλει να τον καταστρέψει επειδή και μόνο υπάρχει! 
Ο Οικουμενισμός με την ενοποίηση των θρησκειών προετοιμάζει το έδαφος για τον Αντίχριστο διότι ο άνομος θα παρουσιαστεί ως ο Μεσσίας των Ιουδαίων, ο Ιμάμ Μαχντί των Μουσουλμάνων, ο 5ος Βούδας των Βουδιστών, ο Παγκόσμιος Εκπαιδευτής Κύριος Μάϊτρεγια και γενικά ο θεός τον οποίο περιμένουν όλοι. Δεν αποκλείεται όμως η Νέα Παγκόσμια Θρησκεία της Νέας Εποχής να προκύψει και ως αποτέλεσμα σύγκρουσης του Οικουμενισμού με την αθεΐα ενώ πραγματοποιείται η εωσφορική μύηση των μαζών με την εξοικείωση των ανθρώπων με τις θεωρίες και τις πρακτικές του αποκρυφισμού. 
Η πικρή αλήθεια είναι ότι αν οι Χριστιανοί είχαμε αληθινή αγάπη μεταξύ μας δεν θα μπορούσε να σταθεί η ψεύτικη αγάπη των Οικουμενιστών που προάγει τη παγκοσμιοποίηση σε πνευματικό επίπεδο. Παρατηρείται μάλιστα το εξής φαινόμενο: Ενώ στα πλαίσια του Οικουμενισμού ενώνονται όλες οι αιρέσεις και οι θρησκείες - πλάνες με τις οποίες ο Διάβολος πλανούσε τους ανθρώπους, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί παραμένουν χωρισμένοι σε παλαιό και νέο ημερολόγιο, με τους κληρικούς του νέου ημερολογίου να μην τολμούν να έρθουν σε ρήξη με τους Οικουμενιστές και με τους κληρικούς του παλαιού ημερολογίου να κρύβουν τα δικά τους λάθη όπως η αναγωγή του ημερολογίου σε θέμα Πίστεως και το σχηματισμό Συνόδων παράλληλων στην υπάρχουσα Σύνοδο πίσω από τα λάθη των κληρικών του νέου ημερολογίου.
Τελικά όπως φαίνεται ούτε οι μεν του νέου ημερολογίου αλλά ούτε και οι δε του παλαιού θέλουν να απομακρυνθούν από τις θέσεις που κατέχουν λόγω του διωγμού της Πίστεως.
Οι πιστοί Χριστιανοί πάλι, δεν θέλουν να νιώσουν λίγο το διωγμό της Πίστεως με το να πρέπει να αναζητήσουν καθαρές πηγές Μυστηρίων δίχως κοινωνία με Οικουμενισμό και δίχως σχίσματα αλλά επιδιώκουν τη συμμετοχή στα Μυστήρια αν και υπάρχει κοινωνία με τον Οικουμενισμό ή απευθύνονται σε κάποια παράταξη του παλαιού ημερολογίου.
Σε τελική ανάλυση όμως ας απαντήσει ο καθένας μας προσωπικά εάν με την συχνή συμμετοχή του στα Μυστήρια όλα αυτά τα χρόνια έγινε καλύτερος ή όχι.
Θα ήταν καλύτερα αν όπως αναζητούσαμε τα Μυστήρια για να ωφεληθούμε πνευματικά να αναζητούσαμε το διωγμό για χάρη της Πίστεως όπως και να προσπαθήσουμε να αγαπήσουμε αληθινά τους άλλους. Στα συναξάρια των Αγίων διαβάζουμε για αγίους που ήταν ανυπόμονοι για να μαρτυρήσουν. Άραγε εμείς έχουμε το ίδιο φρόνημα;
Ας θυμόμαστε ότι τιμή αγίου είναι η μίμηση αγίου.

Οι στα λόγια αντιοικουμενιστές ενώ καυτηριάζουν τον οικουμενισμό και τις κινήσεις των οικουμενιστών επισκόπων και πατριαρχών αποφεύγουν να διωχθούν με το να έρθουν σε ρήξη με τους αιρετικούς και να ξεχωρίσουν έτσι οι ορθόδοξοι από τους αιρετικούς.
Αυτή η πρακτική είναι πολύ επικίνδυνη διότι εφησυχάζει τους συνειδητούς χριστιανούς που θέλουν να απομακρυνθούν από την αίρεση με συνέπεια και την αιρετική κοινωνία να συνεχίζουν και να νομίζουν ότι αγωνίζονται για την Πίστη με τη συγκέντρωση υπογραφών στην ομολογία πίστεως κατά του Οικουμενισμού δίχως να έχουν το στοιχείο που αποδεικνύει τον αγώνα εναντίον της αιρέσεως. 

Και αυτό το στοιχείο είναι ο διωγμός. Η αίρεση δεν αντιμετωπίζεται με προσευχές (ενώ συνεχίζεται η αιρετική εκκλησιαστική επικοινωνία), δεν αντιμετωπίζεται με υπακοή στον αιρετικό επίσκοπο αλλά αντιμετωπίζεται με ομολογία η οποία επιφέρει διωγμό και μαρτύριο. Αντίθετα η συμπόρευση με τον αιρετικό επίσκοπο παγιώνει την αίρεση εξοικειώνοντας τους χριστιανούς με τη παραβίαση των Ιερών Κανόνων. Η προδοσία της Πίστεως που γίνεται με τους Διαλόγους και με τις συμπροσευχές - συλλειτουργίες δεν είναι ορισμένα παραπτώματα των επισκόπων και των πατριαρχών ή παρασπονδίες για πολιτικούς λόγους, αλλά μεθοδευμένες κινήσεις θεολογικής και ψυχολογικής προετοιμασίας του λαού να δεχθεί τον Οικουμενισμό σαν Ορθοδοξία. 
Η ομολογία της Πίστεως και μία - δύο νουθεσίες στους αιρετικούς είναι επιβεβλημένες αλλά απαγορεύεται ο Διάλογος με τους αιρετικούς σε θέματα Πίστεως.
Και αυτό γιατί η Ορθοδοξία δεν τίθεται σε διάλογο με την αίρεση και μάλιστα με ίσους όρους όπως γίνεται στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Η Πίστη δεν διαπραγματεύεται όχι επειδή οι Ορθόδοξοι είναι φονταμενταλιστές ή οπισθοδρωμικοί ή απλώς εγωϊστές αλλά επειδή όποιος δεν παραμένει στη διδαχή του Χριστού δεν έχει τον Θεό.
Εντωμεταξύ στους Διαλόγους το ζητούμενο δεν είναι η ομολογία ή η εύρεση της Αλήθειας αλλά η εστίαση στα σημεία συμφωνίας και όχι διαφωνίες ανάμεσα στις θρησκείες (δογματικός μινιμαλισμός). Και αυτό γιατί ο Οικουμενισμός χρησιμοποιείται ως όχημα πνευματικής ομογενοποίησης των λαών προκειμένου να υιοθετήσουν την επερχόμενη Παγκόσμια Κυβέρνηση της Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Για τον ίδιο λόγο και η Νέα Εποχή μέσω της ψυχαγωγίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ή προγραμματισμού) πέτυχε την εωσφορική μύηση των λαών ή την εξοικείωσή τους με τη βία, το τρόμο, το σεξ και τη μαγεία.
Στη πραγματικότητα ούτε επί ίσοις όροις δεν γίνεται ο διάλογος διότι ο μεν Πάπας θεωρεί ότι η ορθοδοξία υπολείπεται της Αληθείας, οι δε Ινδουϊστές - Βουδιστές θεωρούν τους Ορθοδόξους ότι είναι σε χαμηλότερο επίπεδο εξέλιξης.
Αυτό που ζητούσε ο Θεός από τους χριστιανούς προηγούμενων εποχών, αυτό ζητάει και από εμάς σήμερα. Οι αντιοικουμενιστές στα λόγια υποστηρίζουν λόγου χάρη ότι η μνημόνευση επισκόπου που κάνουν είναι προσευχή στον Θεό να τον έχει καλά και να του δίνει φώτιση ενώ η μνημόνευση του επισκόπου εκφράζει την υποταγή στον επίσκοπο. 



Όστις μνημονεύει τον πάπαν, ή κοινωνήσοι τω μνημονεύοντι, ή συμβουλεύσοι ή παραινέσοι, ηγήσομαι και τούτον οίον ή αγία και μεγάλη σύνοδος η εν Κωνσταντινουπόλει, ή το λατινικόν εξετάσασα δόγμα, και τους αυτό φρονήσαντας καθελούσα τότε, τον Βέκκον δηλονότι και τους ομόφρονας. Ουδέ νομίζω εγώ μικρόν τι το του πάπα ή τινος επισκόπου μνημόσυνον, αλλά η πνευματική των ομοδόξων κοινωνία και η τελεία υποταγή προς τους γνησίους ποιμένας, η διά του μνημοσύνου εστίν' αι δε σύνοδοι και οι άλλοι διορίζονται, ότι ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτων και από της κοινωνίας χρη φεύγειν και τα άλλα όμοια, όσα γινώσκετε, ότι διορίζονται. Υπέρ πάντα δε Κύριος ημών "Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσι", φησίν, "αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν". Μήτε γένοιτό μοι, ίνα ποιήσω την εκκλησίαν μου την αγία μητέρα των ορθοδόξων αιρετικήν, δεχόμενος το του πάπα μνημόσυνον, έως αν ο πάπας εκείνα ομολογή, και πιστεύη, δι' άτινα εκ της ημετέρας εκκλησίας ου προσεδέχοντο. Ει τις γαρ ομολογήσει εκείνον νυν ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας, ομολογεί τους εαυτού προγόνους είναι αιρετικούς!!! Η γνώμη μου τοίνυν τοιαύτη και ην αεί και εσται' και έσομαι αεί προς τον πάπαν και τους κοινωνούντας αυτώ οπωσούν ακοινώνητος, ως και οι πατέρες ημών, ων την ευσέβειαν καν πρέπον εστί μιμείσθε ημάς επειδή την αγιωσύνην αυτών και την σοφία ουκ έχομεν. 
Από τα αντιλατινικά κείμενα του Οσιωτάτου εν Μοναχοίς Γενναδίου Σχολαρίου και Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. 


Φεύγετε και υμείς, αδελφοί, την προς τους ακοινωνήτους κοινωνίαν και το μνημόσυνο των αμνημονεύτων. Ιδού εγώ Μάρκος ο αμαρτωλός λέγω υμίν, ότι, ο μνημονεύων του Πάπα ως ορθοδόξου αρχιερέως, ένοχος εστί πάντα τα των Λατίνων εκπληρώσαι μέχρι και αυτής της κουράς των γενείων και ο Λατινόφρων μετά των Λατίνων κριθήσετε και ως παραβάτης της πίστεως λογισθήσεται. 
Αγίου Μάρκου του Ευγενικού P.G.160,1097-1100A. 

Η μνημόνευση του επισκόπου είναι το κριτήριο για το αν το Μυστήριο παρέχει αγιασμό ή κόλαση στους μετέχοντες με τρόπο ώστε να μολύνεται με τη μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου. Αιρετικός δεν είναι μόνο αυτός που κηρύττει δημόσια και εκκλησιαστικά μια αίρεση αλλά και αυτός που έχει εκκλησιαστική επικοινωνία με αιρετικούς.


Το γαρ κοινωνείν παρά αιρετικού ή προφανούς διαβεβλημένου κατά τον βίον, αλλοτριοί Θεού, και προσοικειοί τω διαβόλω. Σκέψαι ουν, ω μακαρία, ώτινι τρόπω των ειρημένων είη σου ο σκοπός, και κατ' αυτό πρόσιθι τοις μυστηρίοις. Γνωστόν δε πάσιν ότι νυν αίρεσις εν τη καθ' ημάς Εκκλησία κατακρατούσα των Μοιχιανών εστί. Φείσαι τοίνυν της τιμίας σου ψυχής μετά των αδελφών και της κεφαλής. Έφης δε μοι, ότι δέδοικας ειπείν τω πρεσβυτέρω σου, μη αναφέρειν τον αιρεσιάρχην. Και τι περί τούτου ειπείν σοι το παρόν, ου καθορώ, πλην ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν, κάν ορθόδοξος είη ο αναφέρων. 
Επιστολή 553 Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου Προς την σπαθαρέαν, ης το όνομα Μαχαρά, Φατούρος σελίδα 846, στίχος 16, P.G.99,1668C.


Οι μεν τέλεον περί την πίστιν εναυάγησαν, οι δε ει και τοις λογισμοίς ου κατεποντίσθησαν, όμως τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται. 
Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου P.G.99,1164 A. 


Από τη στιγμή που ο επίσκοπος που μνημονεύεται είναι ορθόδοξος και δεν έχει εκκλησιαστική επικοινωνία με αιρετικούς, τότε αν το Μυστήριο παρέχει αγιασμό ή κόλαση εξαρτάται από τη προαίρεση και τον πνευματικό αγώνα του πιστού με τρόπο ώστε ο ανάξιος ιερέας να κολάζεται και ο αγωνιζόμενος πιστός που μεταλαμβάνει από τον ανάξιο ιερέα να αγιάζεται ανάλογα με τη προαίρεση και τον αγώνα του. Σύμφωνα με τον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη όμως, όχι μόνο η μετάληψη από αιρετικό ιερέα μας ενώνει με τον Διάβολο αλλά και η μετάληψη από ιερέα ο οποίος είναι δημόσια διαβεβλημένος. Πρέπει να επισημάνουμε ότι το Μυστήριο μολύνεται με τη μνημόνευση αιρετικού επισκόπου ακόμα και όταν ο ιερέας που μνημονεύει είναι καθόλα ορθόδοξος. Την αλληλοδιαδοχή της ιεροσύνης δεν μπορούμε να την εξετάσουμε και αν το επιδιώξουμε μπορεί να φθάσουμε στο σημείο να απομακρυνθούμε εκκλησιαστικά από όλους γιατί κανείς δεν θα βρίσκεται άξιος, την μνημόνευση όμως και το φρόνημα του επισκόπου μπορούμε και πρέπει να τα εξετάζουμε
Αιρετικός δεν γίνεται κάποιος όταν καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο αλλά από τη στιγμή ακόμη που εκφράζει δημόσια και εκκλησιαστικά τη παρανομία.
Αυτοί που είναι στα λόγια αντιοικουμενιστές υποστηρίζουν ότι αποφεύγουν τη διακοπή της μνημονεύσεως όχι επειδή φοβούνται τη καθαίρεση αλλά για να μην σχηματίσει ο λαός λανθασμένη εικόνα για αυτούς ή επειδή περιμένουν να συγκεντρωθούν πολλοί πιστοί ενημερωμένοι για τον οικουμενισμό ή επειδή αγωνίζονται για την ανατροπή της αιρέσεως όντας μέσα στην Εκκλησία, και με αυτό εννοούν όντας ενταγμένοι σε εκκλησιαστικό σχηματισμό που περιλαμβάνει Σύνοδο - Επίσκοπο- Ιερείς κλπ. Όμως η έκπτωση από την Εκκλησία είναι η έκπτωση από την Αλήθεια και ως εκ τούτου βρίσκονται εκτός Εκκλησίας με το να έχουν εκκλησιαστική επικοινωνία με αιρετικούς παρόλο που μπορεί να έχουν ορθόδοξο φρόνημα. 



Πρόφαση εν αμαρτία είναι ο ισχυρισμός συνειδητών χριστιανών που αντιδρούν στον Οικουμενισμό αλλά δεν διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον αιρετικό Επίσκοπο τους λέγοντας ότι "δεν φεύγουν από την Εκκλησία" ενώ ακριβώς λόγω της αιρετικής κοινωνίας βγαίνουν από την Εκκλησία! 

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης παρέμεινε 20 μήνες φυλακισμένος μέσα στην μητρόπολη της Σμύρνης. Και φυσικά δεν θα υπάρξει άνθρωπος, λογικά σκεπτόμενος, που θα ισχυρισθεί ότι επικοινωνούσε εκκλησιαστικά με τον εικονομάχο μητροπολίτη της Σμύρνης, ο οποίος μάλιστα για αυτόν τον λόγο τον κρατούσε φυλακισμένο. Ας έλθουν λοιπόν οι Οικουμενιστές της σημερινής εποχής και όλοι οι ορθολογιστές των Πανεπιστημίων να μας πουν ποιός ήταν εντός και ποιός εκτός Εκκλησίας. Ο εικονομάχος μητροπολίτης της Σμύρνης, ο οποίος είχε εκκλησιαστική επικοινωνία και αναγνώριση με όλα τα Πατριαρχεία, νομική κάλυψη και προστασία και αναγνώριση από το κράτος, χειροτονία κανονική και αποστολική διαδοχή, ή ο καθηρημένος και εξορισμένος ηγούμενος του Στουδίου, ο αφορισμένος και αναθεματισμένος από τη Σύνοδο, ο μη αναγνωρίζων τη σάπια εκκλησιαστική εξουσία αλλά θεωρών ανεπίσκοπον και πεπτωκυίαν την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως; Ας μας πουν όλοι οι αυτοί οι μεγάλοι νόες αν υπάρχει Εκκλησία χωρίς Επίσκοπο και σε ποια Εκκλησία ανήκε τους είκοσι αυτούς μήνες ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. 
Ας μας ερμηνεύσουν επίσης τι σημαίνει η θέση των αγίων, ότι η Εκκλησία ορίζεται μεταξύ τριών ορθοδόξων, καθώς επίσης και το πως και από ποιούς ορίζονται αυτοί οι Ορθόδοξοι. 
Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι αυτομάτως λυμένα σε όσους αποδέχονται ότι η αλήθεια είναι το κριτήριο εισόδου και εξόδου από την Εκκλησία, καθώς επίσης το να μην ακολουθώ και να μην αναγνωρίζω αιρετικό επίσκοπο. 
Ιερομονάχου Ευθυμίου Τρικαμηνά Ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σελίδες 219-220 
εκδόσεις Ορθοδοξία ISBN 960-86601-0-6



Αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι Ορθόδοξος αλλά δεν υπακούει στους Ιερούς Κανόνες είναι κατά το ήμισυ "ορθόδοξος", δηλαδή λειψός και ελαττωματικός. 





Monday, September 7, 2009

Χρυσόστομος Σμύρνης: Εθνομάρτυς ναι - όχι Ιερομάρτυς

«ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΝΑΙ –ΟΧΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ
Του π. Ευθυμίου Τρικαμινά

Έχουν περάσει δέκα επτά χρόνια από τότε που η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν εισηγήσεως του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου, κατέταξε μεταξύ των αγίων τον Εθνομάρτυρα Χρυσόστομο Καλαφάτη, Μητροπολίτη Σμύρνης.
Επειδή έχει αποφασισθή να εορτάζεται και να τιμάται ως άγιος κατά την Κυριακή του Σεπτεμβρίου προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι επίκαιρο να δημοσιευθούν κάποιες σκέψεις προς ενημέρωσι και περιφρούρησι του λαού του Θεού.
Αυτή η πράξις της εν λόγω αγιοποιήσεως εστιγμάτισε ανεπανόρθωτα τη Σύνοδο και έγινε αιτία και στον πλέον αδαή να καταλάβη περί το ποιόν και το επίπεδο της Συνόδου, το ότι δηλαδή κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και έχει ως σκοπό, όχι να προστατεύση και να υπερασπισθή την Ορθόδοξο Παράδοσι και το λαό του Θεού, αλλά να εξυπηρετήση τα σχέδια των εχθρών της Εκκλησίας. Και γινόμεθα συγκεκριμένοι διά να φανούμε ότι δεν φερόμεθα εμπαθώς και ότι δεν αδικούμε τα πράγματα.
1. Δεν συνέβη ποτέ στην Ορθόδοξο δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε τέτοια αγάπη και λατρεία για την πατρίδα, ώστε να θυσιάζη γι’ αυτήν τα πάντα και την πίστι στον Χριστό και την Αρχιερωσύνη του και τη ζωή του και την Εκκλησία και το ποίμνιό του. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
2. Δεν συνέβη ποτέ στην Ορθόδοξο δισχιλιετή Παράδοσι να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε τόσες αιρέσεις μέσα του και τόσο σκοτάδι πνευματικό, ο οποίος να συμβιβάζεται και να αναγνωρίζη ως Ορθοδόξους τους αιρετικούς, να καλή τους Προτεστάντες πάστορες να κάνουν κηρύγματα στον Μητροπολιτικό ναό της Σμύρνης, να θέτη στο ποίμνιό του ως πρότυπο σε όλα τους αιρετικούς της Δύσεως, να μην μπορείς να βρης στα κείμενά του κάτι ορθόδοξο (όλα είναι αιρετικά ή πατριωτικά ή κοσμικά), να συμπροσεύχεται και να κηρύττη σε αιρετικούς ναούς των Προτεσταντών, να ζητά με πάθος την ένωσι με τους Προτεστάντες, χωρίς αυτοί να διορθώσουν τίποτε και κοντολογίς να μην έχη τίποτε ορθόδοξο μέσα του.
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
3. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε ειδωλολατρικές και πανθεϊστικές αντιλήψεις, ο οποίος σε όλες του τις αναφορές έφερε σαν παράδειγμα τους αρχαίους Έλληνες και ποτέ τους αγίους και ο οποίος προέβαλε πάντοτε το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα και ποτέ το ορθόδοξο χριστιανικό. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
4. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είναι κατηγορημένος ως Μασόνος, όχι μόνο από αναφορές των Μασόνων αλλά και από τους στενούς του συνεργάτες στην Μητρόπολι και από όλα του τα πιστεύω και τις αντιλήψεις του, τα οποία ταιριάζουν απολύτως με αυτά των Μασόνων. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης έχει και εδώ τη μοναδικότητα στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
5. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος ήτο πολέμιος του μοναχισμού, απεχθάνετο την ασκητική του πλευρά και προέβαλε το κάλλος του σώματος κατά τα πρότυπα των αρχαίων Ελλήνων. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
6. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος αγωνιζόταν με πάθος για τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας κατά τα δυτικά πρότυπα, υπέβαλε γι’ αυτόν τον σκοπό προγράμματα στο Πατριαρχείο στα οποία απαιτούσε να συντομευθούν οι ακολουθίες, να καταργηθούν οι εκκλησιαστικές αργίες, να καταργηθούν οι νηστείες, να προσαρμοσθή η Εκκλησία και να ακολουθή τα πορίσματα της επιστήμης, να γίνη αναθεώρησις και ανακάθαρσις των εκκλησιαστικών βιβλίων, της εκκλησιαστικής μουσικής και αγιογραφίας, να καταργηθή το ράσο των κληρικών, να σπουδάζουν οι θεολόγοι προς πληρέστερο καταρτισμό στην Ευρώπη και γενικώς να μη μείνη τίποτε όρθιο στη θέσι του μέσα στην Εκκλησία.
7. Δεν συνέβη ποτέ στα δεδομένα της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος ενώ ήτο Μητροπολίτης μονίμως οπλοφορούσε και μάλιστα εχειρίζετο άριστα το πιστόλι και με τα δύο χέρια και έφερε παράδειγμα προς μίμησι τον εαυτό του διά την εκπαίδευσι στα όπλα και κοντολογίς ήτο ένας άριστος «κάου-μπόϊ και πιστολέρο», ή ένα άλλο είδος επαναστάτου τύπου Τσε Γκεβάρα. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.
8. Δεν συνέβη, ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος και μετά από αυτήν την αγιοποίησι και επί δέκα επτά συνεχή χρόνια, να κατατίθενται μηνυτήριες αναφορές στη Σύνοδο με αδιάσειστα στοιχεία για το ποιόν του «αγίου», να γίνονται δημοσιεύσεις, όπως η παρούσα, να γίνονται διαμαρτυρίες, να γράφονται βιβλία εναντίον του «αγίου», να γίνονται εκδηλώσεις από τους Μασόνους και να τον παρουσιάζουν ως τον «άγιο τέκτονα» με την επιπλέον μόνιμη αναφορά των Μασόνων ότι «δεν θα έφθανε στην αγιότητα ο Χρυσόστομος Σμύρνης αν δεν ήτο Τέκτων», να προσκαλούμε τέλος τους αγιοποιήσαντας αυτόν Επισκόπους σε δημόσιο διάλογο και αυτοί να αντιμετωπίζουν την όλη υπόθεσι με τη ανευθυνότητα και την απάθεια ενός νεκρού, στον οποίο υποβάλλονται αυτές οι διαμαρτυρίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο της αντιμετωπίσεως αποδεικνύουν περίτρανα οι Επίσκοποι ότι ο μόνος ανελεύθερος, αντιδημοκρατικός και δικτατορικός τόπος είναι αυτός της Εκκλησίας, στον οποίο οι ολίγοι κατευθυνόμενοι προεστώτες επιβάλλουν τις απόψεις των στους πολλούς, αδιαφορώντας για την αλήθεια και πειθαρχώντας στις αρχές της Ν. Εποχής.
Αυτά γράφονται προς γνώσι του λαού του Θεού, ώστε όπου ευρίσκονται και βλέπουν τέτοιες φιέστες, οι οποίες προβάλλουν ως άγιο τον Χρυσόστομο Σμύρνης να διαμαρτύρονται και με κάθε τρόπο να υπερασπίζονται την Ορθόδοξο Παράδοσι, η οποία ισοπεδώνεται και μασονοποιείται στο φωτοστέφανο του Χρυσοστόμου Σμύρνης».
7 Σεπτεμβρίου 2009
Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς

Επιστολή π. Ευθυμίου Τρικαμηνά προς τη Σύνοδο περί Χρυσοστόμου Σμύρνης
http://thriskeftika.blogspot.com/2010/01/blog-post_7658.html

ΕΠΙΣΤΟΛΗ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ - ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΡΙ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ





Εἶναι νάγκη νὰ δημοσιευθουν  ο παροσες σκέψεις, ξ ατίας τς πικειμένης ορτς, τν ποίαθέσπισαν πρόσφατα ο πίσκοποι, το Χρυσοστόμου Σμύρνης κα τν πολοίπων πεσόντων στὴν Μικρασιατικ καταστροφή.  λόγος εναι τι μ τ πανηγύρια κα τς φιέστες προσπαθον κάθε χρόνο ο δεσποτάδες νὰ πιβάλλουν στὸν λα ατν τν παράνομη γιοποίησι κα μ τ πέρασμα τοχρόνου νὰ θεωρηθ τ γεγονς τετελεσμένο κα μάλιστα τι  Χρυσόστομος Σμύρνης ναγνωρίστηκες γιος μ τν συγκατάθεσι το λαο.
 Δὲν θ πῆρχε κανένα πρόβλημα ν  Χρυσόστομος Σμύρνης τιμτο, πως συνέβαινε μέχρι πρότινος, μόνο ς θνομάρτυς. Διότι ες  ατν τν περίπτωσι τ μόνο ποὺ ξετάζεται εναι προσφορ στὴν πατρίδα κα  θυσία δι’ ατήν, τ ποα ντως πῆρχαν στὸν Χρυσόστομο Σμύρνης ες μέγιστο βαθμό. π τν στιγμ μως ποὺ θέλησαν ο πίσκοποι, πακούοντας προφανς στὴν Μασονία, νὰ τν κατατάξουν στὸ γιολόγιο τς κκλησίας, τ πράγματα εναι τελείως διαφορετικά. Διότι δῶ πρέπει νὰ ξετασθ ν  γιοποίησις ατ συνδει μ λη τν ρθόδοξο διαχρονικΠαράδοσι. ν δηλαδή, γιὰ νὰ μιλήσουμε πι συγκεκριμένα,  Χρυσόστομος Σμύρνης εχε ρθόδοξο πίστι κα φρόνημα  διακατείχετο καί διεκήρυττε προκάλυπτα αρέσεις, ν εχε σχέσεις μ σκοτεινς δυνάμεις (Μασονία), ν εχε κοσμικ φρόνημα, ν εχε εδωλολατρικς κα πανθεϊστικς ντιλήψεις κλπ. κόμη πρέπει νὰ ξετασθῆ ν τ μαρτύριό του γινε ποκλειστικς κα μόνο γιὰ τν πίστι στὸν Χριστ  γινε γιὰ πατριωτικος  λλους λόγους, ν  Θες δειξε μ κάποιο σημεο (θαμα) τνγιότητα το προσώπου ατο, κα ν  λας εχε συνειδητοποιήσει τν γιότητα ατή, ν σ ζοσε κα μετ θάνατο.
  ρθόδοξος λοιπν Παράδοσις παιτε, προκειμένου νὰ καταγραφῆ κάποιος στὰ συναξάρια τς κκλησίας κα νὰ τιμται ς γιος, νὰ μν πληροῖ μόνο κάποιους π τος προαναφερθένταςρους, λλ λους. Δηλαδ ν κα ἕναν ὅρο δὲν πληροῖ δὲν καταγράφεται στὰ συναξάρια ς γιος.  Τπαράδοξο λοιπν κα συγχρόνως πρωτάκουστο κα πρωτοφανς δι τν στορία τς κκλησίας εναι,τι  Χρυσόστομος Σμύρνης γιοποιήθηκε χωρς νὰ πληρο οτε ναν π τος προαναφερθένταςρους. Κα τ τονίζουμε ατό, ΟΥΤΕ ΕΝΑ. κε δηλαδή ποὺ κα νας ρος νὰ λείπη δὲν γιοποιεῖται κάποιος, δῶ γιοποιήθηκε χοντας λα τ ντίθετα (κουσούρια), θ λέγαμε ες πεσμα τνρθοδόξων, ες ξευτελισμ τς ρθοδόξου Παραδόσεως, ες δόξα τς παντοδυνάμου Μασονίας, εςπόδειξι τς συμπορεύσεως τς κκλησίας μ τν Νέα ποχή, τν Μασονία κα τν ντίχριστο, κα εςπαλήθευσι τς κατ τ σχατα χρόνια ττας τν γίων, σύμφωνα μ τν προφητεία το Δανιλ (Δαν. 7,25).  γιοι δῶ ννοονται ο κατ τ σχατα χρόνια ληθινο ρθόδοξοι, στοὺς ποίους πλέον θπιβληθον ς γιοι ο Μασόνοι, ο Οκουμενιστές, ο χλιαρο κα διάφοροι περ τν πίστι καεδωλολάτρες κατ τν ντίληψι, ο κσυγχρονιστς κα μοντέρνοι, δυτικομανες κα δυτικόπληκτοι κα κοντολογς νεοεποχίτες γιοι, πο τ πιστεύω τους ταιριάζουν μ λους κα μ λα.
 πειδ  στὴν ντιπαράθεσί μου γιὰ τν ν λόγ γιοποίησι το Χρυσοστόμου Σμύρνης,πάρχουν κα κάποιοι κληρικοί, ο ποοι θέλοντας νὰ κάνουν τυφλ πακο στους προϊσταμένους των κα προφανς γιὰ νὰ χουν τν ενοια των ς πρς τν περαιτέρ σταδιοδρομία των, γράφουν κατ καιρος περασπιζόμενοι τν γιότητά του, θέλω νὰ τος ποβάλω κάποιες συγκεκριμένεςρωτήσεις, σχετικ μ τν γιοποίησι ατή, διότι  γιότης κάποιου κρίνεται μ βσι τν ρθοδοξο διαχρονικ Παράδοσι κα δὲν στηρίζεται σ συναισθηματισμος  μοιρολόγια, οτε σ δικτατορικςποφάσεις κάποιας Συνόδου κα σ διαστροφ τς ληθείας.  ρωτ λοιπν τ ξς:
 1. Διατ μέχρι σήμερα δὲν δέχθηκαν καμμία συζήτησι π το θέματος (δημόσιο διαλογο, δημόσια νατροπ τν πιχειρημάτων μας, διαφάνεια π το θέματος κλπ), τν στιγμ κατ τνποία κάθε φορ τος τ προτείνουμε καλοπροαίρετα, γιὰ νὰ φαν  λήθεια;  Εναι γνωστ τος πσι τι εναι εκολο νὰ μιλε κανες χωρς ντίλογο κα μάλιστα στηριζόμενος στὴν ξουσία καδυσκολο ταν πάρχει ντίλογος π νθρώπους μάλιστα ποὺ χουν σχοληθε μ τ θέμα. Ατ κυνικ διαφορία γιὰ διαφάνεια κα δημόσιο διάλογο εναι γνώρισμα τν λοκληρωτικν καθεστώτων, τς Μασονίας κα τν Μαρτύρων το εχωβ κα χι τς ρθοδοξίας,  ποία πάντοτε ταυτίζεται μ τν λήθεια.
 2. πάρχει στὸ ρθοδοξο γιολόγιο λλη περίπτωσις (στω κα μία) γίου,  ποος νομάζεται «θνοϊερομάρτυρας», δηλαδ πατριωτικς γιος   Χρυσόστομος Σμύρνης εναι  μοναδικς κα ρα δὲν ταιριάζει μ κανένα γιο;
 3. πάρχει στὸ ρθόδοξο γιολόγιο λλη περίπτωσις γίου,  ποος μέχρι τ τέλος τς ζως τουτο μπλεκόμενος σ σκοτεινς δυνάμεις (Μασονία)  κα ἐδῶ  Χρυσόστομος Σμύρνης εναι μοναδικός;
 4. πάρχει στὸ ρθόδοξο γιολόγιο λλη περίπτωσις γίου,  ποος χι πλς εχε κάποια αρετικ φρονήματα, λλ κυριολεκτικς δὲν εχε κανένα ρθόδοξο, σ σημεο (εναι λυπηρό) ποὺ νὰ μν μπορε κανες νὰ διακρίνη τί πίστευε κα ποον Θε προσκυνοσε;
 5. πάρχει τέλος, γιὰ νὰ μν μακρηγορομε, στὸ ρθόδοξο γιολόγιο λλη περίπτωσις γίου, ποος εχε εδωλολατρικς κα πανθεϊστικς ντιλήψεις, κοσμικ φρόνημα, δυτικ πρότυπα γιὰ τν «κσυγχρονισμ»  τς κκλησίας, ντιμοναχικς δέες,  γιος  ποος λάτρευε τν πατρίδα σβαθμ παραλογισμο, θυσίαζε τν ρχιερωσύνη του χάριν ατς, πετάσσετο χάριν τς πατρίδος στὰ πολιτικ κόμματα κα θεοποιοσε τος σχυρος τς γς  τέλος διέστρεφε τς προφητεες τς γ. Γραφς καί τς προσάρμοζε στὰ στρατιωτικ γεγονότα τς ποχς του;
 ν, ο περασπιστς τς γιοποιήσεως βροῦν στω κα κάποια π ατ τ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τν προσωπικότητα το Χρυσοστόμου Σμύρνης νὰ πάρχουν κα σ λλους γίους, μες θ σταματήσουμε τν δημόσιο λεγχο, χι φυσικ γιατ  Χρυσόστομος Σμύρνης εναι γιος, ατεναι λίου φαεινότερο, λλ διότι ατο πο τν γιοποίησαν πλανήθηκαν ς νθρωποι. ν μως δὲν βρεθε οτε νας γιος τς ρθοδοξίας ποὺ νὰ χη ατ τ κουσούρια, τότε σημαίνει φ’ νς μντι  Χρυσόστομος Σμύρνης δὲν ταιριάζει στὸ ρθόδοξο γιολόγιο, λλ μλλον στὸ Παπικ (κεγιοποιοῦνται μ τν βούλα το Πάπα κόμη κα ο δολοφόνοι λοκλήρου λαο), φ’ τέρου δ τι ογιοποιήσαντες ατν πίσκοποι κα ο κολουθοντες ατος χουν δη χαράξει λλη πορεία καγωνίζονται νὰ δηγήσουν ες ατν κα τν λαό.
 Κλείνοντάς τὶς παροσες σκέψεις κα εχαριστώντας γιὰ τν φιλοξενία των, σας ναφέρω τχαρακτηριστικ λόγια το σίου Θεοδώρου το Στουδίτου, τ ποα δύνανται νὰ καθοδηγήσουν πτο θέματος κάθε καλοπροαίρετο νθρωπο.
 «Οδες γιος τόν τοῦ Θεο νόμον παραβέβηκεν, οδ παραβς δύνασθαι καλεσθαι γιος» (P.G. 99,1048 B).

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ




Χρυσόστομος Σμύρνης ΑΓΙΟΣ υπό ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ;
Σημάτης Παναγιώτης, θεολόγος
Είναι σίγουρο, πως ένα μεγάλο μέρος ορθοδόξων πιστών, αλλά και μερικοί θεολόγοι και ιερείς, θα μείνουν έκπληκτοι, αν ακούσουν ότι η Ιερά Σύνοδος πριν δυο δεκαετίες αναγνώρισε ως άγιο, κάποιον για την αγιότητα του οποίου υπήρχαν …αμφιβολίες, αφού ήταν μεν εθνομάρτυς και Επίσκοπος, αλλά είχε κατηγορηθεί ως μασόνος και Οικουμενιστής. Και το εκπληκτικότερο, ο εισηγητής της αγιοποήσεώς του και ο γράψας την ασματική ακολουθία του, γνωρίζουν και διατυπώνουν τον δισταγμό που υπήρχε και τις αμφιβολίες αυτές!
Μήπως και αυτό το θέμα, πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρότερα, γιατί, αν τελικά τα στοιχεία αυτά είναι αληθινά, τότε πλέον αποδεικνύεται ότι ακολουθούμε στο θέμα της αγιοποιήσεως, ατραπούς παρόμοιους με εκείνους των Παπικών. Ας μας διαφωτίσουν επί τούτου οι ειδήμονες, γιατί δεν πρέπει να αποδεχτούμε πρακτικές ξένες προς την Παράδοσή μας ως προς τον τρόπο αγιοποίησης, και έτσι να επιτρέψουμε να εισχωρήσει η αμφιβολία για τους αγίους μας.
Παραθέτω δυό μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο του π. Ευθύμιου Τρικαμηνά «Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης, Αναίρεση της παρανόμου αγιοποιήσεώς του…» και ένα επίκαιρο κείμενο του συγγραφέα που εστάλη χθες προς δημοσίευση, αφού έχει αποφασισθεί να εορτάζεται ως άγιος προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Α) «Ασματική Ακολουθία Χρυσοστόμου Σμύρνης», υπό Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου Βαλληνδρά (στο Πρόλογο): «Ανέθεσεν η Ιερά Σύνοδος εις ημάς την σχετικήν εισήγησιν. Και ανεδέχθημεν ταύτην, παρά τας επιφυλάξεις τινών, ότι “ούπω καιρός”», παρά την έλλειψιν ιερών «λειψάνων» και «θαυμάτων συνδεομένων μετά του προσώπου του “αγίου”», που δεν υπάρχουν στην «προκειμένην περίπτωσιν εκτός συζητήσεως» (σελ. 247-248).
Β) Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος (ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών): «Σκιά ωστόσο στην αγιοκατάταξη του Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου έρριψεν η καταγγελία ότι ο μάρτυς Ιεράρχης υπήρξε μασόνος». Η φήμη αυτή όμως, «δεν έχει επιβεβαιωθή. Δεν είναι αρκετή η μαρτυρία των ιδίων των μασόνων ότι ο Ιεράρχης ήτο μέλος των… Εάν ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομον Σμύρνης από τις δέλτους των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσουμε κι εμείς να τον τιμώμεν ως άγιον»!... Όσοι έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν τον ισχυρισμόν τους περί της μασονικής ιδιότητος του αγίου… να τα θέσουν υπ’ όψιν της Εκκλησίας και να ζητήσουν την επανεξέταση της υποθέσεως»!!! (σελ. 267-271).
Είναι πράγματι εκπληκτικό: Εγνώριζαν οι εισηγητές Αρχιερείς, ο γράψας την ασματικήν ακολουθία του, ολόκληρη η «Σύνοδος, η οποία τον αγιοποίησε, ότι υπήρχαν κατηγορίες δια την μασονικήν του ιδιότητα» και παρά ταύτα τον αγιοποίησε, προκαλώντας εκ των υστέρων τους αμφιβάλλοντας να καταθέσουν τα στοιχεία που έχουν; Δεν έπρεπε εκ των προτέρων εξονυχιστικώς αυτά να ελεγχθούν, να περιμένουν το χρόνο και κυρίως το Θεό να «δείξει» περί της αγιότητος ή όχι του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης;



Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακήρυξε τον Χρυσόστομο Σμύρνης άγιο και εθνομάρτυρα. H μνήμη του «Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή» εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Σαράντος Καργάκος, “Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης, ο «Περίβλεπτος»”

Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς πώς γίνεται να είναι κανείς και ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας αφού ο ιερομάρτυρας θανατώνεται υπέρ Ορθοδόξου Πίστεως ΜΟΝΟ ενώ όσοι θανατώνονται υπέρ πατρίδος ή υπέρ πίστεως και πατρίδος είναι εθνομάρτυρες! Από τα κείμενα του Χρυσοστόμου τα οποία παρατίθονται στη συνέχεια μπορεί να καταλάβει κανείς τι πίστευε ο Χρυσόστομος και για ποιο λόγο θυσιάστηκε. Είναι βέβαια δικαίωμα καθενός να πιστεύει ότι θέλει, όμως προκειμένου να πείσει και τους άλλους πρέπει να καταθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και όχι να λέγει αριστολογίες. Είναι μέγα ολίσθημα εκείνων οι οποίοι αγιοποίησαν τον Χρυσόστομο Σμύρνης, το ότι παρέβλεψαν τα αιρετικά του φρονήματα, τις δε μασονικές κατηγορίες παρέκαμψαν επιτηδείως, διά του μαρτυρίου, εκλαμβανομένου τούτου ως βάπτισμα μετανοίας. Έτσι δημιούργησαν νέα κατηγορία αγίων, τους λεγόμενους εθνικούς αγίους. Ειδικά όμως τον Χρυσόστομο τον οραματίζονται οι οικουμενιστές να γίνει ο συνδετικός κρίκος διά την ποθητή των ένωση με τους αιρετικούς, με μόνο κριτήριο την αγάπη. Για αυτό τελευταία εμφανίστηκε και η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο Χρυσόστομος Σμύρνης ευλογούσε τους βασανιστές του κατά την κατακρεούργησή του. Οι δε μασόνοι θα τον προβάλλουν και αυτοί περισσότερο στο εξής, αφού θα έχουν κι αυτοί πλέον κάτι κοινό, το οποίο θα τους συνδέει με την Ορθοδοξία, “τον άγιο τέκτονα”!

Η Εγκύκλιος 2556 με αριθμό πρωτοκόλλου 2137 και ημερομηνία 5 Ιουλίου 1993 προς τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος κατατάσσει τον Χρυσόστομο Σμύρνης στους Αγίους καθώς και τους υπόλοιπους φονευθέντες στην Μικρασιατική καταστροφή.
Την Σύνοδο που κατέταξε στους Αγίους τον Εθνομάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης
την αποτελούσαν οι εξής Ιεράρχες:
+Ο Αθηνών Σεραφείμ, Πρόεδρος,
+Ο Μεγάρων και Σαλαμίνος Βαρθολομαίος,
+ο Δημητριάδος και Αλμυρού Χριστόδουλος,
+ο Χαλκίδος Χρυσόστομος,
+ο Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κλεόπας,
+ο Παροναξίας Αμβρόσιος,
+ο Νέας Σμύρνης Αγαθάγγελος,
+ο Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Χρυσόστομος,
+ο Καστοριάς Γρηγόριος,
+ο Κίτρους και Κατερίνης Αγαθόνικος,
+ο Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος Νικηφόρος,
+ο Μυτιλήνης Ερεσσού και Πλωμαρίου Ιάκωβος και
+ο Λήμνου Ιερόθεος.
Αρχιγραμματέας της Συνόδου ήταν ο Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Καρπαθάκης.

Στην Ορθοδοξία δεχόμαστε ότι τις αποφάσεις των Συνόδων τις εμπνέει το Άγιο Πνεύμα όταν οι Ιεράρχες που συμμετέχουν σε αυτές έχουν φτάσει όλοι στην Θέωση! Έτσι οι Αγίες και Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Τοπικές Σύνοδοι που έχουν κύρος Οικουμενικών Συνόδων διακρίνονται ακριβώς από το ότι όλοι οι Ιεράρχες που μετέχουν σε αυτές βρίσκονται στην Θέωση!

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ.κ. Χριστόδουλος είναι ο πρώτος και κύριος θεωρητικός και υπερασπιστής της αγιοποιήσεως του Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Η σκοπιμότητα αμνήστευσης των αιρέσεων που προβάλλει ο Οικουμενισμός γίνεται εύκολα αντιληπτή σε όποιον μελετήσει τη πορεία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου – και μάλιστα ούτε αυτός είχε διανοηθεί να παρουσιάσει τον Χρυσόστομο να ευλογεί τους δολοφόνους του!
Ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή την αναξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής όπως και των μεθοδεύσεων εμφανίσεως μαρτυριών εμφανίσεως και θαυμάτων του Χρυσοστόμου Σμύρνης – μετά την ανάδειξή του σε αγίου και όχι πρωτύτερα-
δεν απασχολεί τους υποστηρικτές της “αγιοποίησης” αυτής η εύρεση αποδείξεων μετάνοιας του Χρυσοστόμου και αποκηρύξεως των αιρετικών του θέσεων πριν το τέλος της ζωής του. Φτάνουν μάλιστα οι υποστηρικτές της αγιοποίησης του Χρυσοστόμου να τον παρομοιάζουν με τον ημών Κύριο Ιησού Χριστό ο οποίος συγχωρούσε τους σταυρωτές Του!!!

Όμως ο Χρυσόστομος Σμύρνης οπλοφορούσε και μάλιστα σε καιρό ειρήνης!
Κάποια μέρα στην Τριγλεία ο Χρυσόστομος έλαβε μέρος σε εκδρομή, με τις αδελφές και τους γαμβρούς του, σε πλησίον εξοχή. Σ' ερώτηση του γαμβρού του Φιλίππου Καβουνίδη, αν γνωρίζει να πυροβολεί, ο Χρυσόστομος ανασύρει από το ράσο του πιστόλι και του δίνει να πυροβολήσει πρώτος. Ο Καβουνίδης σημαδεύει αργά- αργά κι επιτυχαίνει το στόχο. Ο Χρυσόστομος όμως τον παρατηρεί:
- Όχι έτσι, η βολή πρέπει να είναι γρήγορη, σαν αστραπή. Ο Τούρκος δεν σε περιμένει....Να έτσι, κι αρπάζοντας το πιστόλι με το δεξί του χέρι σημαδεύει ταχύτατα το στόχο και σημειώνει λαμπρή επιτυχία. Αμέσως ξαναπαίρνει το πιστόλι, με το αριστερό του χέρι κι ασραπιαία χτυπά το στόχο με την ίδια επιτυχία.
  • Έτσι, λέει, πρέπει να μάθουν όλοι οι ραγιάδες να χειρίζωνται τα όπλα, αν θέλουν ν ' αποκτήσουν κάποτε τη λευτεριά.
Χρ Σολομωνίδη Χρυσόστομος Σμύρνης Τόμος Α σελίδα 64

Είναι λοιπόν κατανοητό από τον καθένα πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει για τα πνευματικά κάποιος επίσκοπος, ο οποίος κυκλοφορεί με γεμάτο όπλο κάτω από το ράσο σε κάποια εκδρομή, σε καιρό ειρήνης, ποια είναι τα κίνητρά του και πόση σχέση έχουν όλα αυτά με την αγιότητα!

Και ίσως το κυριότερο που πρέπει να μελετήσει κανείς είναι η καταπληκτική ομοιότητα της στάσεως του Χρυσοστόμου Σμύρνης με αυτή του Χριστοδούλου όσον αφορά τις αιρέσεις αλλά και τα έργα των εκείνων που ο μακαριστός Χριστόδουλος χειροτόνησε Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος!
Με την αγιοποίηση δηλαδή του Χρυσοστόμου Σμύρνης “αγιοποιόταν” η Οικουμενιστική αμνήστευση των αιρέσεων λόγω ... αγάπης!


Εισαγωγή του βιβλίου του Σαράντη Καργάκου “Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης ο Περίβλεπτος” την οποία έγραψε ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ.κ. Χριστόδουλος:

Σκιά ωστόσο στην αγιοκατάταξη του Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου έρριψεν η καταγγελία ότι ο μάρτυς Ιεράρχης υπήρξε μασόνος, μέλος της Στοάς “Ιωνία” Σμύρνης κατά τα έτη 1919-1922. Εκτενή απάντηση στην κατηγορία εδώσαμε και εμείς από των στηλών της “Εκκλ Αληθείας”(16-12-92) ισχυριζόμενοι, ότι, Και ο άγιος Σμύρνης Χρυσόστομος εμαρτύρησεν και αν ακόμη γίνει δεκτόν ότι όντως υπήρξε μασόνος ο άγιος- πράγμα που αμφισβητείται ζωηρώς-, το μαρτυρικό του τέλος λειτουργεί, κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας ως λουτρό βαπτίσματος. Στο Ορθόδοξο Αγιολόγιο έχουμε αναγνώριση ως αγίων ανθρώπων που εμαρτύρησαν υπέρ Χριστού, έστω και αν ήταν αβάπτιστοι, όχι μόνο υπέρ Πατρίδος αλλά και υπέρ Πίστεως. Όσοι γνωρίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ωδηγήθη στο μαρτύριο ο αοίδιμος είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι α) Ο Χρυσόστομος συγκέντρωνε τη μήνι των Τούρκων, επειδή ήτο ο πνευματικός ηγέτης των Ρωμηών, μια και ήσαν ανύπαρκτοι οι πολιτικοί ηγέτες. Για αυτό και πιστεύω πως, εάν ο Χρυσόστομος δεν ήτο Ιεράρχης, θα ήτι δυνατόν να μη σφαγιασθή.
β) Εάν ο Χρυσόστομος δεν ήτο Ιεράρχης αλλά πολιτικός ή έστω και εθνικός Ηγέτης των Ρωμηών, όταν όλοι οι άλλοι “ηγέτες” των Ελλήνων στη Σμύρνη εφρόντιζαν τα της διαφυγής και σωτηρίας των, θα ηκολούθει και αυτός, αντί να προκρίνει την παραμονή που ισοδυναμεί με παράδοση σε εκούσιο θάνατο. Αν με άλλα λόγια ο άγιος Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης ενδιεφέρετο μόνο για την Πατρίδα δεν θα ήτο κουτός να παραμείνει στη θέση του για να σφαγιασθή δωρεάν και άνευ λόγου, μια και η υπόθεση της Πατρίδος είχε πλέον χαθή. Έμεινεν όμως, διότι ήτο ο πνευματικός Ποιμενάρχης του λαού του και εθυσιάσθη, τολμώ να πω, πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος.
Η προσωπικότης εξάλλου του Χρυσοστόμου πρέπει να κριθή όχι από μεμονωμένα περιστατικά, αλλά από την εκτίμηση όλων συλλήβδην των στοιχείων που τη συνθέτουν. Παρακολουθώντας κανείς την από παιδικής ηλικίας πορείαν του διαπιστώνει ότι από βρέφους έλαβε την κλίση προς την ιερωσύνη, διό και ηκολούθησεν τον δρόμον της αφιερώσεως σπουδάσας στη Σχολή της Χάλκης και διεπρέψας ως ιεροκήρυξ και διδάσκαλος των ορθοδόξων δογμάτων. Υπήρξε και άρθρων πνευματικής οικοδομής, που τον καθιέρωσαν ως κατηχητή και διδάσκαλο της αληθείας. Το μαρτύριό του δεν υπήρξεν αποτέλεσμα τύχης. Το επεδίωξεν απ αρχής της ιερατικής του διακονίας ως λάτρης Χριστού και Ελλάδος. Δεν επρόδωσε την πίστη του ούτε την ετοποθέτησε σε δευτερεύοντα μοίρα. Υπήρξεν εκκλησιαστικός ανήρ που προσύχετο, που ησκείτο, που εδιώκετο, που εξωρίζετο, πάντοτε εξαιτίας της Πίστεώς του. Το φρόνημα του όμως υπήρξε πάντοτε ακμαίο, δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, δεν “εκότεψεν” εμπρός στις δυσκολίες, όπως έπρατταν και όλοι οι άγιοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, μικροί και μεγάλοι.
Στη Νέα Ιωνία μας έχομε χιλιάδες προσφύγων εκ Σμύρνης, που στα οικιακά των εικονοστάσια, δίπλα στις άλλες άγιες εικόνες έχουν τοποθετήσει τη φωτογραφία του Μητροπολίτου των στη Σμύρνη, του μακαριστού Χρυσοστόμου, προ της οποίας ανάβουν καντήλι και καίνε θυμίαμα. Ο λαός τον επίστευσεν εξ αρχής ως άγιο μάρτυρα και εξακολουθεί να τον πιστεύει. Για αυτό κι εμείς καθιερώσαμε τον τακτικό εκκλησιασμό της αγίας μνήμης αυτού και των συμμαρτύρων του από το 1992 ανελλιπώς με επίκεντρο τον Καθεδρικό ιερό ναό Ευαγγελιστρίας Ν Ιωνίας, όπου έχει φιλοτεχνηθή η ιερά εικών των μαρτύρων που λιτανεύεται μετά τη Θεία Λειτουργία κατά μήνα Σεπτέμβριο. Η καθιέρωση του εορτασμού αυτού που τελείται κατ έτος με τρόπο πανηγυρικό και με συμμετοχή χιλιάδων λαού πλαισιούμενος από παραδοσιακές εκδηλώσεις στον περίβολο του ναού, εκίνησε και πάλι τη μήνι μερικών ακραίων ορθοδόξων που είχαν την αξίωση, επειδή εκείνοι επίστευαν πως δεν είναι Άγιος ο Χρυσόστομος, ότι θα έπρεπε οι πάντες να πειθαρχήσουμε στη γνώμη τους.
Προς αυτούς απευθυνθήκαμε το 1994 (“Πληροφόρηση” Σεπτέμβριος 1994) και τους είπαμε με αγάπη ότι:
α) Τον Χρυσόστομο Σμύρνης ανεκήρυξεν άγιο η Εκκλησία διά της Ιεράς Συνόδου λαβούσα υπόψιν την Αγία βιοτή του, τις συνθήκες του μαρτυρικού του θανάτου, και την ουσιαστική αναγνώρισή του ως μάρτυρος παρά του μικρασιατικού κυρίως αλλά και του μητροπολιτικού ελληνικού λαού. Ανεγράφη μάλιστα ότι σε πολλά σπίτια της Ν Ιωνίας Βόλου και Αθηνών, όπου κατοικούν Σμυρναίοι πρόσφυγες, η φωτογραφία του μητροπολίτου Χρυσοστόμου ήτο και εξακολουθεί να είναι τοποθετημένη μαζί με τα εικονίσματα.
β) Η περί μασονικής ιδιότητος του αειμνήστου Ιεράρχου είδηση ήλθε προσφάτως στο φως με διάφορα δημοσιεύματα. Όμως εδόθη από αρμοδίους παράγοντες η δέουσα απάντηση, ότι δηλαδή πρόκειται περί αδεσπότου φήμης, η οποία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Δεν είναι δε αρκετή η μαρτυρία των ιδίων των μασόνων ότι ο Ιεράρχης ήτο μέλος των, διότι τούτο έχει πολλάκις λεχθή για πολλούς και έχει αποδεχθή αναληθές.
γ) Εγράφη επίσης ότι και αν ακόμη είναι αληθής η τοιαύτη είδηση, θα πρέπει να ληφθούν υπ΄όψιν τα εξής: αα) ότι η μασονία μόλις το 1933 κατεδικάσθη από την Εκκλησία μας ως χωριστή θρησκεία ασυμβίβαστη με τον Χριστιανισμό και επομένως διευκρινίσθη ότι είναι ασυμβίβαστες οι ιδιότητες του χριστιανού και του μασόνου και
ββ) ότι το μαρτύριο του αίματος αποπλύνει κάθε αμαρτία.
δ) Είναι ασεβής και αντιεκκλησιαστική η αξίωση των διαφωνούντων να παύσομε να εορτάζομε τον Σμύρνης Χρυσόστομο ως άγιον, όταν η Εκκλησία η ιδία συνεχίζει να τον θεωρεί άγιο. Εάν ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομο Σμύρνης από τις δέλτους των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσουμε και εμείς να τον τιμώμεν ως άγιον.
Πριν συμβή αυτό, κανείς δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, να συμπεριφέρεται δηλ αυστηρότερα από όσο συμπεριφέρεται η Εκκλησία.
ε) Όσοι έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό τους περί της μασονικής ιδιότητος του αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, αντί να επιτίθενται εναντίον εκείνων που είναι πιστοί στην Εκκλησία, τιμούν τη μνήμη του, είναι προτιμότερο να τα θέσουν υπόψιν της Εκκλησίας και να ζητήσουν την επανεξέταση της υποθέσεως υπό το φως των νεώτερων στοιχείων.
Εμείς εξακολουθούμεν, όσον καιρό θα ισχύει η απόφαση της Εκκλησίας, να τιμώμεν ως Άγιον τον Χρυσόστομον και να ζητούμεν τις προς Κύριον ικεσίες του εις ουδέν λογιζόμενοι τις αντιδράσεις και κυρίως τις υποδείξεις ότι αντί της Εκκλησίας πρέπει να υπακούομε μάλλον στους υποδεικνύοντες την αλλαγήν της στάσεώς μας. Άλλωστε όλη η Εκκλησία μας, κλήρος δηλ και λαός, δεν φαίνεται να συμμερίζεται, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τις επιφυλάξεις που διατυπώνουν οι διαφωνούντες, τους οποίους και αντιπαρέρχεται χωρίς να υπολογίζει. (Σελίδες 14,15)

Εδώ ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος παραδέχεται ότι γνώριζε η Σύνοδος, η οποία τον αγιοποίησε, ότι υπήρχαν οι κατηγορίες για την μασονική του ιδιότητα. Επίσης δεν ήλεγξε αυτή τη κατηγορία, δεν εξέτασε τα στοιχεία τα οποία υπήρχαν, δεν αποκάθαρε με ένα λόγο τη μνήμη του από τη κατηγορία των μασόνων οι οποίοι τον διεκδικούσαν ως μέλος τους. Απλώς ισχυρίστηκε ότι το μαρτύριο λειτουργεί ως βάπτισμα και καθαρίζει από κάθε αμαρτία αυτόν ο οποίος μαρτυρεί.
Η Σύνοδος δείχνει αδικαιολόγητη και επικίνδυνη άγνοια, διά το ποιούς αγιοποιεί και ποια η δικαιοδοσία της στην επικύρωσι των αγίων! Ο Θεός αναδεικνύει τους αγίους χορηγώντας την αγιαστική Χάρη Του, σε εκείνους, οι οποίοι έχουν αγαθή προαίρεση και αγάπησαν εξ όλης της καρδίας των τον Θεό, θυσιάζοντας τα πάντα χάριν Αυτού. Η Εκκλησία επικυρώνει την υπάρχουσα αγιότητα, διά την ασφάλεια του λαού, διά την καταγραφή στα λειτουργικά βιβλία, συναξάρια και μηναία της Εκκλησίας, διά την υποταγή της στο θέλημα του Θεού ως προς τους αγίους, διά την Ορθόδοξο Παράδοση, η οποία διαφυλάσσεται κατ'εξοχήν από τους αγίους και διά την παρουσίαση του υπάρχοντος αγίου ως πρότυπο προς μίμηση διά τη σωτηρία του λαού.
Δεν κατενόησε, ούτε διενοήθη η ανακηρύξασα Σύνοδος τον Χρυσόστομο Σμύρνης ως άγιο, ότι ούτε όταν κάποιος είναι άγιος και δεν ανακηρυχθεί από τη Σύνοδο χάνει την αγιότητά του, ούτε πάλιν όταν δεν είναι άγιος και τον ανακηρύξει αυτή ως άγιο, προσλαμβάνει τρόπον τινά από τον Θεό αγιότητα και γίνεται αυτομάτως άγιος.
Η Σύνοδος όμως όταν δικακηρύττει την αγιότητα κάπου πρέπει να έχει εμπειρία της αγιότητας του και όχι να ψάχνει να την βρει ή να κατευθύνεται τυφλά από κάποιες εισηγήσεις ή το χειρότερο από σκοτεινούς κύκλους.
Το χειρότερο όμως από όλα, το οποίο όντως καταρρακώνει το κύρος και τις αποφάσεις της Συνόδου αυτής είναι ο ισχυρισμός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κ.κ. Χριστοδούλου ότι:

Εάν ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομον Σμύρνης από τις δέλτους των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσουμε κι εμείς να τον τιμώμεν ως άγιον. Πριν συμβεί αυτό, κανείς δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, να συμπεριφέρεται δηλαδή αυστηρότερα από όσο συμπεριφέρεται η Εκκλησία.

Εδώ δυστυχώς ο μακαριστός ταυτίζει κατά τρόπο Παπικό την Εκκλησία με την Σύνοδο και το χειρότερο καταβιβάζει την Εκκλησία στο επίπεδο των συλλόγων των ποδοσφαιρικών ομάδων, οι οποίοι γράφουν και διαγράφουν σύμφωνα με τις διαμορφούμενες αντιλήψεις κάποιους από τα κατάστοιχά τους. Δείχνει ότι δεν ορθοτομεί μετά βεβαιότητος τον λόγο της αληθείας αλλά άγεται και φέρεται από “διδόμενες πληροφορίες”. Η Σύνοδος αυτή έχει το πνεύμα της Δύσεως, στην οποία Δύση τα μέλη των λεγόμενων “εκκλησιών” γράφονται και διαγράφονται από την “εκκλησία” ανάλογα με τις επιθυμίες των. Αυτό σύμφωνα με τα λεγόμενα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κ.κ. Χριστοδούλου είναι δυνατό να γίνει και στο πολύ λεπτό θέμα των Αγίων. Δεν μας είπε όμως ο Αρχιεπίσκοπος, αν κάποτε συμβεί αυτό και αποφασίσει η Εκκλησία να διαγράψει σύμφωνα με τις διδόμενες πληροφορίες τον Χρυσόστομο Σμύρνης από το αγιολόγιό της, οι προσευχές οι οποίες μέχρι τότε θα έχουν γίνει προς αυτόν, οι μετάνοιες και οι παρακλήσεις, οι εικόνες και τα φωτοστέφανα, σε ποιόν θα είχαν προσφερθεί από τον αφελή λαό;
Και αν σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πίστη υπάρχει μολυσμός σε όποιον στη Θεία Λειτουργία μνημονεύσει αιρετικό τόσο που να χάνει την Ορθοδοξία του ακόμη και αν είναι Ορθόδοξος αυτός που μνημονεύει σύμφωνα με τα λόγια του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου “Μολυσμόν έχει η κοινωνία εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν, καν ορθόδοξος είη ο αναφέρων”(P.G. 99,1669Α) πόσο πιο σοβαρό είναι να μνημονεύεται ένας που δεν είναι άγιος ή ακόμη χειρότερα ήταν αιρετικός, μαζί με τους Αγίους από τους οποίους ζητούμε να μεσιτεύουν για τη σωτηρία μας;
Επιπροσθέτως, τότε άραγε που θα αποφασίσει η Σύνοδος ότι ο Χρυσόστομος δεν είναι άγιος θα χάσει την αγιότητά του και αυτομάτως από τον Θεό, οπότε θα ξαναρχίσουν πάλι οι αφελείς αρχιερείς τα μνημόσυνα και τις δεήσεις υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του Χρυσοστόμου Σμύρνης; Και ποια σοβαρότητα και εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κανείς σε μία τέτοια Σύνοδο, η οποία πλανά το λαό και έχει τόση παχυλή άγνοια της Ορθοδόξου Παραδόσεως;
Ας έλθουμε όμως και στα επόμενα επιχειρήματα του πρώην Αρχιεπισκόπου. Λέγει λοιπόν σχετικά με την κατηγορία για την μασονική ιδιότητα του Χρυσοστόμου:

και αν ακόμη γίνει δεκτόν ότι όντως υπήρξε μασόνος ο άγιος – πράγμα που αμφισβητείται ζωηρώς- το μαρτυρικό του τέλος λειτουργεί, κατά την παράδοση της Εκκλησίας ως λουτρό βαπτίσματος. Στο ορθόδοξο Αγιολόγιο έχουμε αναγνώριση ως αγίων ανθρώπων που εμαρτύρησαν υπέρ Χριστού, έστω και αν ήσαν αβάπτιστοι.
(Σελ 14).

Όντως έχουμε πολλούς αγίους μάρτυρες οι οποίοι ομολόγησαν πίστη στον Ιησού Χριστό και θανατώθηκαν όντες αβάπτιστοι, η δε Εκκλησία δέχεται ως βάπτισμα τον μαρτυρικό τους θάνατο και ως λουτρό καθάρσεως το ίδιο το αίμα τους με το οποίο επορφυρώθησαν. Τέτοιοι είναι πχ ο άγιος Αγλάϊος ο δεσμοφύλαξ ο συναριθμηθείς με τους αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρες εν Σεβαστεία, οι ρήτορες οι διά της Αγίας Αικατερίνης πιστεύσαντες, πάμπολλοι δεσμοφύλακες και στρατιώτες οι οποίοι βλέποντας την ανδρεία των μαρτύρων πίστευαν στον Χριστό και μαρτυρούσαν ομολογούντες αυτή την πίστη. Όλοι αυτοί ήταν αδύνατο την ώρα εκείνη να βαπτιστούν και η Εκκλησία τους δέχθηκε ως βαπτισμένους λόγω της εις Χριστόν ομολογίας και τελειώσεώς των. Στη περίπτωση όμως των αγίων δυσμυρίων μαρτύρων των εν Νικομηδεία καέντων και του Επισκόπου Ανθίμου διαβάζουμε στο συναξάρι της ημέρας την 28η Δεκεμβρίου ότι ο Επίσκοπος βάπτισε τους κατηχούμενους επειγόντως μολονότι σε λίγη ώρα θα ακολουθούσε το μαρτύριο.
Η Εκκλησία δέχεται το μαρτύριο ως βάπτισμα κατ οικονομίαν εφόσον δεν μπορεί αυτό να τελεστεί λόγω της θανατώσεως του μάρτυρος και εφόσον αυτός ομολογεί την ορθόδοξο πίστη, χάριν της οποίας θυσιάζεται.
Τι συμβαίνει όμως στη περίπτωση κατά την οποία είναι κάποιος αιρετικός ή είναι βαπτισμένος; Στην περίπτωση μεν του αιρετικού η Εκκλησία δεν δέχεται το μαρτύριό του, ούτε τον ίδιο ως μάρτυρα της πίστεως, λόγω ακριβώς της πλάνης και της διαστροφής της πίστεως για την οποία μαρτύρησε. Η Ορθόδοξη Πίστη είναι η βάση και το θεμέλιο στο οποίο οικοδομούνται τα πάντα διά την σωτηρία των ανθρώπων.
Άνευ Ορθοδόξου Πίστεως είναι απρόσδεκτα και δαιμονικά και οι προσευχές και οι νηστείες και οι ελεημοσύνες και οι αρετές και το μαρτύριο και ανώφελα προς σωτηρία. Αυτό λέγει καθαρά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφράζοντας το φρόνημα της Εκκλησίας ως εξής:
Και γαρ ασελγείας απάσης η των αιρετικών σωφροσύνη χείρων εστίν...Πώς ουν παρθένος ή της πίστεως αποστάσα, η τοις πλάνοις προσέχουσα και τοις δαίμοσι πειθομένη και τιμώσα το ψεύδος;
Είναι αναγκαίο να αναφέρουμε ότι κατά την χρονική περίοδο κατά την οποία μαρτύρησε ο Άγιος Πολύκαρπος στη Σμύρνη, ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΙΩΝΟΣ (Μαρκιωνιστών) και του ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΥΤΩΝ ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΥ αν και βασανίσθησαν και ερρίφθησαν κι αυτοί στην πυρά, επειδή ακριβώς ήταν αιρετικοί' δεν αγίασαν διότι δεν ομολόγησαν κατά το μαρτύριό τους την αλήθεια της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως.
(Εκκλησιαστική Ιστορία Ευσεβίου, ΕΠΕ 2, Δ 15,46 και Ε 16.21,22).

Ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος στο βιβλίο του “Η Αποκάλυψη εξηγημένη”(8η έκδοση σελίδα 128) μας λέει:
Το μαρτύριο είναι το μεγαλύτερο βραβείο και παράσημο. Όλα τα αμαρτήματα με αυτό σβήνονται, αφού και αβάπτιστοι γίνονται άγιοι, όταν μαρτυρήσουν. ΕΝΑ ΜΟΝΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΠΛΕΝΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ: ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ. Η Αποκάλυψη τα λέγει αυτά για όλους: “ο έχων ους ακουσάτω”.
Επομένως τα λέγει και για τον καθένα μας και ας τα ακούσουμε.
Στη περίπτωση του βαπτισμένου, η Εκκλησία εξετάζει εάν το μαρτύριο έγινε διά την πίστη και ομολογία στον Χριστό ή διά άλλους λόγους, έστω και καλούς και εάν ο βαπτισμένος και μαρτυρήσας είχε ορθόδοξο πίστη και φρόνημα, διότι αυτό είναι η βάση και το θεμέλιο όλων των προς σωτηρία αρετών.
Έτσι λοιπόν δεν είναι άγιοι της Εκκλησίας όσοι πέθαναν υπέρ πίστεως και πατρίδος, διότι ΔΕΝ ΗΤΟ Η ΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΙΣΤΙΣ ΤΟ ΜΟΝΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΔΙΑ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ. Ουδέποτε η Εκκλησία μέσα στην δισχιλιετή πορεία της εδέχθη έστω και ένα μάρτυρα ως άγιο της, ο οποίος να θυσιάστηκε υπέρ πίστεως και πατρίδος, ουδέποτε στις υμνολογίες της υμνήθηκαν οι υπέρ πατρίδος αγώνες κάποιου ή συνδυάστηκαν με τους αγώνες για την πίστη του. Ουδέποτε αγιοποίησε κάποιον δίχως να γνωρίζει διατί ακριβώς πέθανε, όπως απερίσκεπτα έκανε η Σύνοδος του 1992, ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΘΑΝΑΤΩΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ!!
Αν το μαρτύριο συγχωρεί όλες τις αμαρτίες, γιατί δεν συγχώρεσε την ανυπακοή του μοναχού παρόλο που μαρτύρησε για την πίστη, ώστε να μην βγαίνει το λείψανό του κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας στο νάρθηκα του ναού;
(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής 15η Οκτωβρίου σελίδα 358).

Και αν μια απλή ανυπακοή δεν ήτο δυνατόν να συγχωρεθεί διά του μαρτυρικού θανάτου, πόσο μάλλον είναι δυνατόν να συγχωρεθούν οι πλάνες και οι αιρετικές αποκλίσεις του Χρυσοστόμου;

Και αν ο μακαριστός Χριστόδουλος πίστευε αυτό το οποίο λέγει, ότι δηλαδή το μαρτύριο συγχωρεί τα πάντα και λογίζεται ως βάπτισμα και λουτρό καθάρσεως, γιατί προτρέπει τους χριστιανούς να καταθέσουν τα στοιχεία τα οποία έχουν περί μασονίας και αιρέσεως για τον Χρυσόστομο Καλαφάτη, για να τα εξετάσει η Σύνοδος, εφόσον το μαρτύριο τα καθάρισε όλα αυτά;

Ας έλθουμε όμως και στη συνέχεια των επιχειρημάτων του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου: Συνεχίζει λέγοντας:

Και ο άγιος Σμύρνης Χρυσόστομος εμαρτύρησε όχι μόνο υπέρ πατρίδος αλλά και υπέρ πίστεως, και λίγο πιο κάτω έμεινε όμως διότι ήταν πνευματικός ποιμενάρχης του λαού του και εθυσιάστηκε, τολμώ να πω, πρώτα υπέρ πίστεως και ύστερα υπέρ πατρίδος. (Σελ 15).

Στην έκφραση “όχι μόνο υπέρ πατρίδος αλλά και υπέρ πίστεως” δείχνει ότι αποδέχεται ότι βασικά και πρωτίστως ο Χρυσόστομος εμαρτύρησε υπέρ πατρίδος και κατά δεύτερο λόγο υπέρ πίστεως.
Στην έκφραση δε “τολμώ να πω, πρώτα υπέρ πίστεως και ύστερα υπέρ πατρίδος” δείχνει ότι λέγει κάτι τολμηρό, το οποίο είναι δύσκολο κανείς να πιστέψει.

Αυτοί που θυσιάζονται μόνο για την ορθή πίστη του Χριστού την αγία είναι Ιερομάρτυρες ενώ εκείνοι που θυσιάζονται για την πατρίδα ή υπέρ πίστεως και πατρίδος είναι εθνομάρτυρες.
Με άλλα λόγια η Σύνοδος εκφράζοντας ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης μαρτύρησε υπέρ πίστεως και πατρίδος αντιτίθεται στην απόφαση αγιοποίησεώς που εξέδωσε η ίδια αφού όσοι θυσιάζονται υπέρ πίστεως και πατρίδος είναι εθνομάρτυρες και ποτέ ιερομάρτυρες!!! Και μετά οι υποστηρίζοντες ρητορικά σοφίσματα λένε “έτσι αποφάσισε η Εκκλησία”!
Δηλαδή ταυτίζουν την Σύνοδο με την Εκκλησία και μάλιστα της αποδίδουν την Αγιοπνευματική καθοδήγηση η οποία υπάρχει στην Σύνοδο των Θεουμένων!!!
Την ίδια τακτική ακολουθούν και οι Οικουμενιστές Επίσκοποι οι οποίοι λένε το λόγο του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου ότι “όπου Επίσκοπος εκεί Εκκλησία” δίχως να τους προβληματίζει ότι αυτό ισχύει για τον Επίσκοπο που βρίσκεται στον Φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και πρέπει απαραίτητα να έχει την Ορθόδοξη Πίστη και καταλήγουν στο όποιος διαφωνεί με τον Επίσκοπο τίθεται εκτός “εκκλησίας”!

Αν ήταν άγιος ο Χρυσόστομος Σμύρνης από την ώρα του μαρτυρίου του (από πότε άλλωστε θα ήταν;), τότε γιατί οι Επίσκοποι τον μνημόνευαν για σωτηρία της ψυχής του μέχρι τη στιγμή που “αγιοποιήθηκε”;
Γιατί τον μνημόνευε για τη σωτηρία της ψυχής του ο Πρωτοσύγκελλός και στενός συνεργάτης του, τότε βοηθός επίσκοπος Τραλλέων, μετέπειτα Εφέσου, Φιλίππων και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Χρυσόστομος Χατζησταύρου, ο οποίος τον γνώριζε πολύ καλά και ήταν γνώστης του μαρτυρικού του τέλους;
Δεν ζητήθηκε από τον Χρυσόστομο Σμύρνης να αποδεχτεί τον μουσουλμανισμό και να απαρνηθεί την Ορθοδοξία (ώστε να μαρτυρήσει υπέρ πίστεως) ούτε έχουμε στοιχεία άρνησής των Οικουμενιστικών του πεποιθήσεων μέχρι το τέλος της ζωής του. Αντίθετα δολοφονήθηκε άγρια ως εχθρός της Τουρκίας.

Μόλις παρουσιάσθη εις αυτόν, ο Νουρεντίν ήρχισε να τον υβρίζη χυδαίως, ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΤΙΚΗΝ ΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ…Προς τα πλήθη ταύτα αποτεινόμενος ο Νουρεντίν είπε: – Εγώ δεν κρίνω. Δεν αποφασίζω. Σεις καλύτερον από εμέ γνωρίζεται ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ. Αποφασίσετε ότι εγκρίνετε. Σας τον παραδίδω.”
(Χρ Αγγελομάτη Χρονικό Μεγάλης Τραγωδίας εξιστόρηση Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Ψύλλα, Πρωτοσύγκελου του Μητροπολίτη Εφέσου και εξιστόρηση Επισκόπου Τράλλεων, αργότερα Μητροπολίτη Εφέσου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Χατζησταύρου σελ 235, 237)

Αλλά για ποια πίστη θυσιάστηκε ο Χρυσόστομος Σμύρνης; Για την πίστη του στη θεωρία των κλάδων, για την πίστη ότι οι Προτεστάντες Αγγλικανοί και Επισκοπιανοί της Αμερικής είναι καθόλα Ορθόδοξοι και αρχέγονες χριστιανικές εκκλησίες, διά την πίστη ότι έχουν χρίσμα άγιο και έγκυρα μυστήρια, διά την πίστη ότι οι διαφορές μας θα λυθούν διά της οδού της αγάπης, διά την πίστη ότι η Εκκλησία είναι διηρημένη, διά την πίστη στη υπάτη αρχιερωσύνη του Πάπα, ή διά τα μασονικά του πιστεύω και τις ειδωλολατρικές του αντιλήψεις;

Όσοι γνωρίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ωδηγήθη στο μαρτύριο ο αοίδιμος είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι α) Ο Χρυσόστομος συγκέντρωνε τη μήνι των Τούρκων, επειδή ήτο ο πνευματικός ηγέτης των Ρωμηών, μια και ήσαν ανύπαρκτοι οι πολιτικοί ηγέτες. Για αυτό και πιστεύω πως, εάν ο Χρυσόστομος δεν ήτο Ιεράρχης, θα ήτι δυνατόν να μη σφαγιασθή.
β) Εάν ο Χρυσόστομος δεν ήτο Ιεράρχης αλλά πολιτικός ή έστω και εθνικός Ηγέτης των Ρωμηών, όταν όλοι οι άλλοι “ηγέτες” των Ελλήνων στη Σμύρνη εφρόντιζαν τα της διαφυγής και σωτηρίας των, θα ηκολούθει και αυτός, αντί να προκρίνει την παραμονή που ισοδυναμεί με παράδοση σε εκούσιο θάνατο. Αν με άλλα λόγια ο άγιος Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης ενδιεφέρετο μόνο για την Πατρίδα δεν θα ήτο κουτός να παραμείνει στη θέση του για να σφαγιασθή δωρεάν και άνευ λόγου, μια και η υπόθεση της Πατρίδος είχε πλέον χαθή.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης συγκέντρωνε την μήνι των Τούρκων όχι όμως επειδή ήταν πνευματικός ηγέτης των Ρωμηών αλλά επειδή ασκούσε καθήκοντα πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη εις βάρος των Τούρκων! Και μάλιστα τα ασκούσε με τρόπο μοναδικό και απαράμιλλο σε σημείο που αν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί μας ηγέτες είχαν τα πατριωτικά του αισθήματα και την αγωνιστικότητά του, σήμερα δεν θα υπήρχαν υποδουλωμένα ελληνικά μέρη, ούτε χαμένες πατρίδες, αλλά όλα θα είχαν ελευθερωθεί.

Ο ισχυρισμός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου ότι εάν ο Χρυσόστομος δεν ήταν Ιεράρχης θα ήταν δυνατό να μη σφαγιαστεί δεν ευσταθεί, διότι ναι μεν οι Τούρκοι ανέκαθεν μισούσαν το ράσο και τον κλήρο, στη περίπτωση όμως του Χρυσοστόμου όλα αυτά είχαν πολλαπλασιαστεί αφάνταστα από τη πατριωτική και πολιτική του δράση, την οποία εξεδήλωνε παντού και πάντα.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου είναι το απόσταγμα του ορθολογισμού και της απάτης. Διότι προσπαθεί να αποδείξει τον Χρυσόστομο ως άγιο υποθέτοντας τι θα έκανε αν δεν ήταν Ιεράρχης αλλά πολιτικός ηγέτης. Με αυτή τη μέθοδο μπορούμε να αγιοποιήσουμε τους πάντες, και τον καπετάνιο ο οποίος μένει τελευταίος στο πλοίο όταν αυτό βυθίζεται διότι αν δεν ήταν καπετάνιος θα μπορούσε ελεύθερα να φύγει όταν οι άλλοι στο πλοίο κοιτούν πως να διαφύγουν και να σωθούν. Ακόμη και ο στρατιώτης ο οποίος θυσιάζεται στο πεδίο της μάχης και δεν εγκαταλείπει τη θέση του, πολεμώντας υπέρ πίστεως και πατρίδος είναι άγιος, διότι αν δεν ήταν στη θέση αυτή, αλλά ήταν κάπου αλλού θα κοιτούσε τα της διαφυγής και της σωτηρίας. Επίσης άγιοι θα γίνουν με τη μέθοδο αυτή όλοι οι μάρτυρες των αιρετικών, διότι και αυτοί λόγω της θέσεώς των έμειναν και θυσιάστηκαν ενώ άλλοι γλύτωσαν. Άγιοι θα γίνουν και ο πατέρας και η μητέρα οι οποίοι θυσιάζονται για να γλυτώσουν το παιδί τους ενώ αν δεν ήταν σε αυτή τη θέση θα γλύτωναν.
Είναι όντως αδιανόητη αυτή η λογική, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει λογική.

Ο μακαριστός Χριστόδουλος λέει ότι ο Χρυσόστομος δεν πρόδωσε την πίστη ούτε τη τοποθέτησε σε δεύτερη μοίρα. Οι υποστηρικτές μάλιστα της αγιότητας του παραπλανούν εσκεμμένα τον λαό παρουσιάζοντας τα έργα του Χρυσοστόμου Σμύρνης :“Περί Εκκλησίας” Δύο τόμοι – Ο Προτεσταντισμός ελεγχόμενος υπό της Ιστορίας και της Αγίας Γραφής. (Χρυσοστόμου Αρχιδιακόνου του Μητροπολίτη Εφέσου- πτυχιακή διατριβή). Πραγματικά αυτά τα έργα είναι Ορθόδοξα και ο Χρυσόστομος Σμύρνης θέτει τα πράγματα στη θέση τους όσον αφορά τους αιρετικούς, παπικούς, προτεστάντες, ασκεί έλεγχο των πλανών των και διακηρύσσει απερίφραστα ότι η μόνη αληθινή Καθολική και Αποστολική Εκκλησία είναι η Ορθόδοξος. Η παραπλάνηση του λαού συνίσταται στο ότι αποσιωπάται σκόπιμα η μεταστροφή του Χρυσόστομου λίγα χρόνια μετά τη συγγραφή αυτών των έργων όπου στράφηκε προς τον Αγγλικανισμό και τον Παπισμό τους οποίους θεωρούσε αδελφές Εκκλησίες και αναγνώριζε το Πρωτείο του Πάπα που είναι η προϋπόθεση ενσωμάτωσης στον Παπισμό σύμφωνα με τη σύγχρονη πρακτική της ουνίας!

Είναι λοιπόν ψευδές ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης δεν πρόδωσε την πίστη επειδή πίστευε στη θεωρία των κλάδων εξισώνοντας την Ορθοδοξία με τις άλλες πίστεις των αιρετικών, τις οποίες οι Πατέρες ονομάζουν “θνήσεις”.

Ο σημερινός Μητροπολίτης Δημητριάδος και υπέρμαχος του Οικουμενισμού,
κ.κ. Ιγνάτιος όταν του ειπώθηκε ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης δεν είναι άγιος είπε ότι “ο ουρανός θα δείξει αν είναι ή όχι”. Δηλαδή ούτε αυτός πιστεύει στην αγιότητα του Χρυσοστόμου παρόλο που χοροστατεί στις πανηγύρεις, επειδή ο ουρανός ογδόντα και πλέον χρόνια μετά το θάνατό του, έδειξε με την σιωπή του τι είναι ο Χρυσόστομος.

Στη συνέχεια των επιχειρημάτων του δικαιολογώντας τα περί μασονίας του Χρυσοστόμου Σμύρνης, ο μακαριστός Χριστόδουλος λέγει, ότι οι κατηγορίες αυτές είναι αδέσποτη φήμη, ανεπιβεβαίωτη. Και ότι πολλές φορές οι μασόνοι λέγουν για κάποιον ότι είναι μασόνος και κατόπιν αυτό αποδεικνύεται ψευδές.
Η μεγαλύτερη όμως απόδειξη ότι δεν είναι αληθείς οι κατηγορίες αυτές θα ήταν η ίδια η ζωή του Χρυσοστόμου' αν δηλαδή παντού και πάντα εστηλίτευε τις πλάνες και τις αιρέσεις, αν παντού και πάντα κατήγγειλε στο λαό την απάτη και τη πλάνη της μασονίας και των μασόνων και κυρίως αν είχε κυνηγηθεί από αυτούς λόγω των αγώνων του όπως λόγου χάρη κυνηγήθηκε από τη Σαηεντολογία ο μακαριστός
π Αντώνιος Αλεβιζόπουλος που διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής κατά των αιρέσεων.
Όμως στενοί συνεργάτες στη Μητρόπολη του όπως ο Κωτούλας, γραμματέας της Μητροπόλεως, ο Αντ Αθηνογένης, συνεργάτης του σε συλλόγους και σωματεία (Αδελφότης “ευσέβεια”, πρόσκοποι, άλκιμοι) κ.α. Ήταν υψηλόβαθμοι μασόνοι και σεβάσμιοι Στοών, όταν ο ίδιος ο Χρυσόστομος Σμύρνης ουδέποτε κατηγόρησε την μασονία για να προστατεύσει το λαό, όταν ίδρυσε στη Σμύρνη το Σώμα των Προσκόπων, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με το Ρόταρυ και τη Μασονία και όπως αποδεικνύεται από επιστολές του είχε φιλικές σχέσεις με τις μασονικές οργανώσεις ΧΑΝ και ΧΕΝ, όταν οι μασονικές Στοές στη Σμύρνη την εποχή εκείνη ήταν περισσότερες από δέκα και αυτός δια αυτό το δαιμονικό έργο τηρούσε σιγή ιχθύος, όταν λοιπόν συντρέχουν όλα αυτά τότε το πιο πιθανό είναι να σκεφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά στην όλη υπόθεση. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι μασόνοι δεν ισχυρίζονται για τον Χρυσόστομο ότι ήταν μασόνος αλλά ότι οδήγησε πολλούς γνωστούς του στη Στοά “Μέλη” για να γίνουν μασόνοι. Δηλαδή σύμφωνα με αυτόν τον ισχυρισμό οδήγησε πολλούς στον διάβολο και στη κόλαση. Αυτό πώς το ανέχεται η Σύνοδος να αιωρείται σαν κατηγορία για έναν άγιο; Και μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι το μαρτύριο το συγχωρεί και αυτό, χωρίς ειδική μετάνοια και ειδική ομολογία;

Στη συνέχεια ο μακαριστός Χριστόδουλος λέγει ότι και αν δεχθούμε ότι αυτή η πληροφορία των μασόνων είναι αληθής, η μασονία καταδικάστηκε από την Εκκλησία το 1933 και επομένως τότε έγινε αυτή η διευκρίνηση ότι δεν συμβιβάζονται οι ιδιότητες του Χριστιανού και του μασόνου.

Δηλαδή ο μακαριστός Χριστόδουλος ισχυρίζεται ή ότι μέχρι το 1933 μπορούσε κάλλιστα κάποιος να είναι Ιεράρχης και ταυτόχρονα μασόνος, μια και το θέμα δεν είχε διευκρινιστεί από την Εκκλησία, ή ότι ο Χρυσόστομος ήταν κανένας καθυστερημένος στο μυαλό και δεν μπορούσε να καταλάβει από μόνος του, τι είναι η μασονία, οπότε ήταν επικίνδυνος να ποιμαίνει έναν ολόκληρο λαό με τέτοια παχυλή άγνοια.

Ως προς το πρώτο, η απόφαση της Συνόδου δεν αφορά τους Ποιμένες αλλά τον απλό λαό. Είναι αδιανόητο ένας Επίσκοπος να περιμένει μία απόφαση Συνόδου για να τοποθετηθεί σε ένα τόσο βασικό και ξεκάθαρο ζήτημα. Όμως ο Χρυσόστομος Σμύρνης γνώριζε τι είναι η μασονία όπως αναφέρει στο ορθόδοξο έργο του “Περί Εκκλησίας” το οποίο συνέγραψε ως Αρχιδιάκονος αναλύοντας την εγκύκλιο του Πάπα Λέοντος του ΙΓ αναφέρει τα εξής:
Το έβδομον (σημείο της εγκυκλίου) κεραυνοβολεί την αίρεσιν των ελευθεροτεκτόνων, διά της οποίας ο άνθρωπος άγεται εις τα ήθη της εποχής της ειδωλολατρίας. (Τόμος Α Κεφ΄Ρωμαϊκός Κατολικισμός, σελ.92)
Εφόσον λοιπόν ο ίδιος ο Πάπας κεραυνοβολεί με την εγκύκλιό του την πλάνη της Μασονίας και ο Χρυσόστομος ανέλυε την εγκύκλιο αυτή, πώς ήτο δυνατόν να μην γνωρίζει ο ίδιος για τη μασονία;

Επίσης ήδη από το 1815 υπάρχει ο Αφορισμός των Μασώνων υπό του Εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κύπρου ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ απαγχονισθέντος υπό των Τούρκων εις Λευκωσίαν το 1821
και η Εγκύκλιος του Πατρών και Ηλείας Ιεροθέου στις 22 Αυγούστου του 1899 που δηλώνει ρητά ότι ο Μασσωνισμός είναι ασεβεστάτη αίρεση.

Δεν κάνει τρομερή εντύπωση ότι η Σύνοδος προέβησε στην αγιοποίηση του εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης που κατηγορήθηκε ως μασόνος και αιρετικός και όχι του ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕ ΤΗ ΜΑΣΟΝΙΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΕ ΤΟΥΣ ΜΑΣΟΝΟΥΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ;;;!!!

Η πίστη του Χρυσοστόμου Σμύρνης είχε βαθύτατα επηρεαστεί από την Δύση.
Θεωρεί πρότυπό του την Δυτική εκκλησιαστική νοοτροπία, κηρύσσει τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας σύμφωνα με τα Δυτικά πρότυπα και την εκκλησιαστική κοινωνία με όλους τους αιρετικούς που είναι δόγμα του Οικουμενισμού. Επιθυμεί να μην μείνει η Εκκλησία πίσω ως προς τις επιστημονικές ανακαλύψεις αλλά να προσαρμόζει την διδασκαλία της σύμφωνα με αυτές.
Σταχυολόγηση από το υπόμνημα του Χρυσοστόμου Σμύρνης το οποίο το ονομάζει:
Ο ΜΥΧΙΟΣ ΜΟΥ ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΜΕΝΟΝ ΠΑΡ ΕΜΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, ήτοι τα χρήζοντα επειγούσης διαρρυθμίσεως και σοφής λύσεως σοβαρά θρησκευτικά και εκκλησιαστικά προβλήματα.
Ανάγκη οι παρ ημίν εκκλησιαστικοί θεσμοί και όλος ο θρησκευτικός μας, και ο μετ αυτού αρρήκτως συνδεδεμένος εθνικός μας βίος, να εναρμονισθή συμφώνως προς το υγιές πνεύμα και τας ζωτικάς ανάγκας του αιώνος, της σημερινής επιστήμης και της κοινωνιολογίας, διότι μόνο ούτω δύναται η ημετέρα Εκκλησία και το Γένος μας να προσδοκώσιν έντιμον και άξιον παρόν και μέλλον, οποίον ήτο ποτε το παρελθόν μας, και διότι περιπλέον αδυσώπητος ανάγκη επί ποινή ζωής ή θανάτου καλεί ημάς να τεθώμεν εν τη πρωτοπορεία πάσης προοδευτικής κινήσεως, συμφώνως προς την ανέλιξην παντός συγχρόνου επιστημονικού, κοινωνικού, μορφωτικού, εθνικού και πολιτειακού θεσμού και σκοπού...
...λαμβάνουσα πάντοτε υπόψιν τους νέους ορίζοντας της γνώσεως, τους οποίους το εξερευνητικόν πνεύμα του ανθρώπου οσημέραι ευρυτέρους διανοίγει, και ούτω να παρέχη εκάστοτε νέαν ώθησιν προς τελειοτέραν ανάπτυξιν του Εκκλησιαστικού και εθνικού μας βίου, και πληρεστέραν κατ' έκτασιν και έντασιν διεύρυνσιν και απόλαυσιν της αληθούς ανθρωπίνης ζωής... (Σελίδες 4,5)

....Η Εκκλησία ημών σταθερά, άκαμπτος, αμετάβλητος εν τη εσωτερική ζωή της, ήτις είνε το δόγμα, οφείλει εν τη εξωτερική μορφή της υπάρξεώς της να ευρίσκεται αείποτε εν κινήσει εν μέσω της παγκοσμίου κινήσεως και της αεννάου δίνης του ρεύματος του χρόνου, κινήσεως και ρεύματος, ήτις παρασύρει και αλλοιοί εκάστοτε τους κοινωνικούς, πολιτειακούς και εκκλησιαστικούς εν τω κόσμω θεσμούς και οφείλει αείποτε να ευρίσκηται εν αρμονία προς τας προόδους του αιώνος και τας εκάστοτε ανάγκας της εποχής, και ιδία προς το νέον πνεύμα των φιλελευθέρων επιστημονικών, κοινωνικών και πολιτειακών θεσμών, χωρίς εν τούτοις να παύση ανταποκρινόμενη προς τους αρχαίους ευρείς και διαυγείς εκκλησιαστικούς αυτής ορίζοντας, οίτινες είνε απαύγασμα και απόρροια των αιωνίου κύρους αρχών του Ευαγγελίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.... (Σελίδα 7).

διά της υπ' αυτής επιμόνου καλλιεργείας φιλικών και αδελφικών δεσμών και πνευματικής επικοινωνίας μετά των λοιπών όχι μόνο αυτοκεφάλων και αυτονόμων ορθοδόξων Εκκλησιών, οι μετά των οποίων πνευματικοί δεσμοί τόσον εχαλαρώθησαν, ώστε εμποιούσι την εντύπωσιν ότι ουδαμώς καν υφίστανται ούτοι, αλλά και μετά πασών των λοιπών μη Ορθοδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και ιδία της Παλαιοκαθολικής, της Καθολικής, της Αγγλικανής, της Προτεσταντικής, της Αρμενικής και των λοιπών ιδία κατά Ανατολάς Χριστιανικών παραφυάδων και αποχρώσεων, και ταύτα πάντα προς πληρεστέραν και τελειοτέραν εξυπηρέτησιν των μεγάλων αναγκών και απαιτήσεων του συγχρόνου ανθρώπου...

...το πρόγραμμα εν γενικαίς γραμμαίς έχει ως εξής:

Β Θεία Λατρεία.
  1. Συντόμευσις ιερών ακολουθιών
  2. Αναθεώρησις και ανακαθάρσις των χρηζόντων τοιαύτης εκκλησιαστικών βιβλίων.
  3. Γενίκευσις, συστηματοποίησις και αποτελεσματικότις του κηρύγματος.
  4. Βελτίωσις εκκλησιαστικής μουσικής και ζωγραφικής...

ΣΤ ΜΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ
  1. Σκέψεις προς συνεννόησιν ή προσέγγισιν ή ένωσιν, ει δυνατόν μετά τινων εξ αυτών. (Σελίδες 8,9,10)

...Και επειδή παρ ημίν Έθνος και Εκκλησία είνει αρρήκτως συνδεδεμένα, το έθνος ημών τότε μόνον δύναται να ελπίζη και προσδοκά έντιμον και άξιον μέλλον, μέλλον οίον ήτο ποτε το παρελθόν του, όταν η Εκκλησία του ευρίσκεται εν τη πρωτοπορεία πάσης προοδευτικής κινήσεως και παρακολουθή την εξέλιξιν παντός συγχρόνου κοινωνικού, μορφωτικού και εθνικού θεσμού. (Σελίδα 16).

...Λοιπόν αυταί αι ενιαύσιοι Σύνοδοι θα επενέγκωσι τας συμφώνως προς τους καιρούς διαρρυθμίσεις εν τη δημοσία ημών λατρεία. Θα μελετήσωσι μετά προσοχής και ευλαβείας τα εν άλλαις Εκκλησίαις συμβαίνοντα ως προς την διάρκειαν της δημοσίου προσευχής και την σταθερότητα της ενάρξεως και απολύσεως των ιερών μας ακολουθειών, ως προς την τοποθέτησιν καθισμάτων, ως προς τους τρόπους της Μουσικής και μελωδίας, οίτινες πρέπει εν τη Εκκλησία να προτιμηθώσιν, ως προς την διαρρύθμισιν των τελετουργικών και υμνογραφικών βιβλίων μας, ως προς το ζήτημα ζωντανού και καρποφόρου κηρύγματος, ως προς το ζήτημα των πολυαρίθμων εορτών και νηστειών, και του τρόπου της τηρήσεως αυτών, δι ας ωρισμένως έχει πολλά να ωφεληθή η ημετέρα Εκκλησία και απ' αυτής της Αρμενικής Εκκλησίας, ήτις ετακτοποίησε κάλλιον ημών τας εορτάς και τας νηστείας της.

... Θα καλλιεργήσωσι τους δεσμούς της ενότητος, αν όχι το γε νύν, (αν όχι τουλάχιστον τώρα) του δόγματος της κοινής πίστεως, αλλά πάντως της αγάπης και της Χριστιανικής ελπίδος μετά πασών των Εκκλησιών και ίδια της Καθολικής, της Παλαιοκαθολικής, της Αγγλικανής, Επισκοπιανής τε και Πρεσβυτεριανής, αλλά και μετ' αυτών των Προτεσταντών, των μη πάμπαν προς τον ορθολογισμόν αποκλινουσών Εκκλησιών, διά της συχνής επικοινωνίας ή των αντιπροσώπων των εν λόγω Εκκλησιών εν ταις χώραις της Ανατολής, ή των ημετέρων απεσταλμένων εν ταις χώραις της Δύσεως και Αμερικής, και δι αλληλογραφίας αναμέσον και αυτών τούτων των Ανωτάτων Αρχηγών των Εκκλησιών άπαξ και δις του ενιαυτού διά κοινήν μελέτην και σύσκεψιν ζητημάτων ενδιφερόντων τον όλον Χριστιανισμόν και την καθόλου Εκκλησίαν. (Σελίδες 34,35)

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης λοιπόν ήταν οραματιστής συγκλονιστικών καινοτομιών και μεταρρυθμίσεων στην Εκκλησία. Επιδίωκε συντόμευση των Ιερών Ακολουθιών, αναθεώρηση των εκκλησιαστικών βιβλίων, είσοδο καθισμάτων στους ιερούς ναούς, την εισαγωγή Μουσικής και μελωδίας και μείωση των εορτών και των νηστειών με πρότυπο την Αρμενική “Εκκλησία” για την αίρεση της οποίας έγραψε ο Μέγας Φώτιος.
Πίστευε ότι με την εφαρμογή συχνής επικοινωνίας θα επιτευχθεί η λεγόμενη “ένωση των Εκκλησιών” τοποθέτηση που αποδείκτηκε σωστή δεδομένου των γεγονότων του 20ου αιώνα ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο αιώνας των Διαλόγων που επιβάλλονται στα πλαίσια του δογματικού μινιμαλισμού!

....και τρίτην διά την προπαρασκευήν των μελλόντων επιστημόνων θεολόγων, όσοι καταρτιζόμενοι αναλόγως θα συνεχίσωσι τας επιστημονικάς των σπουδάς εν Ευρώπη' ίνα επανερχόμενοι καταλάβωσι, τας καθηγητικάς εν τη Σχολή έδρας.
(Σελίδα 40).

Και αυτό το όραμα του Χρυσοστόμου Σμύρνης αποδείχτηκε δούρειος ίππος εις βάρος της Ορθοδοξίας μια που γενιές θεολόγων σπούδασαν στο Βατικανό μυοούμενοι στην Παπική ή Ουνίτικη Θεολογία και επανερχόμενοι στην Ελλάδα καταλαμβάνουν θέσεις καθηγητών Θεολογίας που θα διδάξουν την “Ορθοδοξία”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Καθηγητής Δογματικής, πρώην Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και Επίσκοπος Περγάμου κ Ιωάννης Ζηζιούλας ο οποίος όντας το δεξί χέρι του Πάπα επιδιώκει να εισαγάγει στην Ορθοδοξία το Πρωτείο του Πάπα ως “πρωτείο διακονίας” παρόλο που στην Ορθοδοξία ουδέποτε υπήρξε Πρωτείο αλλά μόνο Πρεσβεία Τιμής και μάλιστα στον Ορθόδοξο Πάπα και όχι στον αιρετικό! Η αποδοχή του Πρωτείου του Πάπα είναι η προϋπόθεση ενσωμάτωσης στον Παπισμό μια που η ουνία στις μέρες μας ασκείται ως εξής: Σου λένε πίστευε ότι θέλεις αρκεί να αναγνωρίσεις το Πρωτείο του Πάπα. Σύμφωνα με την θεολογία του κ Ζηζιούλα “με το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας δεν ενωνόμαστε προσωπικά με τον Θεό (?) αλλά με την κτίση” – πρόκειται δηλαδή για Θεοσοφία με χριστιανική ορολογία!
Δηλαδή μέσω της Μυστηριακής Κοινωνίας ενωνόμαστε με τον κόσμο, τα δέντρα, τις πέτρες, τα ζώα, τους ανθρώπους – και αφού ενωνόμαστε με τους ανθρώπους ενωνόμαστε και με τους αιρετικούς και ο καθένας πιστεύει ότι θέλει!
Σύμφωνα με την βλάσφημη δηλαδή θεολογία του κ Ζηζιούλα δεν είναι απαραίτητο το Κοινό Ποτήριο μεταξύ Οικουμενικού Πατριάρχη και Πάπα (γιατί Κοινό Ποτήριο μεταξύ των λαϊκών Ορθοδόξων και Παπικών ήδη υπάρχει από το 2002) αλλά η κοινή Θεία Λατρεία η οποία ήδη επιτελείται!
Επομένως το ζητούμενο του Οικουμενισμού δεν είναι η μεταβολή των δογμάτων αλλά η επιβολή της κοινής Θείας Λατρείας των Ορθοδόξων με όλους τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους! Έτσι πετυχαίνεται η “ένωση”! Για να είναι βέβαια “τέλεια ένωση” απαιτείται η αφομοίωση της Ορθοδοξίας από τον Παπισμό η οποία γίνεται με την αποδοχή του Πρωτείου του Πάπα. Ήδη ο Πάπας μνημονεύεται στη Θεία Λειτουργία από Ορθοδόξους Ιεράρχες ως Αγιώτατος Επίσκοπος Ρώμης (δηλαδή όπως μνημονεύεται και από τους Ουνίτες) και πολλοί Ορθόδοξοι Ιεράρχες απευθύνονται σε αυτόν ως “Επίσκοπο της Πρεσβυτέρας Ρώμης”.
Άλλωστε ο Οικουμενισμός επιθυμεί την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων για λόγους ποικιλομορφίας! “Ενότητα στη ποικιλομορφία” είναι το δόγμα της Νέας Εποχής, του Οικουμενισμού και του διεθνούς νομίσματος. Έτσι οι Οικουμενιστές αποκαλούν τους εαυτούς του προοδευτικούς ενώ τους Ορθοδόξους που θέλουν να μένουν πιστοί στους Ιερούς Κανόνες τους αποκαλούν φονταμενταλιστές, ακραίους και ότι έχουν ζήλο αλλά ου κατ επίγνωση! Με την ετικέτα της ποικιλομορφίας ο Οικουμενισμός δηλαδή μέμφεται την Αγία Ορθόδοξη Πίστη!


Ως γνωστόν η Ρώμη είχεν εξαπολύσει και εξαπλώσει την ακολασίαν και εντεύθεν εγεννήθη η αντίδρασις διά της αγαμίας. Αλλά όσον κακόν είνε η ακολασία, άλλο τόσο κακό είνε και η αγαμία, ως υφίσταται παρ ημίν δι ασκητισμόν. Ημείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, πρέπει να επανέλθωμεν εις την αγάπην του κάλλους, όπως ήτο αυτή παρά τοις αρχαίοις ημών προγόνοις, και εις τον σεβασμόν της ανθρώπινης αξίας, όπως τον διδάσκει ο Χριστιανισμός. Και τότε ούτε ακολασία, ούτε αγαμία θα υπάρχη. Το σώμα ημών κατά τον Απόστολον Παύλον είνε Ναός του Αγίου Πνεύματος ο αισχυνόμενος διά την αγάπην του σώματος και φεύγων αυτήν διά ασκητισμόν ομοιάζει προς τον αισχυνόμενον διά την αγάπην των ωραίων ανθέων, ων αποφεύγει και φοβείται την γλυκείαν ευωδίαν δια να μη αμαρτήση. (Σελίδα 33)

Είναι ξεκάθαρη η απέχθεια του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Μοναχισμό και προτείνει στο πρόγραμμά του να καταργηθεί στην Εκκλησία η δυνατότητα της αγαμίας και να προσηλωθεί ο άνθρωπος στην αγάπη του σώματος με πρότυπο τους αρχαίους Έλληνες. Λέγει όμως και το φοβερό ότι η ασκητική και μοναχική ζωή και παράδοση της Εκκλησίας δημιουργήθηκε ως αντίδραση στην ακολασία της αρχαίας Ρώμης και ως εκ τούτου δεν έχει τις ρίζες της στην Αγία Γραφή και στην Αποστολική Παράδοση. Η θεολογική θέση αυτή του Χρυσοστόμου αποτελεί βλασφημία και αίρεση διότι κατά το συλλογισμό του πλανήθηκε η Εκκλησία δημιουργώντας εξ αντιδράσεως μια ψεύτικη παράδοση την οποία ακολουθούν και βιώνουν ανά τους αιώνες πλήθη χριστιανών. Περιττό δε να πούμε εδώ σύμφωνα με τον Χρυσόστομο Σμύρνης πλανήθηκαν οι Άγιοι οι οποίοι θέσπισαν την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας και οι πρώτοι την εβίωναν και αγιάσθηκαν μέσα σε αυτήν!

α) Ο Χρυσόστομος του 1907:
Κ Πολίτη “Χρυσόστομος ο Σμύρνης σελίδα 65”
Επιστολή προς τον αρχιεπίσκοπο Κανταβρυγίας, Πρωθιεράρχη πάσης Αγγλίας και μητροπολίτη Αρχιβάλδο.

Σεβασμιώτατε Αρχιεπίσκοπε Κανταβριγίας, Πρωθιεράρχα πάσης Αγγλίας και Μητροπολίτα Αρχιβάλδε, χάρις ειή τη Αυτής Σεβασμιωτάτη Κορυφή και ειρήνη παρά του Παναγάθου Θεού, παρ' ημών δε αδελφικός εν Χριστώ ασπασμός και χαίρειν εν Κυρίω.
Τανύν συμπληρούται δεκαετία ακριβώς, εφ' ότου κατά Ιούλιον του σωτηρίου έτους 1897 συνεκτροτήθη εν Λαμβηθώ της ενδόξου χώρας της Αγγλίας η μεγάλη Σύνοδος των επισκόπων της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ήτις μεταξύ άλλων συνεσκέψατο σοβαρώτατα και περί του μεγάλου και όντως ευλογητού έργου της των Χριστιανικών Εκκλησιών ενώσεως, και ιδιαίτερα της ενώσεως της Αγγλικανικής Εκκλησίας μετά των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής.
Εν ταις διαφόροις αποφάσεσιν, ας το Συνέδριον εκείνο των επισκόπων έλαβε, περιελαμβάνοντο και αι εξής τέσσαρες, αι τας φαεινοτάτας σελίδας των πεπραγμένων υπό του Συνεδρίου πληρούσαι και το τηλαυγέστατον του Συνεδρίου εκείνου μέρος αποτελέσασαι και δικαίως διά τούτο επισπασάμεναι τας συμπαθείας και ευλογίας των πανταχού γης Χριστιανών καρδιών:
Αον) Ότι ανετέθη τοις Αγγλικανοίς Επισκόποις να δράττωνται πάσης ευκαιρίας προς διδασκαλίαν και βεβαίωσιν περί του ότι είνε αλήθεια θεία και εξ αποκαλύψεως, ίνα οι Χριστιανοί πάντες και ορατώς αποτελώσιν ενότητα.
Βον) Ότι το Συνέδριον, συμφώνως προς την μεγάλην ευχήν αυτού του Ιδρυτού της Εκκλησίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, “ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ” ανέλαβε την καθιέρωσιν ειδικών υπέρ ενώσεως των Εκκλησιών ευχών, ας υπέβαλεν ως καθήκον τοις Χριστιανοίς.
Γον) Ότι οι Αρχιεπίσκοποι Κανταβριγίας και Σβυφάκου και ο Επίσκοπος Λονδίνου ανέλαβον να ενργώσιν ως Επιτροπή, δυναμένη να συμπεριλάβη και ετέρους, όπως έρχωνται εις σχέσεις στενωτέρας και εγγυτέραν συνεννόησιν, είτε προσωπικώς, είτε δι' επιστολών μετά των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής, της Ιεράς Συνόδου της Ρωσσίας και των θρησκευτικών αρχηγών των διαφόρων Ανατολικών Εκκλησιών προς τον σκοπόν, όπως ασχοληθώσι και μελετήσωσι το δυνατόν της επιτεύξεως του καλλιτέρου τρόπου προς θετικωτέραν συνεννόησιν, όπως καλλιεργήσωσιν ούτω στενωτέρας σχέσεις μεταξύ των Εκκλησίων της Ανατολής και της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και λάβωσι μέτρα προς μετάφρασιν βιβλίων πραγματευομένων περί τις προς αλλήλας σχέσεως των διαφόρων Εκκλησιών, και ιδίως κατηχήσεως και λειτουργικών, αίτινες τα μέγιστα συμβάλλονται προς αμοιβαίαν συνεννόησιν.
Δον) Ότι οι Επίσκοποι των διαφόρων Αγγλικανικών Εκκλησιών ανέλαβον να προβώσιν εις σύστασιν επιτροπών εξ Επισκόπων, και εκεί όπου δεν υφίστανται τοιαύται, ίνα και αυταί προς ταίς κοιναίς υπέρ ενώσεως ευχαίς, ανταλλάσσωσιν αμοιβαίας σκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων των διαφόρων Χριστιανικών Εκκλησιών, και παρέχωσι τα φώτα και τας συμβουλάς αυτών περί της ιεράς ταύτης υποθέσεως, όπου αν παραστή ανάγκη.
Το μέγα και ιερόν του Χριστιανικού τούτου Συνεδρίου έργον επλήρωσεν ιεράς συγκινήσεως και μεγίστου και αγνοτάτου ενδιαφέροντος και την εμήν ψυχήν και καρδίαν. Κατά θείαν πάντως ευδοκίαν ευρεθείς τότε κατέχων σημαίνουσαν εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω υπηρεσίαν και θέσιν, άτε κατέχων το αξίωμα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλου ειργάσθην πάση δυνάμει επί τετραετίαν όλην καλλιεργών την γόνιμην εις ωραίους και αγλαούς και θρεπτικούς χριστιανικούς καρπούς ταύτην ιδέαν, είτε κηρύττων τα ρήματα της χριστιανικής αδελφικής αγάπης και ενότητος επ ' εκκλησίας εις το ορθόδοξον χριστιανικόν ημών λαόν, είτε εν τοίς ασθενέσι θεολογικοίς και εκκλησιαστικοίς δοκιμίοις μου μετ' άκρου σεβασμού γράφων περί της τόσον προς την αληθή και ορθόδοξον πίστιν ακραιφνή έρωτα και λατρεία επιδεικνυομένης ορθοδοξούσης Αγγλικανικής Εκκλησίας, είτε το κυριώτατον, προεδρεύων της επί του πρώην Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Κωνσταντίνου του Ε συστάσης και μετά τόσης χριστιανικής αγάπης και αδελφικού πνεύματος εργασθείσης Επιτροπής προς συζήτησιν και μελέτην των χωριζουσών τας δύο Εκκλησίας διαφορών και προπαρασκευήν του εδάφους της ενώσεως της Ορθοδόξου Ανατολικής και της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Της επιτροπής εκείνης διαδοχικώς μέλη εκ μεν την υμετέρας Εκκλησίας εχρημάτισαν οι αιδεσιμώτατοι ιερείς και εφημέριοι του εν Κων/πόλει Αγγλικανικού Ναού κύριος Δαουλίγγ και κύριος Σουεΐμπη, ών ο μεν κύριος Δαουλίγγ, ως έμαθον παρά του εν Ιεροσολύμοις Αγγλικανικού Επισκόπου σεβασμιοτάτου λόρδου Biytth ευρίσκεται εν τω κλίματι του Ιεροσολυμιτικού θρόνου, ο δε κύριος Σουνεΐμπη ευρίσκεται, ως μανθάνω, εφημερεύων,εν Κων/πόλει, εκ μέρους δε του Οικουμενικού Πατριαρχείου εχρημάτισαν ο τότε αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου και κατόπιν οικτρώς δολοφονηθείς εν Μακεδονία αείμνηστος Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος και ο Μέγας Ιεροκήρυξ των Πατριαρχείων αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, πρόεδρος δ'ημην διωρισμένος εγώ. Όσον δε και αν το έργον της Επιτροπής εκείνης, ης τα πρακτικά, έργον των εμών χειρών, περιβεβλημένα το κύρος της Ιεράς Συνόδου, των Μητροπολιτών και του Πατριάρχου, απεστάλησαν εγκαίρως τότε προς τον σεβασμιώτατον προκάτοχον Αυτής, τον αείμνηστο αρχιεπίσκοπον Κανταβριγίας λόρδον Φρειδερίκον, διεκόπη ούτω δόξαν τοις ανθρώποις ή και τω Θεώ, όσον και αν εγώ έκτοτε προαχθείς εις τον Αρχιερατικόν αξίωμα απεστάλην και ποιμαίνω τον ορθόδοξον λαόν της Μακεδονικής επαρχίας Φιλίππων Δράμας και Ζιχνών, όστις ως γνωστόν, πρώτος εν τη Ευρώπη εδέχθη παρ αυτού του Αποστόλου των Εθνών του σκεύους της εκλογής του Παύλου, το κήρυγμα της χριστιανικής πίστεως, και έχω την σκληράν αλλά και γλυκυτάτην παρηγορίαν και την βαρείαν πλήν ένδοξον αποστολήν εν ταις δειναίς ταύταις διά την Μακεδονικήν γην ημέραις να παραμυθώμαι τους δεινοπαθούντας νέους μου Φιλιππησίους, τους χριστιανούς της πρώτης εν Ευρώπη Εκκλησίας, προς ήν την προς Φιλιππησίους έγραφεν εγκάθειρκτος εν Ρώμη ο Παύλος, όμως ο πόθος προς το μέγα εκείνο έργο της ενώσεως των Εκκλησιών Ανατολικής και Αγγλικανικής, ου μόνον ουδαμώς εκ του χρόνου εμαράνθη ή και εμειώθη, άλλ' έτι μάλλον κρατυνόμενος και στερεούμενος αύξεται εν εμοί διά της χάριτος του Χριστού και επί τοσούτον κρατύνεται, όσον οφθαλμοφανώς βλέπω και αισθάνομαι την καυστικήν αισχύνην ήτις πληροί την Εκκλησίαν του Θεού διά τας ατελευτήτους και διαρκείς εν τη Εκκλησία – ήτις ενότητος είνε σύμβολον- διαιρέσεις, και βλέπω τας αλληλοκτονίας αδελφών, αίτινες φέρουσιν αφόρητον όνειδος εις το όνομα του Χριστού και λύπην απαραμύθητον εις το Πνεύμα το Άγιον και αισθάνομαι, ότι ουδέποτε υπήρξε μάλλον επιτακτική η ανάγκη της ενώσεως και αδελφώσεως μεταξύ των αγίων και εκλεκτών του Θεού,ίνα δύνανται ν' ατενίζωσι τον αντικείμενον μετά θάρρους, το οποίο εμπνέει η συναίσθησις της ισχύος, μετά της ισχύος, την οποία φέρει η ενότης, μετά της ενότητος, ην δωρείται το Πνεύμα το Άγιον.
Ήδη έκτοτε προέβλεπε το προφητικόν του Αποστόλου όμμα τα σημεία της επερχομένης θυέλλης και του φοβερού πυρός, δι ων έμμελον να διέλθωσιν εκείναι αι πρωτόγονοι της Μακεδονίας Εκκλησίαι και πάσαι αι Εκκλησίαι του Θεού μέχρι συντελείας του αιώνος, και εδίδασκε γράφων προς τους Φιλιππησίους το μόνον μέσον, ούτινος έχρηζον και εκείνοι και χρήζομεν και ημείς, ίνα εξουδετερώμεν τας προσβολάς του εχθρού, την ενότητα του Πνεύματος, ενότητα εν τω αυτώ πνεύματι και μία ψυχή, ενότητα καθ ην όλαι αι Εκκλησίαι οφείλουσι να λησμονήσωσι τας χωριζούσας αυτάς διακρίσεις και ν' αποβάλωσι τας ανά μέσον αυτών διαφοράς, αν θέλωσι να γίνωσι κάτοχοι δυνάμεως, ήτις θα ηδύνατο να περιγραφή μόνον ως βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω και πυρί.
Εγενήθημεν όνειδος τοις εχθροίς ημών' ουδέποτε η πίεσις και η θύελλα υπήρξαν μεγαλείτεραι, ειπέρ ποτε σήμερον και πανταχού μεν, ένθα ο εχθρός ως λέων ορυόμενος περιφέρεται ζητών τι να καταπίη και ένθα αι θρησκευτικαί και εκκλησιαστικαί έριδες μετά μυστηριώδους και σχεδόν ειπείν διαβολικής πικρίας εξάπτουσι τα πάθη ανά μέσον των αγίων και εκλεκτών, και λυμαίνονται τας Εκκλησίας του Θεού, αίτινες παρουσιάζουσι κατά τους νυν μάλιστα χρόνους το οικτρόν θέαμα οικίας διηρημένης καθ εαυτήν και βασιλείας μεμερισμένης και βαινούσης εις προφανή ερήμωσιν και καταστροφήν, αλλά και παρ ημίν ενταύθα εν τοις Μακεδονικοίς τούτοις τόποις, ένθα οι καλούμενοι Χριστιανοί κατ ακολουθίαν των θρησκευτικών και φυλετικών αυτών ερίδων είνε πεπληρωμένοι τηλικαύτης εχθροπαθείας, ήτις είνε ξένη και ουδ ' ονομάζεται και παρ' αυτοίς τοις εθνικοίς και απίστοις, αφού προβαίνουσι κατ αλλήλων οι Χριστιανοί αδελφοί εις τα έσχατα της κακεντρεχείας και αθλιότητος, και εν Χριστώ κοινότητες διά τούτον ή εκείνον τον λόγον συνταράσσονται και κοχλάζουσιν εξ αγρίων κυμάτων οργής, εκδικήσεως, αντεγκλήσεως και αίσχους και ονείδους αφορήτου.
Εκ τούτων πάντων και ο προς ένωσιν των Εκκλησιών πόθος, ον έτρεφον πάντοτε εν τη εμή ψυχή κατέστη απαίτησις τα μέγιστα επιτακτική και η αξία των μεγάλων αποφάσεων του προς ένωσιν των χριστιανικών Εκκλησιών Συνεδρίου των εν Λαμβυθώ επισκόπων απείρως πολύτιμος και ανεκφράστως ευλογημένη. Έστρεψα τον λογισμόν και την καρδιάν μου προς το παρελθόν και ανεμνήσθην των προς ένωσιν των Εκκλησιών γενομένων εκείνων της υμετέρας Εκκλησίας διαβημάτων. Πεποίθησιν δε τρέφων πάντοτε ακράδαντον ότι αι μεγάλαι του Συνεδρίου εκείνου αποφάσεις ευρίσκονται εν πλήρει ισχύϊ, διότι προφανέστατα λόγοι υψίστου και γενικωτάτου διά την καθόλου Εκκλησίαν ενδιαφέροντος και αγάπης υπηγόρευσαν τας όντως μεγάλας χριστιανικάς εκείνας αποφάσεις, εθεώρησα ιερόν καθήκον να προσέλθω πρώτος, αίρων το κάλυμμα της αναμέσον των αδελφών χριστιανικών Εκκλησιών υφισταμένης ψυχράς αδιαφορίας και οικτράς αγνωσίας και θίγων χορδάς, αίτινες αναμφιβόλω ευγενώς θέλουσι δονηθή εν ταις ημετέραις χριστιανικαίς ψυχαίς, ποιούμαι έκκλησιν εις τα μεγάλα υμών αισθήματα και υποβάλλω τα ακόλουθα:
Αν το μέγα και ευλογημένον έργον της των Εκκλησιών ενώσεως μετά όλην δεκαετίαν από του χρόνου της συγκροτήσεως του εν Λαμβυθώ Συνεδρίου έστη αργόν και σχεδόν ειπείν ουδέ βήμα ποδός τουλάχιστον ως προς τας Εκκλησίας της Ανατολής εχώρησε προς τα εμπρός, ζητητέα τα κυριώτατα αίτια και εν τη ασημάντω μεν και σχεδόν ειπείν ΑΝΑΙΣΘΗΤΩ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΕΙ ΗΤΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑΣ ΑΠΟΚΕΚΡΥΣΤΑΛΛΩΜΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΤΟΛΜΩΣΑΣ ΟΥΔ ΕΠ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΜΕΤΑΚΙΝΩΣΙΝ ΟΡΙΑ, Α ΚΑΛΩΣ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΥΤΩΝ ΕΘΕΝΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ αλλά κυρίως συγχωρήσατέ μου να ειπώ εν αγάπη εν τω οτι αι του υμετέρου Συνεδρίου αποφάσεις άχρι ταύτης της στιγμής χρονοτριβούσι κάθ όσον εγώ γνωρίζω, εν τω σταδίω των λόγων, μήπω προβάσαι εις έργον και εκτέλεσιν.Ανετέθη, ως ανωτέρω ερρήθη, τοις Αγγλικανοίς επισκόποις να δράττωνται πάσης ευκαιρίας προς βεβαίωσιν, ότι είνε αλήθεια θεία και εξ αποκαλύψεως, πάντες οι χριστιανοί ν' αποτελώσι και ορατώς ενότητα' ανέλαβον οι Αγγλοεπίσκοποι, ως ειδική επιτροπή, να έρχωνται εις σχέσεις και στενωτέραν και εγγυτέραν συνεννόησιν, είτε προσωπικώς είτε δι' επιστολών μετά των ορθοδόξων Πατριαρχών και των θρησκευτικών αρχηγών των διαφόρων Ανατολικών Εκκλησιών. Πλήν οπόσαι εκκλησιαστικαί και άλλαι κατά την παρελθούσαν δεκαετίαν ευκαιρίαι παρουσιασθείσαι εν τη Ανατολή αφέθησαν να παρέλθωσιν απαρατήρητοι! Ενώ, κατά την απόφασιν του εν Lambeth Συνεδρίου, ήτο επιθυμητόν να τείνωσι πρώτοι χείρα συνδιαλλαγής και ευκαίρως ακαίρως να δράττωνται πάσης περιστάσεως προς δυνατήν κατόρθωσιν του μεγάλου τούτου της ενώσεως έργου, όμως ουδέν ή ελάχιστα έπραξαν προς επίτευξιν εγγυτέρας αναμέσον των εκκλησιών συνεννοήσεως, καθ ' ην ο διεσπαρμένος λαός του Θεού ταις ευλογηταίς αυτού προσπαθείαις εις εν σώμα συναρμολογούμενος δι' ενός και του αυτού φρονήματος έμελλε να εργασθή από κοινού προς ένωσιν και εδραίωσιν της εκκλησίας και προς σωτηρίαν και ευδαιμονίαν του Χριστιανικού κόσμου.
Ο νυν εν Κων/πόλει Πατριαρχείον Πατριάρχης κύριος Ιωακείμ ο Γ' ευθύς άμα το δεύτερον ανήλθε τον Πατριαρχικόν θρόνον εδημοσίευσε δι' υπομνήματος, ον έτρεφε και τρέφει εν τη καρδία του πόθον προς ένωσιν των διεσπαρμένων και κατά διαφόρους διευθύνσεις φερομένων μεγάλων και κολοσσιαίων κλώνων του ενός κορμού του παγκοσμίου χριστιανικού δέντρου, υπό την δροσοβόλον σκιάν του οποίου κατασκηνούσιν εκατομμύρια πιστών. Αλλ' εις την χριστιανικήν του φωνήν ούπω είδομεν αποκρινομένην παρήγορον και χαρμόσυνον εκ μέρους των άλλων Εκκλησιών απάντησιν.
Εν ταις πατριαρχικαίς Εκκλησίαις της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων και εν ταις αυτοκεφάλοις Εκκλησίαις Ελλάδος και Κύπρου επήλθον αλεπάλληλα γεγονότα, ζωηρώς απασχολήσαντα καθ εκάστην επί μέρους Εκκλησίαν και απάσας ομού τας εν Ανατολή Ορθοδόξους Εκκλησίας. Τανύν έτι εν ταις Μακεδονικαίς επαρχίαις του Τουρκικού Κράτους πολλαί πληγαί διατηρούνται ανοικταί εν τω σώματι της Εκκλησίας και φιλανθρώπος τις Σαμαρείτης δεν φαίνεται οδεύων κατά την άγουσαν προς τους δεινοπαθούντας, ίνα επιδέση τας πληγάς επιχέων οίνον σωτηρίου και έλαιον αγαλλιάσεως επί τας πληγάς της Εκκλησίας, και ούτως αφέθημεν έρμαιον δεινών και βαρυτάτων δοκιμασιών προς μεγάλην χαράν του απ απαρχής ανθρωποκτόνου και προς απαραμύθητον θλίψιν του Αγίου Πνεύματος, λαοί χριστιανικοί αδελφικοί και ων ύψιστος νόμος έδει να ή το ζην εν αγάπη και ενότητα και έχειν ως βάσιν πίστεως και ενότητος και θεμέλιον ελπίδος εν και το αυτό φρόνημα του Χριστού, φρόνημα' όπερ ουχί ανθρώπινοι αδυναμίαι και φυλετικά πάθη και εθνικαί φιλοτιμίαι και υστερολογισμοί εγκόσμιοι, αλλά ουδέ όλης της γεένης ή καταχθόνιος δύναμις, ουδέ όλαι αι βαρείαι πύλαι του Άδου έπρεπε να είνε ικαναί να ματαιώσωσι και διασπάσωσι και αφανίσωσι. Οπόσον πάσι τούτοις επιθυμητή και παρήγορος, αλλά και ευλογητή και τουτ' αυτό γόνιμος εις μεγάλα αποτελέσματα ήθελεν είσθαι ή φιλάδελφος προς αλληλοσπαρασσόμενους αδελφούς φωνή και ειλικρινής εν ταις ημετέραις εν Ανατολή διαμάχαις παρέμβασις της Υμετέρας Εκκλησίας και των ευσεβεστάτων αυτής επισκόπων, όσοι συμφώνως προς τας μεγάλας αποφάσεις του Υμετέρου Συνεδρίου ανέλαβον την υποχρέωσιν προς διδασκαλίαν και βεβαίωσιν, ότι είνε θέλημα Θεού το να φρονώμεν οι πάντες εν και το αυτό και υπό την έποψιν της θεολογικής ορθοδοξίας της ακριβείας όπερ χαλεπώτερον αλλά κυρίως υπό την έποψιν της πρακτικής αγάπης και αγνότητος και ενότητος, τουθ'όπερ είνε το ύψιστον, ουχί δε και το δυσχερέστατον καθήκον παντός χριστιανού.
Φρονών ότι το μέγα και ευλογημένον έργον ούτινος το εν Λαμβηθώ Συνέδριον κατεστοχάζετο, μένει εισέτι πόθος ευσεβής και ατέλεστος ακριβώς διότι η κατόρθωσις του δεν επετεύχθη διά της καλλιέργειας αγαθών προσωπικών σχέσεων αναμέσον των λαών, αλλ' ιδία των ποιμένων αμφοτέρων των Εκκλησιών, προσέρχομαι πρώτος, ελάχιστος εγώ επίσκοπος έχων την υψηλήν τιμήν να καλώμαι ποιμήν της πρώτης εν Ευρώπη θεμελιωθείσης χριστιανικής Εκκλησίας των Φιλίππων, και αίρων διά του παρόντος ταπεινού μου γράμματος το κάλυμμα αναμέσον των ποιμένων της Ορθοδόξου και της Αγγλικανικής Εκκλησίας θλιβεράς αδιαφορίας, προτείνω πρώτος την δεξιάν, και ικετεύω εν ονόματι Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να μη απωθήσητε αυτήν, όσον και αν είνε δεξιά ταπεινού και αφανούς Επισκόπου, αιτούμενος να δοθή εξ Υμών τοιαύτη, ής τα μέγιστα χρήζομεν οι Ανατολικοί Επίσκοποι, και ιδίως οι εν τοις δεινώς τεταραγμένοις τούτοις Μακεδονικοίς οικούντες τόποις, αλλά και πάντες οι αληθείς Επίσκοποι, όσοι αισθάνονται, οπόσον επείγουσα είνε η ανάγκη του έχειν πάντας εν και το αυτό πνεύμα της ενότητος και αγάπης, ίνα εν τη ενότητι και αγάπη ταύτη αποκτήσωμεν την ισχύν, ής χρήζομεν προς καταπολέμησιν του αντικειμένου, προς εδραίωσιν της Εκκλησίας και προς σωτηρίαν και ευδαιμονίαν του χριστιανικού κόσμου, εν ω το Πνεύμα το Άγιον έθετο ημάς επισκόπους ποιμαίνειν της Εκκλησίαν του Χριστού.
Το ποθούμενον και ζητούμενον είνε να μάθω πρώτον αν εγένετο τι έκτοτε και γίνεται παρ' υμών αποτελεσματικόν προς επιτυχίαν του μεγίστου και καλλίστου τούτου έργου της των Εκκλησιών ενώσεως' αν εις το γινόμενον τούτο δύνανται και τα αμυδρά φώτα της ταπεινής γνώσεως και του ιερού ζήλου ενός Ορθοδόξου επισκόπουνα συνεισενέγκωσι την μικράν αυτών συμβολήν, καίτοι ο επίσκοπος ούτος λαλεί ουχί εν ονόματι της εαυτού Εκκλησίας, ήν εκπροσωπεί η Σύνοδος των επισκόπων μετά του Πατριάρχου παρ ημίν, αλλά λαλεί τα ρήματα της χριστιανικής αγάπης,ήτις “πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, ουδέποτε εκπίπτει”, ταύτης δ' εσμέν οφείλεται αδιακρίτως προς άπαντας, μάλιστα δε τους πιστούς, διότι της βασιλείας ταύτης η επέκτασις δύναται μόνον τας τραχείας οδούς απεργαζόμενη λείας, να οδηγήση ημάς εις την ευκταίαν και τόσον ποθητήν παρ' υμίν ένωσιν' και αν ο ιδρυθείς κατά Ιούλιον του 1905 σωτηρίου έτους σύλλογος “Αγγλορθοδόξων Εκκλησιών Ένωσις” ονομαζόμενος, ο την δι' έργων ουχί μόνον διά λόγων άρσιν και εξομάλυνσιν των δυσκολιών αναμέσον των Ορθοδόξων και των Αγγλικανών και την στενωτέραν επικοινωνίαν των μελών των δύο Εκκλησιών, ως ύψιστον αυτού σκοπόν προτεξάμενος, ήρξατο εργαζόμενος πρακτικώς και τελεσφόρως καλλιεργών την ευκταίαν και ευεργετικήν αναμέσον των δύο Εκκλησιών τούτων επικοινωνίαν δεύτερον αν δεν κείται μακράν του ιερού των υμετέρων Σεβασμιωτάτων Επισκόπων τούτων σκοπού να ταπεινώσητε κατά μίμησιν του αρχιποιμένος Χριστού υμάς αυτούς μέχρι του βάθους των ημετέρων συμφορών και της δυστυχίας, εν ή παλαίουσι κατά τα δεινοπαθούντα ταύτα Μακεδονικά μέρη μυριάδες αδελφών χριστιανών και χρώμενοι τη ισχύει και εξουσία, ής εστέ κάτοχοι εν τω μεγάλω και ευγενεί υμών έθνει, να ενεργήσετε και τεθή ούτω φραγμός εις την αλληλοκτονίαν αδελφών, πατασσομένων των χειρών αδίκων αρξαμένων πρώτον, και στειρεύσωσιν αι πηγαί της κακοδαιμονίας των κατά Ανατολάς Εκκλησιών και αποδοθή η ειρήνη και αγάπη και ομοφροσύνη ανά μέσον των αλληλοσπαρασσομένων τέκνων μιας κοινής Μητρός, τουθ'όπερ έσται: ασφαλέστατος και περί της των πάντων ενώσεως αρραβών και εγγύησις, αλλ' άμα και ύψιστος τίτλος χριστιανικής δόξας διά τους κράτιστον μέλημα και πόθον την των Εκκλησιών ένωσιν τρέφοντας εν ταις εαυτών ψυχαίς Αγγλικανικούς επισκόπους.
Αδίστακτον τρέφων την πεποίθησιν ότι δεν θέλτε παρίδει την θερμήν ταύτην ικεσίαν Επισκόπου, ον φονοκτονία αδελφική αναγκάζει να στρέφη τον λογισμόν προς τους αρχηγούς της χριστιανικής εκείνης Εκκλησίας, ήτις τηλικούτον τρέφει πόθον προς την αδελφικήν χριστιανικήν αγάπην και προς την των πάντων ένωσιν έρωτα, και τόσον διακαώς ποθεί και εργάζεται όπως άπασαι αι Εκκλησίαι λησμονήσωσι τας χωριζούσας αυτάς διαιρέσεις και σπουδάσωσι “τηρείν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης και αποτελέσωσιν εν σώμα και εν πνεύμα εν μία ελπίδι της κλήσεως αυτών”, διότι “Εις κύριος, μία πίστις εν βάπτισμα, εις Θεός και πατήρ πάντων ο επί πάντων και διά πάντων εν πάσι ημίν”
Εξαιτούμαι τας αδελφικάς ευχάς της υμετέρας Σεβασμιωτάτης Κορυφής, και εύχομαι όπως “ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ή μετά του πνεύματός σου”, αδελφέ εν Χριστώ.
Αμήν.

Ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός και πρόθυμος












  • Ο Δράμας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

(Σελίδα 65).

Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει τίποτα Ορθόδοξο στην επιστολή αυτή του Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Η αγγλικανική “εκκλησία” παρουσιάζεται ως Ορθοδοξούσα σύμφωνα με την έκφραση του Χρυσοστόμου, οι Αγγλικανοί Επίσκοποι ως κανονικοί επίσκοποι της Εκκλησίας του Χριστού τους οποίους ονομάζει “ευσεβεστάτους”, η αγάπη παρουσιάζεται ως το μόνο μέσο προς επικοινωνία και ένωση μεταξύ των “εκκλησιών”. Η “ένωση των εκκλησιών” απορρίπτει το Σύμβολο της Πίστεως (Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν) αλλά αρνείται και την Εκκλησία επειδή απορρίπτει την Ιεραποστολή.
Ότι το Συνέδριον, συμφώνως προς την μεγάλην ευχήν αυτού του Ιδρυτού της Εκκλησίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, “ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ” ανέλαβε την καθιέρωσιν ειδικών υπέρ ενώσεως των Εκκλησιών ευχών, ας υπέβαλεν ως καθήκον τοις Χριστιανοίς.
Αναφέρεται η φράση ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι Οικουμενιστές Πατριάρχες και Επίσκοποι, την “καθόλου εκκλησίαν” και τις επιμέρους “εκκλησίες” Ορθοδόξων και Αγγλικανών, λέγει ότι πρώτος αυτός προτείνει την δεξία του χείρα και ικετεύει να μην την απωθήσουν οι Αγγλικανοί κλπ!
όπως καλλιεργήσωσιν ούτω στενωτέρας σχέσεις μεταξύ των Εκκλησίων της Ανατολής και της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και λάβωσι μέτρα προς μετάφρασιν βιβλίων πραγματευομένων περί τις προς αλλήλας σχέσεως των διαφόρων Εκκλησιών, και ιδίως κατηχήσεως και λειτουργικών, αίτινες τα μέγιστα συμβάλλονται προς αμοιβαίαν συνεννόησιν.
Προτείνει μάλιστα τη μετάφραση των Λειτουργικών κειμένων όπως και οι σύγχρονοι Οικουμενιστές!
όλαι αι Εκκλησίαι οφείλουσι να λησμονήσωσι τας χωριζούσας αυτάς διακρίσεις και ν' αποβάλωσι τας ανά μέσον αυτών διαφοράς, αν θέλωσι να γίνωσι κάτοχοι δυνάμεως, ήτις θα ηδύνατο να περιγραφή μόνον ως βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω και πυρί.
Υποστηρίζει δηλαδή ότι πρέπει να λησμονηθούν τα δόγματα και οι Ιεροί Κανόνες!!!
Το σημείο αυτό της επιστολής είναι τρομερό. Διότι θέτουν σε αντιπαραβολή την Πατερική Θεολογία της ακριβείας και της αληθείας, την οποία ο Χρυσόστομος αναιδώς και με θράσος ονομάζει αναίσθητο, επειδή δεν μετακινεί τα όριά της, με τη θεολογία της αγάπης χωρίς αληθεία, η οποία είναι η καρδιά του Οικουμενισμού. Ξεχωρίζει λοιπόν ο Χρυσόστομος τη θέση του και ξεκάθαρα τάσσεται υπέρ της θεολογίας της αγάπης άνευ αληθείας, και ακριβείας και της ενότητος, η οποία προέρχεται από αυτήν την αγάπη, το οποίο ονομάζει ύψιστο και καθήκον παντός χριστιανού. Στο σημείο αυτό υβρίζονται οι Πατέρες οι οποίοι εγκολπώθηκαν αυτή την κατά τον Χρυσόστομο αναίσθητο και αμετακίνητο θεολογία και υμνούνται οι οικουμενιστές με την προοδευτική θεολογία της ψευδεπίγραφης αγάπης!
Αν το μέγα και ευλογημένον έργον της των Εκκλησιών ενώσεως μετά όλην δεκαετίαν από του χρόνου της συγκροτήσεως του εν Λαμβυθώ Συνεδρίου έστη αργόν και σχεδόν ειπείν ουδέ βήμα ποδός τουλάχιστον ως προς τας Εκκλησίας της Ανατολής εχώρησε προς τα εμπρός, ζητητέα τα κυριώτατα αίτια και εν τη ασημάντω μεν και σχεδόν ειπείν ΑΝΑΙΣΘΗΤΩ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΕΙ ΗΤΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑΣ ΑΠΟΚΕΚΡΥΣΤΑΛΛΩΜΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΤΟΛΜΩΣΑΣ ΟΥΔ ΕΠ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΜΕΤΑΚΙΝΩΣΙΝ ΟΡΙΑ, Α ΚΑΛΩΣ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΥΤΩΝ ΕΘΕΝΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ αλλά κυρίως συγχωρήσατέ μου να ειπώ εν αγάπη εν τω οτι αι του υμετέρου Συνεδρίου αποφάσεις άχρι ταύτης της στιγμής χρονοτριβούσι κάθ όσον εγώ γνωρίζω, εν τω σταδίω των λόγων, μήπω προβάσαι εις έργον και εκτέλεσιν. (Σελίδα 68).

Το 1920 στρατολογούνται οι Σμυρναίοι διά την ενίσχυση του ελληνικού στρατού.
Ο Χρ Σολομωνίδης περιγράφει αυτό το γεγονός και την συμβολή του Χρυσοστόμου.
Τον Φεβρουάριο του 1920 ο Αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος κάλεσε τους Σμυρναίους νέους όπως προσέλθουν στις τάξεις του στρατού και συμπολεμήσουν με τους στρατιώτες που ήρθαν από την Ελλάδα. Ο Χρυσόστομος είχε ήδη καταρτίσει πλήρη κατάλογο των στρατευμάτων Σμυρναίων, με βάση το μητροπολιτικό αρχείο, και τον έθεσε υπόψιν του Αρχιστρατήγου.
Συγχρόνως εξέδωσε την ακόλουθη εγκύκλιο προς τους ιερείς, εφοροεπιτρόπους και πάντας τους ευσεβείς Χριστιανούς”:
Τέκνα ημών εν Κυρίω, αγαπητά, πατρικώς νυν ευχόμεθα. Νυν υπέρ πάντων αγών. Η μεγάλη ώρα εσήμανεν! Επέστη η από μακρού μετά τοσαύτης αγωνίας αναμενόμενη εσχάτη στιγμή, καθ ην τα τετιμημένα παλληκάρια του Έθνους μας ορμώσιν εις τα διάφορα μέτωπα της μικρασιατικής Ελλάδος μετ ακρατήτου ενθουσιασμού, όπως μεγαλύνωσιν αυτήν, εξασφαλίζοντα και εις ημάς και εις τους έτι στενάζοντας υπό την πτέρναν του τυράννου ταλαιπώρους αδελφούς μας γλυκείαν και διαρκή ελευθερίαν' ηρχίσαμεν ήδη χαιρετίζοντες νέας δάφνας, νέους θριάμβους, νέα τρόπαια, και Η ΘΕΑ ΝΙΚΗ ΧΡΥΣΟΠΤΕΡΟΣ διατρέχει τα ένδοξα των Ελλήνων στρατόπεδα, επιβραβεύουσα τα αγαθά της εις σε τέτοιους πολεμιστάς και εις τους λυτρωμένους από μακρού βαρυτάτου ζυγού. (Α Τόμος σελίδα 279)

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος δηλαδή, σε ποιμαντική δηλαδή εγκύκλιό του προς του ιερείς της Μητροπόλεώς του και προς πάντες τους ευσεβείς Χριστιανούς αναφέρει την υποστήριξη της Θεάς Νίκης!
Η “θεά” Νίκη ήταν θεά της ελληνικής μυθολογίας και εκπροσωπούσε τη δόξα του ελληνικού πολιτισμού. Ήταν κόρη της Στύγας και του Πάλλαντα, ενώ είχε αδέρφια της το Κράτος, το Ζήλο και τη Βία. Σύμφωνα με τη μυθολογία, όταν επικράτησε η λατρεία του Δία ως αρχηγού των θεών, η Νίκη και τα αδέρφια της έγιναν ακόλουθοί του. Σύμφωνα με άλλο μύθο, η Στύγα πρόσφερε τα παιδιά της ως συμμάχους του Δία κατά την Τιτανομαχία. Ήταν ο ηνίοχος των θεών, όπως συχνά απεικονίζεται. Συχνά επίσης εμφανίζεται με φτερά, σε αντίθεση με άλλες γυναικείες θεότητες, οι οποίες ήδη κατά την κλασσική περίοδο εμφανίζονταν χωρίς φτερά. Η μυθολογία είναι η θρησκεία της ειδωλολατρίας και πίσω από τα είδωλα κρύβονται δαίμονες σύμφωνα με τον Ψαλμό 95 του Αγίου Προφήτου Δαυΐδ “Πάντες Θεοί Εθνών Δαιμόνια”.

Ο Χρυσόστομος του 1922:
Χρ Σολομωνίδη, Χρυσόστομος Σμύρνης Β Τόμος σελίδα 57.
Επιστολή προς τον επίσκοπο Τόμας, πρόεδρο της Επισκοπιανής Εκκλησίας στη Νέα Υόρκη.

Εις το ζωηρόν τούτο ενδιαφέρον της Υμετέρας Σεβασμιότητος και πάσης της εν Χω Υμών Αδελφότητος, αποκρινόμεθα και ημείς οι ταπεινοί της Ανατολής Επίσκοποι μετά του αυτού και ίσου, αν μη και θερμοτέρου ενδιαφέροντος, διότι εν ταις Υμετέραις Εκκλησίαις του Νέου Κόσμου και ιδίως ταις Επισκοπιαναίς και Αγγλικανικαίς ημείς εμβλέπομεν αν όχι τον τύπον της ιδεώδους Εκκλησίας των πρώτων αποστολικών χρόνων, αλλά πάντως τον τύπον αγνής, απλής, απερίττου αρχεγόνου Χριστιανικής Εκκλησίας εν τη οποία η Χριστιανική πίστις και αληθεία ορθοτομείται εις βαθμόν σχεδόν ειπείν τέλειον και τοιούτον, οποίος τας Επισκοπιανάς Εκκλησίας εξ όλων των προτεσταντικών Εκκλησιών πλησιάζει τελείως προς τας ημετέρας Αποστολικάς Εκκλησίας, ων αι διδασκαλίαι και αι παραδόσεις παρ όλην την χωρίζουσαν τας Υμετέρας Εκκλησίας απέραντον απόστασιν, τόπον και χρόνον συμπίπτουσι και συνταυτίζονται.

Αδελφέ εν Χώ, η καλλιτέρα οδός να πλησιάσωμεν προς αλλήλους και να μας γνωρίσητε και να Σας αγαπήσωμεν, ουδεμία άλλη ήτο ενδεδειγμένη παρά αυτής της αδελφικής αγάπης και συμπαθείας, η οποία αγάπη κατά τον Απόστολον ουδέποτε εκπίπτει και αν ακόμη η γνώσις και τα μυστήρια και τα δόγματα και η πίστις καταλυθώσιν. Είμεθα πλήρως ικανοποιημένοι, διότι αι καρδίαι Σας ωμίλησαν προς τα ημετέρας, και η πνοή και η ψυχή μας εισήλθεν εις την πνοήν και ψυχήν Υμών.
Θέλημα Θεού είνε να βαδίσωμεν αυτήν την οδό, την οποίαν πρώτον εχαράξετε Υμείς και ολόκληρος η τιμή θα ανήκει εν τη ιστορία και Υμάς. Ημείς οι εξ Ανατολών θέλομεν προσπαθήση εντείνοντες όλας μας τας δυνάμεις να Σας ακολουθήσωμεν εις την καλήν ταύτην οδόν μέχρις ου καταντήσωμεν εις την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού.

Είναι ολοφάνερο ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης δεν έβλεπε διαφορές μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών, μεταξύ αληθείας και ψεύδους αλλά ήταν για αυτόν άπαντα κοινά.
Σε αυτή την επιστολή αποκαλούνται οι αιρέσεις ως “εκκλησίες” και η Εκκλησία παρουσιάζεται διηρημένη και άρα όχι μία σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστεως.
«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες. Εν τω θεανθρωπίνω αυτού σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι ένας και μοναδικός. Δι' αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον. Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, που πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την θεανθρωπίνην και αιωνίως ζώσαν άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16). Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του θεανθρωπίνου σώματός της.
Έτσι έχουν κατ' αρχήν αποκοπή οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, κατόπιν οι Πνευματομάχοι, κατόπιν οι Μονοφυσίται, κατόπιν οι Εικονομάχοι, κατόπιν οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, κατόπιν οι Ουνίται και εν συνεχεία όλα τα άλλα μέλη των αιρετικών και σχισματικών λεγεώνων
». [Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007

Επίσης παρατηρούμε τη διαστρέβλωση του χωρίου του Αποστόλου Παύλου “η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει' είτε δε προφητείαι καταργηθήσονται' είτε γλώσσαι, παύσονται' είτε γνώσις καταργηθήσεται”(Α Προς Κορινθίους 13,8).
Λέει ο Απόστολος ότι θα καταργηθούν οι προφητείες, οι γλώσσες και η γνώση, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΟΥΔΟΛΩΣ ΣΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΕΝΩ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ και απευθυνόμενος στους Προτεστάντες εσκεμμένα υποβαθμίζει τα δόγματα και την πίστη, υπερυψώνοντας πάνω από αυτά την αγάπη, πράγμα το οποίο είναι η καρδιά του Οικουμενισμού και η χειρίστη των πλανών διότι αγάπη δίχως Αλήθεια είναι ψεύτικη αγάπη.

Από το σχέδιο της Μικρασιατικής αμύνης του Χρυσοστόμου το 1922.
Από την επιστολή του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τον Πάπα της Ρώμης
Χρ Σολομωνίδη, Χρυσόστομος Σμύρνης Β Τόμος σελίδες 45-46.

Είναι η πρώτη φορά, από την Άλωση της Πόλης, που Έλλην Ορθόδοξος Αρχιερεύς επικοινωνεί επίσημα με τον Αρχηγό της Δυτικής “Εκκλησίας” και ζητά τη συμπαράστασή του....

...Έπειτα το Εθνικόν μας τούτου Κέντρο διά του Πατριάρχου θα κάμη υστάτη έκκλησιν προς την παγκόσμιον χριστιανικήν συνείδησιν και προς τα Υπάτας χριστιανικάς Κορυφάς των διαφόρων μεγάλων του κορμού του χριστιανικού δένδρου κλάδων, από του Πάπα και του Κανταβρυγίας, του Πριμάτου και των Επισκόπων των διαφόρων Εκκλησιών της Αμερικής, του Αρχηγού της Σκωτικής Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας, της Σουηδίας, της Ελβετίας και αυτής της Λουθηριανής Γερμανίας, προς τους Ορθοδόξους Βασιλείς και Κυβερνήσεις και τους Αρχιεπισκόπους της Ρουμανίας και Σερβίας, τους Προέδρους και τους Ορθοδόξους Μητροπολίτας της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, και προς αυτούς έτι τους μπολσεβικίζοντας Ρώσους, Πατριάρχην τε και Μητροπολίτας των, εν ονόματι της χριστιανικής αλληλεγγύης και αγάπης, η οποία φαίνεται ότι όχι μόνο απέβαλε την αρχαίαν πνευματικήν καλλονήν και ηθική ωραιότητά της, αλλά ότι και τέλεον εχρεωκόπησε, καθ' ην στιγμήν οι Μουσουλμάνοι της Ασίας και Αφρικής τόσην αδελφικήν αγάπην και αλληλεγγύην και προστασίαν επιδαψιλεύουσι προς τους Μουσουλμάνους της Τουρκίας.
Μη ανεχθείτε Μακαριώτατε (εννοεί τον αιρετικό Πάπα) εν ταις μεγάλαις ημέραις της Υπάτης Αρχιερατείας εν των μέσω του Χριστιανικού κόσμου να διαπραχθή τηλικούτον βδελυρόν κατά των ελευθερωθέντων άπαξ τέκνων του Χριστού ανοσιούργημα...

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης προσφωνεί τον αιρετικό Πάπα ως Ορθόδοξο Επίσκοπο στα πόδια του οποίου τα βάσανα των χριστιανών, επικαλείται την πατρική του προστασία, παρακαλεί να υψώσει την πατρική του φωνή, υπογράφει ως εν Χριστώ αδελφός κλπ.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αναφέρει επί λέξη: Μη ανεχθείτε Μακαριώτατε εν ταις ημέραις της υπάτης αρχιερατείας! Η λέξη “υπάτις” σημαίνει ύψιστος, ανώτατος, υπέρτατος, πρώτος, πράγμα που σημαίνει ότι ο Χρυσόστομος αναγνωρίζει στον μεγαλύτερο αιρεσιάρχη όλων των αιώνων, όχι μόνο την αρχιερωσύνη, την οποία δεν έχουν οι αιρετικοί, αλλά την αρχιερωσύνη όπως την ονειρεύεται ο Πάπας, δηλαδή ως του μόνου αντιπροσώπου του Χριστού επί της γής! Βέβαια η απάντηση του Πάπα δεν εστάλη στον Χρυσόστομο αλλά λίγο αργότερα στον Κεμάλ Ατατούρκ, ως συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τη γενοκτονία των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων.


Βιβλιογραφικές Αναφορές:
Ιερομονάχου Ευθυμίου Τρικαμηνά Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης
Αναίρεσις της παρανόμου αγιοποιήσεως του και δογματική προσέγγιση αυτής
Εκδόσεις Ορθοδοξία




ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΙΟΣ

Δέν θά σέ ἀρνηθῶμεν ὦ φίλη Ὀρθοδοξία!

Δέν θά σέ ἀπαρνηθῶμεν ὦ πατροπαράδοτον σέβας!

Δέν ἀποχωριζόμεθα ἀπό σέ, ὦ μῆτερ εὐσέβεια!

Ἐντός σοῦ ἐγεννήθημεν καί διά ἐσέ ζῶμεν καί μετά σοῦ θα κοιμηθῶμεν.

Εἴθε νά τό καλέσῃ ὁ καιρός! καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ θά ἀποθάνωμεν· διότι ἐκεῖνος ὁποῦ συμφιλιάζει μέ τούς ἐχθρούς τοῦ βασιλέως δέν δύναται νά εἶναι φίλος τοῦ βασιλέως!

Ὁ ἀπαρνούμενος διά νεύματος μόνον τόν Θεόν ὑπόκειται εἰς ἀπώλειαν καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τόν λόγον, μέ τόν τρόπον καί διά γραμμάτων κινδυ­νεύει περί τήν πίστιν, πῶς θά εἶναι Ὀρθόδοξος; ».

Η Αντιμετώπιση του Οικουμενισμού

Η Αντιμετώπιση του Οικουμενισμού

Χρυσόστομος Σμύρνης

Χρυσόστομος Σμύρνης

Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης

Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης