Sunday, July 12, 2015
Thursday, June 11, 2015
Sunday, May 10, 2015
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ, π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ, π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 27/11/2014 ΜΕ ΘΕΜΑ:
« ΙΕ΄ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ»
Ἄν καί, ὅπως ἀναφέραμε, ἐξ ἀρχῆς φάνηκαν οἱ προθέσεις καί ὁ σκοπός τῆς διοργανώσεως τῆς ἡμερίδος αὐτῆς, στό τέλος πού διεξήχθη ἡ ἐπεισοδιακή συζήτησις ἔπεσαν τελείως οἱ μάσκες τῶν διοργανωτῶν καί ἀπεκαλύφθη ἡ δολιότης των κατά τρόπο πασιφανῆ καί ἀπροκάλυπτο, σέ σημεῖο νά χάσουν οἱ διοργανωτές τόν ἔλεγχο ὄχι μόνον τῆς συζητήσεως ἀλλά καί αὐτοῦ τοῦ ἑαυτοῦ των.
Ὅταν ἄκουσα ἐκ τῶν ὑστέρων τήν μαγνητοφωνημένη αὐτή συζήτησι, ἐλυπήθηκα γιά τό κατάντημα αὐτό τῶν διοργανωτῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἐσεβάστηκαν ὄχι μόνο βασικές ἀρχές μιᾶς εἰλικρινοῦς καί δημοκρατικῆς συζητήσεως, ἀλλά ὑποτίμησαν καί αὐτή τήν νοημοσύνη τῶν ἀκροατῶν, καὶ χρησιμοποίησαν ἀθέμιτα μέσα γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν νά ἀποδεχθοῦν ὡς ἀληθῆ καί ὀρθόδοξα ὅλα τά ψεύδη καί τίς ἀπάτες πού ἀκούστηκαν ἀπό τούς εἰσηγητές· ὅλα αὐτὰ δηλαδή, τά ὁποῖα στὶς προηγούμενες δημοσιεύσεις (ἄρθρα) ἐσχολιάσαμε κατά τό δυνατόν στά πλαίσια τῆς ἐνημερωτικῆς αὐτῆς κριτικῆς μας μελέτης.
Θά ἠδυνάμεθα μετά βεβαιότητος νά ἰσχυρισθοῦμε, καί ν’ ἀποδείξωμε ἄν χρειαστῆ, ὅτι κάθε λέξι καί πρότασι τῶν εἰσηγητῶν περιέκλειε ἕνα ψεῦδος, μία παγίδα καί μία δολιότητα σέ σημεῖο νά ὑπερτερήσουν κατά πολύ οἱ εἰσηγητές, τῶν πολιτικῶν, τῶν διπλωματῶν ἤ ἀκόμη καί τῶν διεφθαρμένων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τά πάντα προκειμένου νά πείσουν τούς ἀνθρώπους δι’ αὐτά τά ὁποῖα πραγματεύονται.
Στήν Ἐκκλησία βέβαια, στήν ὁποία τό μόνιμο ὑποστατικό της κριτήριο εἶναι ἡ ἀλήθεια, οἱ ἐπιπτώσεις ἀπό τέτοιες διαστρεβλώσεις τῆς ἀλήθειας εἶναι ἀσυγκρίτως σοβαρότερες καί χειρότερες ἀπό ὅτι στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, διότι ἐκεῖ εἶναι δεδομένη ἡ ἀπάτη καί τό ψεῦδος, ἐνῶ ἐδῶ εἶναι δεδομένη ἡ ἀλήθεια, ἡ αὐθεντικότης καί ἡ γνησιότης, σέ σημεῖο πού ἄν αὐτά ἐκλείψουν παύει καί αὐτή νά ὑφίσταται. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀπέδειξαν οἱ εἰσηγητές καί οἱ διοργανωτές ὅτι αὐτή ἡ Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, δέν εἶναι ἡ διαχρονική Ὀρθόδοξος, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῆς Ν. Ἐποχῆς, ἡ ὁποία τό μόνο πού ἔχει κρατήσει ἀπό τήν διαχρονική καί Ὀρθόδοξο εἶναι ἡ Ἀποστολική διαδοχή καί ἡ ἐξωτερική τυπολατρεία, ἐνῶ ἔχει ἀπωλέσει πλέον τήν ἀλήθεια, ὄχι τόσο στά βασικά δόγματα, ἀλλά στήν ἀλλοίωσι καί διαστροφή τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων καί τῆς περί αἱρετικῶν Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Αὐτό τό τελευταῖο, ἡ σχέσις δηλαδή καί ἡ ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς δέν εἶναι, γιά τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, κάτι τό ἐπουσιῶδες καί ἀνούσιο, ἀλλά κάτι τό οὐσιῶδες καί συστατικό, θά λέγαμε, γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον κοινωνία, κατά τήν θεολογική ἔννοια, σημαίνει ἐνσωμάτωσις καί ὁμοίωσις κατά τόν τύπο τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος.
Γιά τούς Ἀντιοικουμενιστές ὅμως, ὅπως ἀποδεικνύεται, ἡ ἔννοια αὐτή τῆς κοινωνίας ἔχει διαστραφῆ καί σημαίνει ἕναν συνεταιρισμό καί μία συνεργασία κατά τήν ὁποία δύναται ἕκαστος, ἐνῶ ἔχει πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, νά κρατῆ συγχρόνως τήν πίστι του, νά κατηγορῆ καί νά ἐλέγχη γιά θέματα πίστεως αὐτούς μέ τούς ὁποίους ἔχει αὐτή τήν πλήρη κοινωνία, νά θεωρῆ ὅτι κατέχει πλήρη τήν ἀλήθεια, ὄχι μόνον σέ προσωπικό ἐπίπεδο, ἀλλά καί σέ ἐκκλησιαστικό, παρά τήν πλήρη κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί παρά τό ὅτι ὄχι μόνον οἱ εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ κεφαλές εἶναι αἱρετικές, ἀλλά καί ἡ γραμμή καί πορεία τήν ὁποία συνοδικῶς ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπολύτως αἱρετική καί προσαρμοσμένη στίς ἐπιταγές τῆς πανθρησκείας καί τῆς Ν. Ἐποχῆς.
Στήν ἔναρξι τῆς συζητήσεως ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, ὑπεύθυνος τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀνέφερε τά ἑξῆς: «Θά προχωρήσουμε μετά τό διάλλειμα στή συζήτησι γιά νά καταλήξουμε στή συνέχεια στά πορίσματα καί στή λῆξι τῆς Ἡμερίδος».
Μέ αὐτό τό ὁποῖο ἀνέφερε ὁ π. Παῦλος, ἐξυπακούεται ὅτι τά πορίσματα τῆς Ἡμερίδος θά ἀνακοινώνοντο καί θά ἐτύγχανον τῆς ἐγκρίσεως, τουλάχιστον κατά πλειοψηφίαν, ὅλων τῶν παρόντων εἰς τήν Ἡμερίδα. Αὐτά τά πορίσματα ὅμως οὔτε ἀκούστηκαν στήν Ἡμερίδα, οὔτε πολύ περισσότερο ἐγκρίθηκαν ἀπό τούς παρόντες, ἀπεναντίας μάλιστα, ὑπῆρξε πλήρης ἀντίδρασις τοῦ ἀκροατηρίου σέ βαθμό παροξυσμοῦ, ὀχλαγωγίας καί διαμάχης, ἐναντίον τῶν εἰσηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν μέ τόν τρόπο τους ὅτι ἀπευθύνοντο σέ ἀνοήτους καί νοητικά καθυστερημένους ἤ σέ μωρά παιδιά. Δι’ αὐτό ἐξεπλάγημεν ὅταν αὐτά τά πορίσματα τά εἴδαμε δημοσιευμένα στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» καί στό διαδίκτυο, σάν νά τά ἐγκρίναμε ὅλοι οἱ παρόντες καί κατανοήσαμε, βέβαια ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι εἶχαν καί αὐτά ἐκ τῶν προτέρων καταρτισθεῖ καί συνταχθεῖ μέσα στά πλαίσια καί τούς σκοπούς τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδος.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως, ὅταν ἐζήτησα νά ὁμιλήσω, ἔθεσα πάλι μεταξύ τῶν ἄλλων καί τίς δύο ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες εἴχαμε ὑποβάλει στους ὑπευθύνους τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, ὅταν ἀπαντήσαμε στήν κριτική τους μελέτη περί τῆς διαχρονικῆς συμφωνίας τῶν Πατέρων διά τήν ἀποτείχισι. Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές ἦσαν οἱ ἑξῆς:
«1. Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία συνηγορεῖ ἤ ἔστω ταιριάζει μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Μέ ἄλλα λόγια πρός κατανόησι, ποῦ διδάσκεται εἰς τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἁγίους Πατέρες ἡ παραμονή τῶν πιστῶν εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, ἡ ἀναγνώρισίς των εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἡ μνημόνευσίς των κλπ. μέχρι δηλαδή ἀποφάσεως τῆς Συνόδου;
2. Ποῦ διδάσκεται στήν Ἁγία Γραφή καί στούς ἁγίους Πατέρες ὅτι μέ τήν παραμονή μας εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δέν ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι των, δέν συνοδοιποροῦμε μέ τήν αἵρεσι καί δέν μολυνόμεθα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική αὐτή ἐπικοινωνία, ἔστω δηλαδή καί ἄν ἔχωμε ὀρθόδοξο φρόνημα».
Μέ αὐτές εἴχαμε ζητήσει ἀπό τούς ὑπευθύνους τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί κατ’ ἐπέκτασι ἀπό ὅλους τούς Ἀντιοικουμενιστές νά κατοχυρώσουν ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τήν νεόδμητο καί νεοφανῆ πορεία τοῦ συναγελασμοῦ καί τῆς ἐνσωματώσεως σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι εἶναι ἄκρως λυπηρό καί ἀπελπιστικά ἀπογοητευτικό νά ζητοῦμε ἐπί ἔτη ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι γιά ἕνα θέμα πορείας καί γραμμῆς ἐν καιρῷ αἱρέσεως, γιά ἕνα θέμα πού ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἔχει τόση ἄμεση σχέσι μέ τήν σωτηρία τῶν πιστῶν καί οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων, καί κατ’ ἐπέκτασιν ὅλοι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, νά δηλώνουν ἐπισήμως καί ὁμοφώνως διά τῆς σιωπῆς καί ἀφωνίας των, ὅτι ἡ πορεία καί γραμμή τήν ὁποία διδάσκουν δέν στηρίζεται, οὔτε στό ἐλάχιστο, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή, οὔτε στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, οὔτε βεβαίως στους Ἱερούς Κανόνες.
Αὐτό σημαίνει ὅτι διδάσκουν καί ἐπικροτοῦν μία θεωρία, ἡ ὁποία ταιριάζει ἀπόλυτα μέ τή Ν. Ἐποχή καί μέ αὐτή τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ’ ὅσον διασφαλίζει τίς ἀποσχίσεις ἀπό τήν αἵρεσι καί ἀποκλείει τήν ἐπάνοδο στήν Ὀρθοδοξία. Ὅταν δηλαδή διαρκῶς καί κατ’ ἐπανάληψι οἱ Ἀντιοικουμενιστές δηλώνουν ὅτι ὁ μόνιμος φόβος των εἶναι ἡ δημιουργία σχισμάτων, καί ἐννοοῦν βεβαίως ὡς σχίσμα τήν ἀπόσχισι ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ὅταν, αὐτούς πού ἀποσχίζονται ἀπό τήν αἵρεσι, τούς θεωροῦν ἐκτός Ἐκκλησίας, ὅταν τήν Ἐκκλησία τήν τοποθετοῦν καί τήν ὁριοθετοῦν ἐντός τῆς αἱρέσεως καί ἀναγνωρίζουν τίς ποινές πού ἐπιβάλλουν οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές στούς Ὀρθοδόξους ἀποτειχισμένους, ὅταν διακηρύσσουν τήν πρωτοφανῆ θεωρία ὅτι δέν μολύνονται ἀπό τήν κοινωνία καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς, ὅταν τέλος δέν ὑπάρχει ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι τῆς πορείας των, τότε ἀσφαλῶς ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία των εἶναι αἱρετική καί ἡ προσφορά των στούς Οἰκουμενιστές μεγίστη.
Ὅταν λοιπόν ἐζητήσαμε νά μᾶς κατοχυρώσουν ἁγιογραφικά καί πατερικά τήν στάσι των κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως, ὁ συντονιστής τῆς Ἡμερίδος καί ὑπεύθυνος τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων π. Παῦλος Δημητρακόπουλος ἀνέφερε, κατά τό δή λεγόμενο, ἄλλα ἀντί ἄλλων. Δηλαδή ἀναφέρθηκε στά χωρία αὐτά, τά ὁποῖα διδάσκουν τήν ἀποτείχισι καί χωρίς οὐδεμία κατοχύρωσι ἀπεφάνθη ὅτι ἐμεῖς τά παρερμηνεύουμε.
Ἐδῶ ἀκριβῶς φαίνεται ἡ δολιότης καί ἡ πονηρία του, διότι ἐνῶ ἐμεῖς τοῦ ζητούσαμε νά κατοχυρώση ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τήν στάσι των, αὐτός ἰσχυρίσθηκε ὅτι ἐμεῖς διαστρέφομε καί παρερμηνεύομε τήν Ἁγία Γραφή. Βεβαίως δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων νά διδάσκουν συγχρόνως καί τήν ἀποτείχισι καί τήν παραμονή στούς αἱρετικούς ποιμένες καί ὡς ἐκ τούτου, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζομε εἴκοσι (20) τουλάχιστον χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἑκατοντάδες ἄλλα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα ὁμιλοῦν καί διακελεύουν τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη οὔτε λέξι στήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἡ ὁποία νά συνηγορῆ ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσεται τό ἀντίθετο, δηλαδή τήν παραμονή καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς.
Αὐτήν ὅμως τήν μεγάλη ἀλήθεια δέν δύνανται νά ὁμολογήσουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές, διότι προφανῶς καταρρίπτει ὅλες τίς νεόδμητες καί αἱρετικές θεωρίες των περί δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος καί ἐνσωματώσεως καί πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο, λοιπόν, ὅταν τούς ζητοῦμε ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι τῶν θεωριῶν των καί τῆς πορείας των πράττουν αὐτό τό ὁποῖο κάνει καί ἡ σουπιά, ὅταν θέλει νά ξεφύγη ἀπό κάποιο κίνδυνο, ὁ ὁποῖος δύναται νά τῆς στοιχίση τήν ἴδια της τή ζωή. Ὅλες δέ οἱ θεωρίες τίς ὁποῖες διαδίδουν περί δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, περί δημιουργίας σχισμάτων, περί τῆς ἄχρι καιροῦ μνημονεύσεως, περί συνοδικῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως κλπ., καθώς καί ὅλα τά πρός ἀποφυγήν καί ὄχι πρός μίμησι παραδείγματα, τά ὁποῖα ἀνασύρουν ἀπό τίς σκοτεινές σελίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί αὐτά τά ὁποῖα κατ’ οἰκονομίαν ἔπραξαν οἱ Ἅγιοι λόγῳ κάποιας μεγάλης ἀνάγκης καί γιά συγκεκριμένο καί περιορισμένο χρονικό διάστημα, καί βεβαίως ἡ ἀποδοχή τῆς τακτικῆς τῶν συγχρόνων γερόντων καί ἡ νέα μέθοδος ὁμολογίας διά χαρτοπολέμου, ἀνήκουν στο ἔργο καί τήν μέθοδο τῆς ἐν κινδύνῳ εὑρισκομένης σουπιᾶς, ἐφ’ ὅσον στεροῦνται ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς κατοχυρώσεως.
Πρέπει νά σημειωθῆ εἰς τό σημεῖο αὐτό ὅτι ἡ μέθοδος καί τακτική τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ δημιουργία ἄλλης παραδόσεως γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, αὐτή δέ τή νέα παράδοσι ἐπιδιώκουν νά τήν ἐπιβάλλουν μέ τόν πλέον ὕπουλο καί δόλιο τρόπο καί, ἐπί πλέον, θέλουν νά παρουσιάζωνται ὡς παραδοσιακοί καί ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι καί βεβαίως ἡγέτες τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος καί ὁμολογητές, σέ σημεῖο νά μάχωνται ὁ,τιδήποτε ἀντιστρατεύεται καί ὑπονομεύει τή θέσι των, ἔστω καί ἄν εἶναι ἁγιογραφικό, πατερικό καί Ὀρθόδοξο.
Αὐτός νομίζω εἶναι καί ὁ κύριος λόγος πού τούς ἀναγκάζει νά μάχωνται τήν ἴδια τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί νά χρησιμοποιοῦν τήν μέθοδο καί τακτική τῆς σουπιᾶς, κάθε φορά πού τούς προκαλοῦμε νά κατοχυρώσουν ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τίς θέσεις των. Συντονισμένος λοιπόν καί ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος σ’ αὐτήν τήν τακτική καί μέθοδο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἀπέφυγε τεχνηέντως νά ἀπαντήση, γιά μία ἀκόμη φορά, στίς ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες τοῦ ἐθέσαμε κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως καί τοιουτοτρόπως ἐπιβεβαίωσε τήν ἀντορθόδοξο καί ἀντιπατερική πορεία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Εἶναι ἀναγκαῖο νά τονίσωμε ὅτι στήν συζήτησι αὐτῆς τῆς Ἡμερίδος ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ προσεπάθησε μέ διάφορες κολακεῖες καί ἐπαίνους πρός τούς ἀποτειχισμένους νά γεφυρώση τό κενό τῆς διαφορετικῆς πορείας μεταξύ Ἀντιοικουμενιστῶν καί Ἀποτειχισμένων καί μάλιστα νά παρουσιάση μία δῆθεν κοινή πορεία καί ἀλληλοπεριχώρησι, καί γι’ αὐτό τόν σκοπό ἀνέφερε, ἀπευθυνόμενος πρός τούς ἀποτειχισμένους, ὅτι μᾶς θεωρεῖ ἐκλεκτά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἀγῶνας μας τούς βοηθᾶ κλπ. Ἐδῶ παρατηρεῖται βεβαίως καί μία ἀκόμη ἀντίθεσι μέ ἕτερο εἰσηγητή, τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη, ὁ ὁποῖος κατέταξε καί ταύτισε τούς ἀποτειχισμένους μαζί μέ τούς Παλαιοημερολογίτες Ζηλωτές.
Αὐτά ὅλα βεβαίως ἀποτελοῦν θεολογικά πυροτεχνήματα καί ἄνευ ὅρων καί ὁρίων ὑποκρισία, ἐφ’ ὅσον συγχρόνως ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ θεωρεῖ τήν ἀποτείχισι πλάνη, ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐκδήλωσι οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζήλου, θεωρεῖ ἔγκυρες τίς ποινές πού ἐπιβάλλουν οἱ συνάδελφοί του Οἰκουμενιστές στούς ἀποτειχισμένους γιά θέματα πίστεως κλπ. Ἴσως βεβαίως τά ἀνέφερε αὐτά γιά νά καταπραΰνη τά πνεύματα καί νά βγῆ ἀπό τό ἀδιέξοδο πού ὡδηγήθηκε ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις. Ἄλλωστε θεωρεῖται φυσικό αὐτός, ὁ ὁποῖος διέστρεψε στό ἔπακρον τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, νά ὑποκρίνεται καί νά διαστρέφει τήν σχέσι καί πορεία μεταξύ Ἀντιοικουμενιστῶν καί Ἀποτειχισμένων.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως αὐτῆς ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἀνέφερε καί ἄλλες πλάνες καί αἱρέσεις καί ἀπεκάλυψε, μέ τόν πλέον εὔγλωττο τρόπο, τούς διαλογισμούς τῶν καρδιῶν τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Ἡ πρώτη πλάνη καί αἵρεσις εἶναι πώς θεωρεῖ ὅτι ἡ ἰσότιμος συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων καί συνεπῶς καί αὐτοῦ τοῦ ἰδίου στο Π.Σ.Ε. δέν ἀποτελεῖ παρέκκλισι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, δέν ἔχει τίποτε τό μεμπτόν, δέν ἔχει κἄν δογματικό ἤ θεολογικό ἤ μυστηριακό χαρακτῆρα, ἁπλῶς εἶναι μόνο μία κοινωνική ἐκδήλωσις καί προσέγγισις, χωρίς ἐκκλησιαστικές διαστάσεις. Θά πρέπει, ἀνέφερε, νά ἀποχωρήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τό Π.Σ.Ε. μόνον γιά τόν λόγο τῆς δημιουργίας τοῦ ἄλλοθι στούς Προτεστάντες, καθώς καί τῆς ψευδαισθήσεως ὅτι βαδίζουν ὀρθῶς! Εἰς αὐτά ὅλα θά ἀφήσουμε νά ἀπαντήση ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καί νά διδάξη τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, τί σημαίνει ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε.
«.... Πανιερώτατε καὶ Ἅγιοι Συνοδικοὶ Πατέρες. Ἕως πότε θὰἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν μας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεώς μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν; ...... Ἦτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ νὰ ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόμα δὲ καὶ Ἱεράρχαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ Σέρβοι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν «ὀργανικὴν» μετοχὴν καὶ συμπερίληψιν εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικὸς «ὀργανισμός», μία «νέα Ἐκκλησία» ὑπεράνω τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ μὴ Ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνο «μέλη» («ὀργανικῶς μεταξὺ τῶν συνδεδεμένα»!); Ἀλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία!Ἀπορρίπτομεν τὴν ὀρθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αὐτὸν τὸν ὀργανικὸν δεσμὸν μετὰ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τοῦ παναχράντου Τοῦ Σώματος –τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων– καὶ θέλομεν νὰ γίνωμεν «ὀργανικὰ μέλη» τοῦ αἱρετικοῦ, οὐμανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοῦς καὶ ἀνθρωπολατρικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 263 αἱρέσεις, ἡ δὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς πνευματικὸς θάνατος! Ὡς Ὀρθόδοξοι, εἴμεθα «μέλη Χριστοῦ». «Ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Καὶ ἡμεῖς τοῦτο πράττομεν διὰ τῆς «ὀργανικῆς» συνδέσεώς μας μετὰ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰ μὴ ἀναβίωσις τῆς ἀθέου ἀνθρωπολατρείας – εἰδωλολατρείας. (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς)».
Ὁ ἅγιος λοιπόν Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς θεωρεῖ προδοσία τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε., ἡ δέ προδοσία εἶναι ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς θεωρεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε.
Ἐδῶ πρέπει νά τονίσωμε ὅτι ἀποτελεῖ μέθοδο καί γραμμή τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν νά ἰσχυρίζωνται ὅτι αὐτό καί ἐκεῖνο δέν εἶναι τίποτε και, ἔτσι, νά ἀθετοῦν μία–μία τίς Ὀρθόδοξες Παραδόσεις, νά ἀμβλύνουν τό Ὀρθόδοξο κριτήριο καί νά δημιουργοῦν καινούρια παράδοσι στίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ἀκολουθώντας πιστά τήν γραμμή τῶν Οἰκουμενιστῶν ἰσχυρίστηκε στήν συζήτησι ὅτι ἡ ἔνταξις τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε. δέν ἔχει τίποτε τό μεμπτόν, δέν ἔχει ἐκκλησιαστικές διαστάσεις, ἀλλά εἶναι ἁπλῶς μία συνεργασία σέ καθαρά κοινωνικό ἐπίπεδο,
Ἐδῶ εἶναι ἀνάγκη νά προσθέσουμε ὅτι ὅλα (κυριολεκτικά ὅλα) ὅσα ὑποστηρίζουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές, τά ὑποστηρίζουν πάντοτε μέ τό θράσος χιλίων Καρδιναλίων καί ποτέ (κυριολεκτικῶς ποτέ) δέν προσάγουν πρός στήριξι τῶν ἀπόψεων καί θέσεών των κάποιο ἁγιογραφικό χωρίο ἤ ἕναν Κανόνα ἤ κάποια διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Αὐτό συνέβη καί στίς δικαιολογίες πού προέβαλε ὁ Μητροπολίτης γιά τήν ἔνταξι καί συμμετοχή του στό Π.Σ.Ε.
Οἱ πλάνες ὅμως τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, ὅπως ἀπεκαλύφθησαν στήν Ἡμερίδα, τήν ὁποία διοργάνωσε ὁ ἴδιος γιά νά δικαιολογήση τόν συναγελασμό του μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, ἔχουν ἀμέτρητο βάθος καί πρέπει νά τίς παρουσιάσωμε πρός ἐνημέρωσι τῶν Ὀρθοδόξων ἀνησυχούντων καί εὐαισθητοποιημένων πιστῶν.
Γιά νά ἀθετήση, ἐπί παραδείγματι, τήν διδασκαλία τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων περί διακοπῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν ποιμένων, ἀνέφερε εἰς τήν διεξαχθεῖσα συζήτησι τά ἑξῆς: «Ἐσεῖς π. Εὐθύμιε ποιόν Ἐπίσκοπο μνημονεύετε; Μνημονεύετε “πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων”. Μά τί εἶστε, ὑπερσύνοδος καί μνημονεύετε “πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων”; Ποῖος Κανόνας τό προβλέπει αὐτό, στήν Ἐκκλησία μας ἕνας πρεσβύτερος νά μνημονεύη πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων; Καί ποῖος ἅγιος Πατέρας τό ἔκανε αὐτό στήν Ἐκκλησία;».
Ἐδῶ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἐνθυμήθηκε τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς ἁγίους Πατέρες. Τώρα πιστεύω ὅτι καθίσταται πασιφανές γιατί δέν ἐνθυμεῖται τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς Ἁγίους, ὅταν συναγελάζεται ὡς ἰσότιμο μέλος μέ τούς αἱρετικούς τοῦ Π.Σ.Ε., ὅταν εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, τούς ὁποίους μάλιστα καί ἀνεθεμάτισε ἀπό ἄμβωνος τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν διδάσκει ὅτι δέν μολύνεται ἀπό τήν ἐνσωμάτωσι αὐτή, ὅταν μεταθέτει τά ὅρια τῆς ἀποτειχίσεως στό κοινό ποτήριο κλπ., ἤ καί ὅταν, τέλος πάντων, ὑπογράφει τά διαζύγια γιά ὁποιονδήποτε λόγο καί τίς ἄδειες γιά δεύτερους καί τρίτους μοιχικούς γάμους, σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τῆς πολιτείας.
Ἐμεῖς ὅμως, παρὰ ταῦτα, πρέπει νά ἀπαντήσωμε στήν ἔνστάσί του αὐτή, γιά νά μήν δώσωμε ἔστω τήν παραμικρή ὑποψία ὅτι αὐθαιρέτως βαδίζομε, χωρίς νά συμμορφωνώμεθα καί νά ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὅπως πράττουν αὐτοί. Κατ’ ἀρχάς λοιπόν ἡ ἔκφρασις «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» εἶναι λειτουργική ἔκφρασις καί δέν εἶναι ἐπινόησις δική μας. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου μετά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων ὁ λειτουργῶν ἱερεύς ἀναφέρει μυστικῶς τά ἑξῆς: «Μνήσθητι Κύριε πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας. Μνήσθητι Κύριε κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου καί τῆς ἐμῆς ἀναξιότητος∙ συγχώρησόν μοι πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον κλπ.».
Στήν ἀκολουθία ἐπίσης τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ ὁ ἱερεύς, λίγο πρίν τήν εὐχή τῆς ἐπικλήσεως, ἀναφέρει πάλι τήν ἴδια μνημόνευσι: «Μνήσθητι Κύριε, πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας καί παντός ἱερατικοῦ και μοναχικοῦ τάγματος καί τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Μνήσθητι Κύριε, τῶν μισούντων καί ἀγαπώντων ἡμᾶς κλπ.».
Ἀσφαλῶς ὅταν ἀναφέρει ὁ ἱερεύς τίς λειτουργικές αὐτές εὐχές δέν καθιστᾶ τόν ἑαυτόν του ὑπερσύνοδο, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, καί πρέπει ἐδῶ, ὡς ἐν παρόδῳ, νά τονίσωμε ὅτι ἡ συγκεκριμένη εὐχή ἀποκλείει τήν μνημόνευσι οἱουδήποτε Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὁ ὀρθοτομῶν δέ τόν λόγον τῆς ἀληθείας Ἐπίσκοπος, κατά τόν Χρυσορρήμονα ἅγιο, εἶναι αὐτός πού τέμνει τά νόθα (ὁμιλία Ε΄ στήν πρός Τιμόθεον ἐπιστολή P.G. 62, 626). Ἀποκλείεται, ὡς ἐκ τούτου ἡ λειτουργική μνημόνευσις τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, διότι αὐτοί δέν τέμνουν τά νόθα, ἀλλά τά εἰσάγουν. Ἀποκλείεται ἐπίσης ἡ μνημόνευσις καί τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν Ἐπισκόπων, διότι καί αὐτοί εἰσάγουν τά νόθα, ἐπειδή συμπορεύονται μέ τούς Οἰκουμενιστές, τούς ἀναγνωρίζουν ὡς ὀρθοτομοῦντες τόν λόγον τῆς ἀληθείας, ἔχουν πολλές πλάνες καί αἱρέσεις καί τό κυριώτερο σιγοντάρουν τήν αἵρεσι καί ἐμποδίζουν ἀπό τήν σωτήριο ὁδό τῆς ἀποτειχίσεως τούς ἀνησυχοῦντας Ὀρθοδόξους.
Ὁ σκοπός ὅμως, ὅπως φαίνεται, τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ δέν εἶναι, νά μᾶς ὑποδείξη τί πρέπει, ὡς ἀποτειχισμένοι, νά μνημονεύωμε, ἀλλά νά ἀκυρώση τήν ἴδια τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί, βεβαίως, τήν πατερική ὁδό τῆς ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἀποτειχίσεως. Στό Ἅγιον Ὄρος οἱ ἀποτειχισμένοι, ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, πατέρες ἀναφέρουν κανονικά τήν λειτουργική αἴτησι, χωρίς νά ἀναφέρουν τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχη. Λέγουν γιά παράδειγμα«ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν, τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας κλπ.», ὅπως ἐπίσης «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν, ὅν χάρισαι ταῖς ἁγίαις Σου Ἐκκλησίαις σῶον, ἔντιμον κλπ.».
Ὁ μακαριστός π. Νικόδημος Μπιλάλης σέ προσωπική συζήτησι πού εἴχαμε κάποτε μοῦ εἶχε ἀναφέρει ὅτι ἀπό μελέτες πού ἔκανε διεπίστωσε ὅτι εἶναι ὀρθότερον διά τούς Ἀποτειχισμένους ἡ ἐπίκλησις τῆς λειτουργικῆς ἐκφράσεως«ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» καί αὐτήν ἀπαιτοῦσε νά ἐκφωνῆται ἀπό τούς ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσαν στό κελί του στό Ἅγιον Ὄρος. Τήν εἶχε μάλιστα καταγεγραμμένη καί παρατιθεμένη ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τοῦ κελιοῦ του, γιά νά εἶναι ὁρατή στούς ἱερεῖς πού λειτουργοῦσαν.
Ἄν λοιπόν τό πρόβλημα τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς εἶναι τό τί πρέπει νά ἀναφέρουν οἱ διακόπτοντες τήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου λόγῳ αἱρέσεως, νά μᾶς τό ὑποδείξη καί ἄν εἶναι σύμφωνο μέ τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, εὐχαρίστως θά τό ἀκολουθήσωμε. Ἄν ὅμως ὁ σκοπός του εἶναι νά ἀκυρώση τήν πατερική ὁδό τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, τότε ἀποδεικνύεται μέγας ὑποκριτής καί προσπαθεῖ νά φθάση στόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό «δι’ ἄλλης ὁδοῦ», ὅτι δῆθεν δέν εἶναι σωστή ἡ ἔκφρασις πού χρησιμοποιοῦμε. Ἄλλωστε οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι δέν στεκόμεθα στίς λέξεις, ἀλλά στά νοήματα καί στά πράγματα και, στήν προκειμένη περίπτωσι, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὄχι τό τί θά ποῦμε, ἀλλά τί πράττομε μέ αὐτό τό ὁποῖο λέγομε.
Ἀπό τήν διεξαχθεῖσα συζήτησι ἀποδείχθηκε αὐτό, τό ὁποῖο ἐμεῖς τό ἔχουμε κατανοήσει πλήρως, πλήν ὅμως κάποιοι θέλουν νά ἐθελοτυφλοῦν καί νομίζουν ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἀκολουθοῦν πιστά τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων. Αὐτό λοιπόν τό ὁποῖο διεπιστώσαμε εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἔχουν δημιουργήσει δική τους παράδοσι καί δική τους θεολογία καί δι’ αὐτό ἀδιαφοροῦν πλήρως διά τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως ὁ π. Μάξιμος Βαρβαρής, ὁ ὁποῖος ἦτο παρών στήν Ἡμερίδα, διά νά ἀποδείξη ὅτι οἱ εἰσηγητές δέν ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἐπαρουσίασε ἕνα θαυμάσιο χωρίο τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τό ὁποῖο ἐδίδασκε ξεκάθαρα ὅτι καί Ὀρθόδοξο φρόνημα νά ἔχη κάποιος, ἐφ’ ὅσον ἀκολουθεῖ, συνοδοιπορεῖ καί εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τούς αἱρετικούς καταδικάζεται καί αὐτός ὅπως καί ἐκεῖνοι. Ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἶναι ἀπό ἐπιστολή πρός τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων καί ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«...οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411,68). Τά ἴδια ἀναφέρει ὁ ὅσιος καί σέ ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας: «οἱ μέν τέλεον ναυαγήσαντες περί τήν πίστιν, οἱ δέ, εἰ καί τούς λογισμούς οὐ καταποντισθέντες, τῇ δέ αἱρετικῇ κοινωνίᾳ ἐξ ἡμισείας δέει σωματικοῦ θανάτου συγκινδυνεύοντες...» (Φατ. 275,407,42).
Οἱ Ἀντιοικουμενιστές, βέβαια, δέν πιστεύουν στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί δι’ αὐτό ἔχουν δημιουργήσει τήν νεοποχίτικη θεωρία ὅτι κάποιος δέν βλάπτεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ἀρκεῖ νά ἔχη ὀρθόδοξο φρόνημα καί νά μήν ἀποδέχεται τίς αἱρέσεις των. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐτόνισε καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς γιά νά δικαιολογήση τήν ἰσότιμο ἔνταξι τῶν Ὀρθοδόξων (καί τοῦ ἑαυτοῦ του) στό Π.Σ.Ε. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἀντικρούσουν τήν ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία μέ ἀνάλογη διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρών καί δι’ αὐτό, ὅταν τούς παρουσιάζωμε αὐτήν τήν διδασκαλία ἤ ἀλλάζουν θέμα ἤ μᾶς λέγουν ὅτι ἐμεῖς δέν ἑρμηνεύουμε σωστά τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους ἤ καταλήγουν στήν ἀγαπητή καί προσφιλῆ τους μέθοδο τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τήν ὁποία ἔχουν ἀναγάγει σέ ἐπιστήμη γιά νά παρουσιάσουν τούς ἑαυτούς των ὑπερμάχους τῆς πίστεως. Εἶναι λυπηρό νά ὑπάρχουν περισσότερα ἀπό εἴκοσι ἁγιογραφικά χωρία τά ὁποῖα ὁμιλοῦν γιά τήν ἀποτείχισι ἀπό τούς αἱρετικούς, καί ἑκατοντάδες πατερικά, καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές νά μισοῦν κυριολεκτικά τήν ἀποτείχισι καί νά βολεύωνται στόν συναγελασμό, στήν συνύπαρξι καί στήν ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς.
Ἕνα ἄλλο θέμα τό ὁποῖο ἐτέθη στή συζήτησι καί κατέστη καί αὐτό αἰτία νά ἀποκαλυφθοῦν πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί ἦτο καί το θέμα τῆς ἁγιότητος τοῦ π. Ἰωσήφ τοῦ Σπηλαιώτου, τοῦ Ἁγιορείτου καί ἡσυχαστοῦ. Κάποιος ἀδελφός ἀπηύθηνε στούς εἰσηγητές τήν ἐρώτησι, ἄν τόν ἀποδέχωνται γιά ἅγιο. Τότε ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος ἔπλεξε τό ἐγκώμιο τοῦ π. Ἰωσήφ τοῦ Σπηλαιώτου καί ἡσυχαστοῦ, εἶπε ὅτι εἶναι μέγας ἅγιος, ὅτι ἐπροσκύνησε σέ ἕνα παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι τά λείψανά του, τά ὁποῖα εὐωδίαζαν, καί ὅτι εἶναι καί ὁ ἴδιος πνευματικός ἀπόγονος τοῦ γέροντος π. Ἰωσήφ. Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἀδελφός τοῦ ἐτόνισε ὅτι ὁ π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης μέχρι τόν θάνατό του δέν ἐμνημόνευε ἐπίσκοπο, ὅπως ἐπίσης δέν ἐμνημόνευαν καί τά πνευματικά του παιδιά, π. Χαράλαμπος στοῦ Μπουραζέρη καί π. Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης, μέχρι πού ἐπῆγαν στά μοναστήρια τῆς Φιλοθέου καί Διονυσίου. Μάλιστα ἐτονίσθη ὅτι ἐπῆγαν στά μοναστήρια ὑπό τόν ὅρο νά μνημονεύουν τόν Πατριάρχη.
Ὁ συντονιστής τῆς Ἡμερίδος π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔκανε καί χρέη ὑπασπιστοῦ τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος καί κατηύθυνε τήν συζήτησι στό ποθούμενο καί ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, φυσικά ἐξεμάνη καί δέν ἐδέχθη ὅτι ὁ π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης δέν ἐμνημόνευε μέχρι τόν θάνατό του, ὅπως καί τά πνευματικά του τέκνα, μέχρι πού ἐπῆγαν στά προαναφερθέντα μοναστήρια. Ἐμεῖς, πρός πληροφόρησι τῶν ἀδελφῶν καί διακρίβωσι τῆς ἀληθείας, ἐρευνήσαμε ἀπό μαρτυρίες τῶν πνευματικῶν παιδιῶν τοῦ π. Ἐφραίμ στόν Βόλο, καί μάλιστα παλαιῶν μοναχῶν δικῶν του, καί μᾶς διαβεβαίωσαν ὅτι τούς συνεβούλευε τήν περίοδο αὐτή, πρίν πάει δηλαδή στήν Ἱ. Μονή τῆς Φιλοθέου, νά μήν μνημονεύουν Ἐπίσκοπο λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Εἰς μάτην, ἐπίσης, τοῦ ἀναφέραμε ὅτι εἴμεθα παρόντες στίς Θ. Λειτουργίες στοῦ Μπουραζέρη καί στά Κατουνάκια στό κελί τοῦ π. Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτη, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί δέν ἐμνημόνευαν.
Ἀπέφυγε ἐπίσης νά ἀπαντήση στήν ἐρώτησι τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ, ἄν, ὅσοι ἁγιορεῖτες ἀποτειχίστηκαν κατά τήν τριετία 1970-1973 ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας καί ἄν, ὡς ἐκ τούτου, τά μυστήριά των ἦσαν ἄκυρα.
Ἀπό ὅλα αὐτά διαφαίνεται ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, πέραν τοῦ ὅτι μισοῦν καί πολεμοῦν τήν ἀποτείχισι καί τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως, προβάλλουν ὡς Ἁγίους αὐτούς τούς συγχρόνους γέροντες, οἱ ὁποῖοι τούς ἐξυπηρετοῦν στόν σκοπό τους και, κυριολεκτικῶς, θάβουν στήν ἀφάνεια καί λησμοσύνη ὅσους ἀποτειχίστηκαν καί διέκοψαν τήν μνημόνευσι τῶν Οἰκουμενιστῶν. Στήν προκειμένη μάλιστα περίπτωσι ὁ π. Παῦλος ἀναγκάστηκε νά ὁμολογήση τήν ἁγιότητα τοῦ π. Ἰωσήφ, τοῦ ἡσυχαστοῦ ἁγιορείτου καί τίς προσωπικές του ἐμπειρίες, πλήν ὅμως ποτέ δέν ὁμιλοῦν δι’ αὐτόν, οὔτε τόν προβάλλουν ὡς παράδειγμα, προφανῶς ἐπειδή ἦτο ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς του ἀποτειχισμένος.
Στό σημεῖο αὐτό, δεδομένης τῆς εὐκαιρίας, πρέπει νά ἀναφέρωμε καί μία ἄλλη ἀπάτη καί πονηρή μέθοδο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Ὅταν διαπιστώσουν ὅτι κάποιος καταφέρεται ἐναντίον τῶν συγχρόνων γερόντων ὡς ἐκ καθέδρας καί ἀπό θέσεως ἰσχύος, ὠρύονται καί ἐξαπολύουν μύδρους καί κεραυνούς ἐναντίον του, ἀπακαλώντας τον ἁγιομάχο κλπ. Ὅταν πάλι τούς ἐγκαλοῦμε γιά τήν ἀντιπατερική καί ἀντιαγιογραφική στάσι των, ἐκεῖ ἀκολουθοῦν τήν μέθοδο τῆς σωτηρίου σιωπῆς καί τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἐνῶ, ὅταν πιέζονται πολύ καί πρέπει κάτι νά ἀναφέρουν, περιορίζονται στήν τακτική τῶν συγχρόνων γερόντων.
Δέν καταλαβαίνουν ὅμως, οἱ δυστυχεῖς, ὅτι κατ’ οὐσίαν αὐτοί εἶναι ἁγιομάχοι, διότι μάχονται τήν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων. Εἶναι ἐπίσης ἁγιομάχοι, διότι προβάλλουν τήν λανθασμένη τακτική, στό σημεῖο αὐτό, τῶν συγχρόνων γερόντων καί διαγράφουν τοιουτοτρόπως ὅλη τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως Ὀρθόδοξο Παράδοσι, δημιουργοῦν δέ διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἄλλη Γραφή καί ἄλλη Παράδοσι, αὐτήν δηλαδή τοῦ ἐφησυχασμοῦ, τοῦ βολέματος καί τοῦ χαρτοπολέμου. Εἶναι τέλος ἁγιομάχοι διότι ἀνεγνώρισαν ὡς ἅγιο τόν ἐθνομάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης τόν Μασῶνο, οἰκουμενιστή, πατριδολάτρη, ἀρχαιολάτρη, ἀντιμοναχιστή, δυτικολάτρη κλπ. κλπ. καί τόν ἐτοποθέτησαν, νά τόν προσκυνᾶ ὁ λαός, δίπλα στούς πραγματικούς Ἁγίους, πρός ἐξευτελισμό τῶν Ἁγίων καί ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Κατά τά ἄλλα βεβαίως ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καταπολεμᾶ τόν Οἰκουμενισμό καί τήν Μασωνία καί θεωρεῖται ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
Πρέπει ἀκόμη νά τονίσωμε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι δέν θά ἀνεγνώριζαν ὡς ἅγιο κάποιον, ὁ ὁποῖος δέν ἐξυπηρετεῖ τά σχέδιά των καί ἐδῶ ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ πλάνη τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, διότι προβάλλοντας τούς συγχρόνους γέροντες δέν πράττουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐκμεταλλεύωνται καί αὐτούς τούς συγχρόνους γέροντες, οἱ μέν δηλαδή Οἰκουμενιστές γιά νά ἑδραιώσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές γιά νά ἑδραιώσουν τίς θεωρίες των, οἱ ὁποῖες ἀντιμάχονται τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους. Ὑπό αὐτήν τήν ἔννοια στό σημεῖο αὐτό Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές συμφωνοῦν καί συμπορεύονται ἔστω καί μέ διαφορετικό σκοπό ὁ καθένας.
Προσφάτως ἐδιάβαζα σέ ἕνα περιοδικό Παλαιοημερολογιτῶν ὅτι καί αὐτοί προτίθενται νά ἀναγνωρίσουν τρεῖς-τέσσερεις ἁγίους, μεταξύ δέ αὐτῶν καί τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο Καβουρίδη. Ἀντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς, ὅτι οἱ Ἅγιοι ἀντί νά θεραπεύσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θά τήν διευρύνουν ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του, καί βεβαίως οἱ μέν θά πολεμοῦν τούς Ἁγίους τῶν δέ, γιά νά ἀποδεικνύωμε καί ἐμπράκτως ὅτι εἴμεθα στά ἔσχατα χρόνια, στά ὁποῖα θά ἐπικρατεῖ ἡ σύγχυσις καί ὁ ἀποπροσανατολισμός, ὄχι μόνον μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί μεταξύ τῶν Ἁγίων. Ἤδη δέ οἱ Ἀντιοικουμενιστές παρουσιάζουν τούς Ἁγίους ὡς ἀντιμαχομένους, ἐφ’ ὅσον οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι δέν συμφωνοῦν μέ τούς παλαιούς στήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές συντάσσονται μέ τήν λανθασμένη, στό σημεῖο αὐτό, πορεία τῶν συγχρόνων Ἁγίων, ἐπειδή τούς βολεύει καί τούς ἐξυπηρετεῖ στήν δική τους πορεία.
Εἶναι ἀνάγκη νά τονίσωμε πρός ἐνημέρωσι τῶν Ὀρθοδόξων, ὅτι στήν διεξαχθεῖσα συζήτησι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἀπεκάλυψε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ θεσμός στήν Ἐκκλησία εἶναι συνοδικός, ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει γιά ὅλα τά θέματα καί ὅλοι ὑποτάσσονται καί ἀκολουθοῦν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἔστω καί διαμαρτυρόμενοι. Εἶπε συγκεκριμένα, γιά νά δικαιολογήση τήν ἔνταξι καί συμπόρευσί του στό Π.Σ.Ε., ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ἀποφασίζει ἕνας γιά ὅλους, ἀλλά ὅλοι γιά ὅλους.
Αὐτό βεβαίως ἀποτελεῖ πλάνη καί αἵρεσι, ἐφ’ ὅσον τό ἐπεκτείνει καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει, ἄν ἐγώ θά ἀνήκω στό Π.Σ.Ε., ἄν θά ἔχω ἀντιπροσώπους στούς διαλόγους καί στά «μαγειρέματα» τόν Μεσσηνίας καί τόν Δημητριάδος, ἄν θά θεωρῶ ἅγιο τόν Χρυσόστομο Σμύρνης καί ἄν τελικά θά σφραγισθῶ. Ἡ Σύνοδος λοιπόν εἶναι ὁ ρυθμιστής καί ὁ ἐκφραστής τῆς πίστεως ἑκάστου. Αὐτός εἶναι ὁ συνοδικός θεσμός τόν ὁποῖο ὑπεραμύνονται οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς καί αὐτός ὁ συνοδικός θεσμός δημιουργεῖ ἀνεύθυνα, ἄβουλα ὄντα καί κατευθυνόμενα ρομπότ. Οἱ Πατέρες ὅμως ποτέ δέν εἶδαν τόν συνοδικό θεσμό ἀνεξάρτητα ἀπό τήν Ὀρθοδοξία στήν πίστι, ἀλλά μόνο ὑπό τήν προϋπόθεσι τῆς διαφυλάξεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Αὐτός βεβαίως ὁ συνοδικός θεσμός, τόν ὁποῖο σθεναρῶς ὑπερασπίζονται οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ἐπί τῶν Αἱρέσεων Γραφείου τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, εἰσάγει τούς πιστούς στήν αἵρεσι καί διασφαλίζει τήν μόνιμη παραμονή τους εἰς αὐτήν. Αὐτός ὁ συνοδικός θεσμός διασφαλίζει τήν δεσποτοκρατία καί ἐκδιώκει τόν Χριστό μέ παπικό τρόπο ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὁμιλεῖ γιά ἄλλου εἴδους συνοδικό θεσμό, ὁ ὁποῖος σέβεται καί ἀκολουθεῖ τούς ἱερούς Κανόνες καί προστατεύει καί θωρακίζει τούς πιστούς ἀπό τήν αἵρεσι: «σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ , φησίν, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐν τῇ ἐρεύνῃ καί φυλακῇ τῶν κανόνων καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ᾿ ὡς δοκεῖ τῂ ἀληθείᾳ καί τῷ κανόνι καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. ἤ δείξωσιν οἱ συνελθόντες τοῦτοπεποιηκότες, καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς, ἤ, <εἰ> οὐ δεικνύουσιν, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί ταῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται· ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ θεοῦ δεδέσθαι φύσιν οὐκ ἔχει, καί ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάσῃ παραβάσει κανόνος ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» (Φατ. 24,66, 69).
Τελικά, θά εἴχαμε νά προτείνουμε στό γραφεῖο ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς νά ἀφαιρέσουν ἀπό τόν τίτλο του τήν λέξι «ἐπί», γιατί ἔτσι πιστεύουμε ὅτι θά τούς ἐκφράζει πλήρως ὁ τίτλος τοῦ γραφείου, καθόσον θά ὑποδηλώνει τά ἔργα καί τήν πορεία των.
Στήν συζήτησι ἐπίσης εἰπώθηκε ἀπό τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη, μεταξύ ἄλλων, καί κάτι γιά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, τό ὁποῖο πρέπει νά σχολιάσωμε, διότι περιέχει πολύ δόλο καί ἀπάτη καί νομίζομε ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἦτο ὁ καταλληλότερος ἀπό τούς εἰσηγητές, διά τόν σκοπό καί στόχο τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδος, διότι ἀποδείχθηκε ἐπιστήμονας στήν διαστροφή καί στό ψεῦδος καί μάλιστα, ὅταν ὅλα τά ἐπενδύει μέ μία πρωτοφανῆ ἀληθοφάνεια.
Ἀνέφερε λοιπόν ὁ π. Βασίλειος τά ἑξῆς: «Ἐγώ σᾶς προκαλῶ ἐδῶ μπροστά σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους, νά μᾶς φέρετε μία ἐκκλησιαστική ἱστορία, μία διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ὄχι μία ἀκολουθία ἤ ἕνα τροπάριο ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, νά μιλοῦν ὅτι ἐπαινοῦν τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως. Δέν ὑπάρχει, εἶναι ἀνύπαρκτη ἡ μοιχειανική αἵρεσις, ἐφεύρημα δεκαετιῶν ὀλίγων τῶν ἐνισταμένων καί τοῦ πατρός Θεοδωρήτου Μαύρου».
Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἔχει πρόβλημα μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί τό πρόβλημα νομίζομε ὅτι ἑστιάζεται εἰς τό ὅτι ὁ ὅσιος τοῦ χαλᾶ τά σχέδια καί κατακρημνίζει τίς θεωρίες του. Διότι ὁ μέν ὅσιος διδάσκει ὅτι ἡ δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις μίας καί μόνο εὐαγγελικῆς ἐντολῆς εἶναι αἵρεσις, ὁ δέ π. Βασίλειος Παπαδάκης διδάσκει ὅτι σήμερα δέν ὑπάρχει αἵρεσις, καμμία αἵρεσις, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ἀθετοῦνται δημοσίως καί συνοδικῶς, ὄχι μία ἀλλά πολλές εὐαγγελικές ἐντολές καί εἰδικά αὐτές πού ἀναφέρονται στήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς.
Ἐδῶ ὑπενθυμίζομε τήν δήλωσι τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ, ὅτι ἡ Σύνοδος καθορίζει τήν πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, τήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς π.χ. τήν ἔνταξι στό Π.Σ.Ε., τήν ἐκλογή τῶν ἀντιπροσώπων, ὥστε νά σταλοῦν οἱ πλέον ἄχρηστοι καί ἀκατάλληλοι, τήν συμμετοχή στούς λεγομένους θεολογικούς διαλόγους, τήν ἄδεια γιά συμπροσευχές καί συνιερουργίες, τήν ἀναγνώρισι τῶν Μασώνων καί αἱρετικῶν ὡς ἁγίων, τήν ὑπογραφή τῶν διαζυγίων γιά λόγους πού δέν προβλέπονται ἀπό τό εὐαγγέλιο κλπ.
Σχολιάζοντας λοιπόν τά λόγια αὐτά τοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη, πέραν τῆς ἐμπαθείας πού διαφαίνεται εἰς αὐτά ἐναντίον τοῦ ὁσίου, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι διακρίνονται ἀπό μία ἐξωτερική ἀληθοφάνεια, ἡ ὁποία ὅμως ἔγινε γιά ἄλλο λόγο καί σκοπό καί ὁ π. Βασίλειος τό ἐκμεταλλεύεται γιά νά ἀκυρώση τήν ὁμολογία τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία, ὅπως προαναφέραμε, ἔρχεται σέ πλήρη καί ἐκ διαμέτρου ἀντίθεσι μέ τήν ἰδική του νεοεποχίτικη διδασκαλία.
Ἡ ἀλήθεια λοιπόν εἰς τό σημεῖο αὐτό εἶναι ὅτι οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι, πλήν τῶν βιογράφων του, ἀποφεύγουν νά ἐπαινέσουν τήν ὁμολογία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἰς τό θέμα τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ὄχι γιατί δέν εἶναι ὀρθή καί κατά πάντα σύμφωνη μέ τό Εὐαγγέλιο, οὔτε διότι ἐστρέφετο ἡ ὁμολογία αὐτή ἐναντίον ἱεραρχικῶς ἀνωτέρων του, ἀλλά διότι ἐστρέφετο ἐναντίον μεγάλων Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μέ ἀγαθό σκοπό καί γιά τήν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας ἐδέχθηκαν τήν παρανομία στόν εὐαγγελικό νόμο ὡς οἰκονομία. Ἄν λοιπόν οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι ἐπαινοῦσαν φανερά τόν ὅσιο, θά ὑποβίβαζαν ἀσφαλῶς τούς δύο μεγάλους ἁγίους, Ταράσιο καί Νικηφόρο, κατά τῶν ὁποίων ἐστρέφετο ὁ ὅσιος.
Ἐπίσης ἄν οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι ἐκθείαζαν τόν ὅσιο γιά τήν ὁμολογία του αὐτή, θά ἐπαρουσίαζαν τούς Ἁγίους ἀντιμαχομένους, σέ σημεῖο μάλιστα διακοπῆς τῆς μεταξύ των ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ἔτσι σήμερα γιά παράδειγμα ἐκθειάζουν τούς συγχρόνους γέροντες οἱ ἀφελεῖς Ἀντιοικουμενιστές μέ κακό σκοπό καί πρόθεσι, πρός ἐφησυχασμό καί χαρτοπόλεμο καί δημιουργοῦν αὐτήν τήν ἀντίθεσι μεταξύ τῶν Ἁγίων, ἄλλα, δηλαδή, νά διδάσκουν οἱ παλαιοί Ἅγιοι καί ἄλλα οἱ σύγχρονοι γέροντες. Αὐτό τό χάος μεταξύ τῶν Ἁγίων ἐδημιούργησε καί ἡ Σύνοδος, εἰς τήν ὁποία ἀσφαλῶς ἀνήκει ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὅταν ἁγιοποίησαν τόν Μασῶνο καί αἱρετικό Χρυσόστομο Σμύρνης.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος μέσα στήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο εἶπε τά ἑξῆς, τά ὁποῖα βεβαίως ἐδέχθη ὁλόκληρη ἡ Σύνοδος: «Κατ’ οὐδέν τούς Πατέρας εὑρίσκομεν διαφωνοῦντας, ἀλλ’ ἐπί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος ὄντες πάντες τό αὐτό κηρύττουσιν καί διδάσκουσιν» καί ὀλίγον κατωτέρω: «Πανταχοῦ γάρ οἱ Πατέρες ἀλλήλοις σύμφωνοι εἰσίν, ἐναντίωσις δέ οὐδεμία ἔνεστιν αὐτοῖς∙ ἀλλ’ ἐναντιοῦνται αὐτοῖς οἱ τάς οἰκονομίας καί τούς σκοπούς αὐτῶν μή ἐπιστάμενοι» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τόμ. Γ΄, σελ. 237 καί 241).
Μέσα λοιπόν σ’ αὐτό τό πνεῦμα ὄντες οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι δέν ἐπαινοῦν τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη δι’ αὐτήν του τήν ὁμολογία, προκειμένου δηλαδή νά μήν ὑποτιμήσουν καί ὑποβαθμίσουν τούς δύο μεγάλους ἁγίους, Ταράσιο και Νικηφόρο
Τόν ἔπαινο ὅμως διά τήν ἔνστασι καί ὁμολογία τοῦ ὁσίου ἐξ αἰτίας τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως τόν ἀπέδωσαν πρῶτοι στόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη οἱ ἴδιοι οἱ δύο αὐτοί Πατριάρχες, Ταράσιος καί Νικηφόρος, οἱ ὁποῖοι καί ὡμολόγησαν μετά τήν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας των μέ τόν ὅσιο, ὅτι ὁ ὅσιος καλῶς ἔπραξε καί σύμφωνα μέ τίς Γραφές καί τούς Κανόνες.
Τόν ἔπαινο ἐπίσης, τόν ἀπέδωσαν στόν ὅσιο οἱ δύο Πατριάρχες, διότι ἀκολούθησαν κατά γράμμα, θά λέγαμε, τίς ὑποδείξεις του, καθαιρώντας τόν ἱερέα Ἰωσήφ καί ἀποκλείοντας ἔτσι κάθε νέα παράβασι γιά τέλεσι μοιχειανικῶν γάμων.
Τόν ἔπαινο ἀκόμη τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὅλη ἡ Κων/πολις, διότι ὑποδέχθηκαν ἅπαντες τόν ὅσιο ἀπό τήν ἐξορία ὡς μέγα ὁμολογητή καί φύλακα τῆς πίστεως.
Τόν ἔπαινο τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὁ ἴδιος ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος τόν ἀπεκάλεσε μιμητή τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ.
Τόν ἔπαινο τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὅλη ἡ αὐτοκρατορία, στά πέρατα τῆς ὁποίας ἔφτασαν τά κατορθώματά του, οἱ δέ Θεσσαλονικεῖς, ὅταν ἐχήρευσε ὁ ἐπισκοπικός των θρόνος, ἐζήτησαν ὡς Ἐπίσκοπο καί ποιμένα των τόν ἐξορισθέντα εἰς τήν πόλι των, μαζί μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο ἐξαιτίας τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ἅγιο Ἰωσήφ, ἀδελφό τοῦ ὁσίου.
Τόν ἔπαινο, ἐν κατακλεῖδι, ἀπέδωσε στόν ὅσιο διά τήν μοιχειανική αἵρεσι, ἡ μετά τήν ἐπάνοδό του ἐκ τῆς ἐξορίας του διά τήν μοιχειανική αἵρεσι συρροή στή μονή του χιλίων περίπου μοναχῶν καί ἡ διά κάθε θέμα καί πρόβλημα ἐκζήτησις τῆς γνώμης του.
Θά ἀναφέρωμε δύο –τρεῖς μαρτυρίες ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου γιά νά δείξωμε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων μας, ὡς πρός τήν τιμή καί τούς ἐπαίνους πού ἀπέδιδαν ἅπαντες στόν ὅσιο ἐξ αἰτίας τῆς ὁμολογίας του διά τήν μοιχειανική αἵρεσι καί τά ὑπόλοιπα πού ἀναφέραμε ἄς τά ἐρευνήσει ὁ π. Βασίλειος, χωρίς ἐμπάθεια καί προκατάληψι, γιά νά διδαχθῆ ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου τήν πραγματική ἀλήθεια.
«Ὁ δέ γε πατριάρχης (ὁ ἅγ. Νικηφόρος) καί πολλῷ πλέον, τήν μετά συνέσεως τοῦ ἀνδρός ἀποσεμνύνων παῤῥησίαν διαπαντός∙ καί διά τοῦτο, μηδέ τῆς πρός αὐτόν διαθέσεως καθυφέσθαι θελήσας ποτέ, μηδ’ ἐν αὐτῷ τῷ τῆς διαστάσεως καιρῷ∙ μή τήν γνώμην συνόλως μεταβαλεῖν∙ μή τήν τιμήν τήν ὑπερβαλλόντως ἐκεῖνον ἐτίμα, σμικρῦναι ἤ καί βραχύ παραπέμψεσθαι…» (P.G. 99, 160 A).
Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου, ὅτι ὁ Πατριάρχης ἅγιος Νικηφόρος ἐπαινοῦσε τόν ὅσιο πάντοτε, ἀκόμη καί κατά τόν καιρό τῆς μεταξύ των ἐκκλησιαστικῆς διαστάσεως καί ποτέ δέν σταμάτησε νά τιμᾶ καί νά ἐπαινῆ τόν ὅσιο. Ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ βιογράφου εἶναι ἀπό τό σημεῖο τῆς ἐξιστορήσεως τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως.
Ἀναφέρομε ἐν συνεχείᾳ τήν διάθεσι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὡς πρός τόν Πατριάρχη ἅγιο Νικηφόρο γιά νά καταδείξωμε τήν μεταξύ τῶν Ἁγίων ἀχώριστον ψυχική ἑνότητα, ἔστω καί ὅταν διεφώνουν μεταξύ των, ὁ καθένας γιά θεάρεστον λόγο: «Τούτοις ὁ Πατήρ (ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης) καί γνώμης ὅπως εἶχε καί λογισμοῦ διαῤῥήδην ἐμφήνας, ἀποδιίσταται, ὡς ἔφημεν, συνόλως αὐτῶν, μηδενός τό παράπαν πεφροντικώς, μή βασιλέως τά δεινά ποιήσειν αὐτόν ἀπειλοῦντος, μή τῶν ἐκείνου συμφρόνων, μυρίαν αὐτῷ τήν βίαν ἐπαγόντων, μή τῶν ἄλλων τῇ ἀρχῇ συμπραττόντων, ἱερέων τε καί λοιπῶν τῶν ἐν τέλει. Μόνου γε μήν τοῦ πατριάρχου ἀπευκτήν ὅλως καί οὐδέ φορητήν τό παράπαν ἐνόμιζε τήν διάζευξιν∙ οἰονεί διχοτομίας ἑαυτοῦ ἐπαισθόμενος, καί ὀδύναις ἀῤῥήτοις διά ταύτην βαλλόμενος. Ἀλλ’ ἐπειδή οὐκ ἦν ἄλλως αὐτῷ τό συνοῖσον ἐλέσθαι, ἔμενε φέρων τά λυπηρά, πάντα μᾶλλον αἱρούμενος, ἤ τι πρᾶξαι τῶν μή δοκούντων Θεῷ, καί φανῆναι ἄντικρυς, ἄλλο τι πρό ἐκείνου τιμῶν» (P.G.99,157 B).
Ἐδῶ ὁ βιογράφος ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀφόρητη λύπη τοῦ ὁσίου κατά τήν δευτέρα ἀποτείχισι διά τήν μοιχειανική αἵρεσι ἦταν ὁ ἁποχωρισμός καί ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἀπό τόν Πατριάρχη, ἅγιο Νικηφόρο. Ἔνοιωθε ὅτι ἐχώριζε τόν ἑαυτόν του στή μέση καί αἰσθανόταν ἀφόρητη ὀδύνη δι’ αὐτό, ἀλλά τό ὑπέφερε μέ πολύ πόνο διά νά μη δείξη διά τῶν πραγμάτων ὅτι προτιμᾶ κάτι ἀπό αὐτά πού δέν εἶναι ἀρεστά, οὔτε τά ἐνομοθέτησε ὁ Θεός. Αὐτή εἶναι ἡ ψυχική ἑνότης τῶν Ἁγίων, ἔστω καί ἄν κάποια φορά ἔλθουν σέ διάστασι.
Μία ἀκόμη ἀπόδειξις τῆς τιμῆς καί τοῦ ἐπαίνου πού ἀπολάμβανε ὁ ὅσιος ἀπό τόν ἅγιο Νικηφόρο: «Καί τί γάρ ἦν ἀντιλεγόμενον ἤ πραττόμενον παρά τῷ θεσπεσίῳ Νικηφόρῳ, ὅ μη τῇ κρίσει τοῦ Θεοδώρου ὑπήγετο καί τό ἔμπεδον αὐτόθεν ἐλάμβανεν; εἴτε ὡς τῆς συμφερούσης μοίρας ὑπάρχον, εἴτε καί ὡς ἄλλως ἐχούσης∙ τοιούτως ἦν αὐτῷ αἰδέσιμος ὁ θεῖος Πατήρ ἡμῶν, καί τά δευτέρια μετ’ αὐτόν ἐν τῇ συνόδῳ τῶν ἐπισκόπων φέρων, σοφίᾳ τε καί τῇ περί τό θεῖον εὐσεβείᾳ πάντων ὑπειλημμένος» (P.G. 99, 284 D).
Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου ὅτι ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὅ,τι ἔλεγε ἤ ἔπραττε τά ἔθετε ὅλα στήν κρίσι τοῦ ὁσίου γιά νά βεβαιωθῆ περί τῆς ὀρθότητός των. Ἐπίσης τοῦ εἶχε ἀποδώσει τήν δεύτερη μετά ἀπό αὐτόν θέσι μέσα στή Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων χάριν τῆς σοφίας καί εὐσεβείας του. Αὐτό εἶναι ὄντως κάτι σπάνιο καί πρωτοφανές, ἕνας ἱερέας δηλαδή καί ἡγούμενος νά ἔχη τήν δεύτερη θέσι μέσα στή Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων καί ἀσφαλῶς ἀποδεικνύει περίτρανα τήν ἀπεριόριστον τιμή, ἔπαινο καί ἐκτίμησι τοῦ ἁγίου Νικηφόρου πρός τόν ὅσιο.
Καί ἕνα τελευταῖο χωρίο ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει τήν τιμή καί τόν ἔπαινο πού τοῦ ἀπέδωσε ὅλη ἡ οἰκουμένη διά τήν ὁμολογία του κατά τήν μοιχειανική αἵρεσι: «Διαφημίζεται δέ κατά τό μᾶλλον ἔτι ἡ τοῦ Σακκουδίωνος προσηγορία, καί Θεόδωρος ἐν τοῖς ἁπάντων ἐμεγαλύνετο στόμασιν∙ καί τό ἔργον αὐτοῦ τῆς διά Θεόν ὑπερορίας εἰς πᾶσαν διατρέχει τήν ὑπ’ οὐρανόν» (P.G. 99, 257 C).
Καί ὀλίγο ἀνωτέρω ὁ βιογράφος σημειώνει τά ἑξῆς: «Ὅπερ ἵνα μή γένηται,(νά ἐπικρατήσουν δηλαδή στούς ἀνθρώπους τά σαρκικά πάθη, τῆς μοιχείας κλπ.)ἐν τοῖς προειρημένης ἀθληταῖς ἡ χάρις τοῦ παναγίου ἐκλάμψασα Πνεύματος, ἤλεγξεν ἀναφανδόν τῆς παρανομίας τό ἔργον∙ καί οὕτω μᾶλλον ὁ μέγας Θεόδωρος διαβοητότερος καθίσταται, μιμητής τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος, καί Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, οὐ μόνον ἐν τοῖς περιοίκοις, ἀλλά καί πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης· ἐν γάρ τῇ Θεσσαλονικέων τόν ἅπαντα χρόνον τῆς Κωνσταντίνου βασιλείας περιφρουρούμενος πόλει, εἰς τάς ἐξωτάτω χώρας τά τῶν ἰδίων κατορθωμάτων ἀπέπεμπε προτερήματα. Γεγράφηκε δέ καί τῷ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης δι’ οἰκέιων αὐτοῦ μαθητῶν δῆλα ταῦτα καταστησάμενος∙ καί ἀπεδέχθη παρ’ αὐτοῦ μεγάλως, ὡς μή ὑποστειλάμενος ἀναγγεῖλαι τά φίλα Θεῷ∙ παρ’ οὗ καί ἀντίγραφα ἐδέξατο καταγεραίροντα αὐτοῦ τήν ὑπέρ τοῦ καλοῦ ἔνστασίν τε καί ἄθλησιν, ὡς ἐξισουμένην τῇ τοῦ θείου Προδρόμου ἀξιοπρεπῶς παῤῥησίᾳ» (P.G. 99, 256, B).
Ὁ π. Βασίλειος Παπαδάκης δυστυχῶς ὁμολογεῖ ὅτι «εἶναι ἀνύπαρκτη ἡμοιχειανική αἵρεσις, ἐφεύρημα δεκαετιῶν ὀλίγων, τῶν ἐνισταμένων καί τοῦ π.Θεοδωρήτου Μαύρου». Δηλαδή ἡ ὁμολογία καί ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου, πού ἔγινεγνωστή σέ ὅλη τήν τότε οἰκουμένη, πού ἀπεκόμισε τόν ἔπαινο καί τήν τιμή πρόςτόν ὅσιο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, πού ἔγινε αἰτία νά σταματήση ὁ κατήφοροςτῶν ἀνθρώπων πρός τά σαρκικά πάθη, οἱ ὁποῖοι ἔπιπταν μάλιστα μέ τήν εὐλογίατῆς Ἐκκλησίας, αὐτή ἡ ὁμολογία ἔμεινε ἄγνωστη στόν π. Βασίλειο Παπαδάκη καίτήν ἐθεώρησε «ἐφεύρημα τῶν ἐνισταμένων καί τοῦ π. Θεοδωρήτου Μαύρου».Ἐδῶ πρέπει νά ὁμολογήσωμε ὅτι ἄν κάποιος θέλει νά διαπιστώση τήν διαστροφή καί τήν πλάνη, τήν ἐθελοτυφλία καί τήν προπαγάνδα σέ ἀπεριόριστο καί ἀνεξέλεγκτο βαθμό, θά πρέπει νά μελετήση ὁπωσδήποτε τόν π. Βασίλειο.
Θά ἔλθωμε τέλος στήν ὑμνολογία πού ἀπέδωσε ἡ Ἐκκλησία πρός τόν ὅσιο γιά νά ἀποδείξωμε καί δι’ αὐτῆς ὅτι ἡ τιμή καί ὁ ἔπαινος πού τοῦ ἀπέδωσε ἀφοροῦν καί τίς δύο αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς του, γιά τίς ὁποῖες ἀγωνίστηκε. Ἁπλῶς ἀναφέραμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι δέν τονίζουν τήν μοιχειανική αἵρεσι γιά νά μήν μειώσουν τούς δύο ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι στήν προκειμένου περίπτωσι ἐτήρησαν τήν γραμμή τῆς οἰκονομίας.
Τό τρίτο τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Χάρις δαψιλὴς τοῦ Πνεύματος, ἱερομύστα σαφῶς, ἐξεχύθη σοῖς χείλεσι, καὶ πηγὴν ἀνέβλυσε, διδαγμάτων Θεόδωρε, τῆς εὐσεβείας δείξασα πρόμαχον, τῆς ἀληθείας σφοδρὸν συνήγορον, στῦλον ἑδραίωμα, ὀρθοδόξου πίστεως, μοναδικοῦ, βίου ἀκριβέστατον, κανόνα πάνσοφε».
Ἐδῶ παρατηροῦμε ὁ ὑμνογράφος νά ἀναφέρη ὅτι ὁ ὅσιος ἦτο πρόμαχος τῆς εὐσεβείας, συνήγορος σφοδρός τῆς ἀληθείας, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Αὐτά ἀσφαλῶς χαρακτηρίζουν ὅλη τήν ζωή τοῦ ὁσίου, ἐπειδή δέν εἶναι δυνατόν ἡ δαψιλής χάρις τοῦ Πνεύματος νά ἀναδεικνύει σέ μερικές μόνο περιπτώσεις κάποιον ὡς πρόμαχος τῆς πίστεως καί σέ ἄλλες νά τόν ἀφήνη νά πλανηθῆ. Διότι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά κάποια μικρά λάθη, στά ὁποῖα εἶχαν ὑποπέσει καί οἱ Ἅγιοι γιά νά ταπεινώνωνται, ἀλλά γιά σοβαρά ἐκκλησιολογικά θέματα, ἀπό τά ὁποῖα ἠδύναντο νά πλανηθοῦν καί νά ἀπολεσθοῦν πολλοί ἄνθρωποι.
Στό κάθισμα τῆς τρίτης ὠδῆς ὁ ὑμνωδός ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Θεῖα δόγματα καταπλουτήσας, πίστιν ἔσωσας Ὀρθοδοξίας, προκινδυνεύσας ὑπὲρ ταύτης Θεόδωρε, ἐν ἐξορίαις ἀθλήσας καὶ μάστιξιν, ἐν φυλακαῖς καρτερήσας τὴν κάκωσιν· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Ἐδῶ πάλι θά ἠδυνάμεθα μετά βεβαιότητος νά ἰσχυρισθῦμε ὅτι ὁ ὑμνωδός πρωτίστως ἀναφέρεται στήν μοιχειανική αἵρεσι καί κατόπιν στήν εἰκονομαχική. Διότι στήν εἰκονομαχική δέν προεκινδύνευσε ὁ ὅσιος, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἤδη στήν δευτέρα φάσι της, οὔτε ἦτο μόνος του, ἀλλά συναγωνίζοντο μέ αὐτόν καί πολλοί ἄλλοι ὁμολογητές, οὔτε ἔσωσε τήν πίστι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχαν καί τόσοι ἄλλοι Πατέρες πού τήν ὑπερασπίζοντο. Ὅλα αὐτά ὅμως συνέβησαν στήν μοιχειανική αἵρεσι, διότι ἐκεῖ καί προεκινδύνευσε καί ἔσωσε τήν Ὀρθόδοξο πίστι, καθόσον ἡ οἰκονομία ἔτεινε νά καταστῆ νόμος στήν Ἐκκλησία, καί μάλιστα συνοδικῶς κατοχυρωμένος.
Στό δεύτερο τροπάριο τῆς ἕκτης ὠδῆς ὁ ὑμνωδός ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Μυρίζουσιν εὐπρεπῶς, δογμάτων οἱ θεῖοι λόγοι σου, καὶ ἐκ βυθοῦ τῶν κακῶν, αἱρέσεων ἅπαντας, ἀνάγουσι Πάνσοφε, τῆς ὀρθοδοξίας, πρὸς μετάρσιον ἀκρότητα». Ἐδῶ ὁ ὑμνωδός ὁμιλεῖ γιά αἱρέσεις καί πρέπει νά μᾶς διευκρινίση ὁ π. Βασίλειος ποιές αἱρέσεις εἶναι αὐτές, ἀπό τόν βυθό τῶν ὁποίων μᾶς ἀνάγει ὁ ὅσιος.
Στό δεύτερο τροπάριο τῆς ὀγδόης ὠδῆς ὁ ὑμνογράφος ἀναφέρει τά ἑξῆς:«Διὰ παντὸς τοῦ βίου σου, θεοφόρε Θεόδωρε, τῆς ὀρθοδοξίας, ὁδηγὸς γεγένησαι, φωστὴρ φαεινότατος, θεοειδὴς διδάσκαλος, τύπος Μοναστῶν, καὶ ἀκριβὴς νομογράφος, διδάσκων ἀναμέλπειν· Ἱερεῖς εὐλογεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἐδῶ πρέπει νά μᾶς ἐξηγήση ὁ π. Βασίλειος, πῶς ὁ ὅσιος «διά παντός τοῦ βίου του» ἦτο τῆς Ὀρθοδοξίας ὁδηγός, φωστήρ φαεινότατος, θεοειδής διδάσκαλος κλπ., τήν στιγμή κατά τήν ὁποία, ὅπως ἰσχυρίστηκε στήν εἰσήγησί του, ἔπεσε σέ πλάνη καί καταδικάστηκαν τά συγγράμματά του δῆθεν ἀπό δύο Συνόδους; Τό ἴδιο μαρτυρεῖ γιά τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου καί τό τέταρτο τροπάριο τῆς ἑνάτης ὠδῆς.
Πρίν κλείσουμε τίς σκέψεις μας γιά τήν πονηρή αὐτή καί ὕπουλη καί ὑστερόβουλη ἔνστασι τοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι, ὅταν πρόκειται γιά διαφορές καί διενέξεις μεταξύ τῶν Ἁγίων, πάντοτε οἱ ἱστορικοί, οἱ Πατέρες καί οἱ ὑμνωδοί ἀφήνουν ἀσχολίαστα τά γεγονότα, ἤ καί τά παραπέμπουν κατά κάποιον τρόπο στή λήθη, διά νά μήν παρουσιάσουν τούς Ἁγίους ἀντιμαχομένους καί τοιουτοτρόπως δώσουν κακή μαρτυρία καί εἰκόνα δι’ αὐτούς στούς πιστούς.
Tέτοιες διενέξεις καί ἀντιπαλότητες ὑπῆρξαν μεταξύ τῶν Ἀποστόλων Παύλου καί Πέτρου, ὅταν ὁ Παῦλος τόν ἤλεγξε, ἐπειδή ὁ Πέτρος ἄλλοτε συμπεριφερόταν Ἰουδαϊκά καί ἄλλοτε ὄχι. Ὑπῆρξαν ἐπίσης μεταξύ τοῦ Παύλου καί τοῦ Βαρνάβα, ὅταν δημιουργήθηκε ἀνάμεσά τους παροξυσμός καί ἐχωρίστηκαν γιά νά κηρύξη ὁ καθένας σέ διαφορετικό μέρος. Ἀκόμη ὑπῆρξαν μεταξύ τοῦ ἁγ. Κυρίλλου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, διότι ὁ ἅγιος Κύριλλος δέν ἤθελε οὔτε κἄν νά καταγραφῆ ὁ Χρυσόστομος στά δίπτυχα τῶν Πατριαρχῶν τῆς Κων/πόλεως, ἀλλά τόν κατέτασσε μετά τοῦ Ἰούδα. Ἀκόμη ἀναμέσον τοῦ ἁγ. Φωτίου καί τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου μέ τίς μεταξύ των ἀλληλοκαθαιρέσεις. Ὅλα αὐτά προείπαμε ἔμειναν ἀσχολίαστα ἀπό τούς ἱστορικούς καί ὑμνωδούς καί τούς Πατέρες γιά τούς λόγους πού ἐξεθέσαμε. Ἡ περίπτωσις βεβαίως τῆς διενέξεως τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου μέ τούς δύο ἁγίους Πατριάρχες εἶναι ἴσως ἡ πλέον σημαντική, διότι ὁ ὅσιος ὡμιλοῦσε καθαρά γιά αἵρεσι, ἡ ὁποία καί ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία λόγῳ τῆς στάσεως τῆς οἰκονομίας τήν ὁποίαν τηροῦσαν οἱ δύο Πατριάρχες.
Πάντως, ὅπως συμπεράναμε, ὁ π. Βασίλειος θέλει νά ἀθετήση τελείως τήν ὕπαρξι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως διά νά διδάσκη ἀνεμπόδιστα ὅτι καί σήμερα δέν ὑφίσταται αἵρεσις, καμμία αἵρεσις. Ἐμεῖς ὅμως τοῦ ἀντιπαραβάλλουμε ὅτι, ἄν τότε ὁ ὅσιος ἀντετάχθη σέ ἁγίους Πατριάρχες γιά τήν ἀθέτησι μίας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, τί θά πρέπει νά πράξωμε ἐμεῖς σήμερα πού ἔχομε αἱρετικούς καί Μασώνους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν αἵρεσι, στήν ἀθέτησι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί στήν ἀκύρωσι πλείστων ὅσων εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.
Στήν διεξαχθεῖσα ἐπίσης συζήτησι ὁ τρίτος εἰσηγητής, π. Ἰωάννης Φωτόπουλος, ἀφοῦ ἔλαβε τόν λόγο, ἀπάντησε σέ κάποιον ἀδελφό τά ἑξῆς:
«Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τόν Οἰκουμενισμό ἐπειδή πᾶνε οἱ ἀντιπρόσωποι καί κάνουν αὐτά τά μαγειρέματα καί τίς κουταμάρες στό Π.Σ.Ε., ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς τόν Οἰκουμενισμό;». Φαίνεται ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος τυπικά μόνον ἀνήκει στήν Ἐκκλησία καί ὄχι οὐσιαστικά, δηλαδή δέν εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τά ἄλλα μέλη καί συνδεδεμένος κατά τήν τάξι καί εἰκόνα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Διότι ἄν εἶναι ἐνσωματωμένος, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιολογικό δόγμα τῆς πίστεώς μας, τότε ὅ,τι ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος καί ὅ,τι πράττουν οἱ ἀντιπρόσωποι πού ἡ Σύνοδος ἐκλέγει καί ἀποστέλλει, τό ἀκολουθεῖ καί τό ἀποδέχεται καί αὐτός. Ἤδη ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ προανέφερε ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ἀποφασίζει ὁ ἕνας γιά ὅλους, ἀλλά ὅλοι γιά ὅλους. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου λοιπόν δέν δύναται ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος νά ἰσχυρισθῆ ὅτι αὐτός δέν ἀκολουθεῖ τόν Οἰκουμενισμό, ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζουν δι’ αὐτόν κάποιοι ἄλλοι καί δέν μπορεῖ μόνος του π.χ. νά ἀποχωρίση ἀπό τό Π.Σ.Ε., ἀπό τούς διαλόγους, τίς συμπροσευχές κλπ. Διά νά μήν συμμετέχη στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπάρχει ἕνας καί μοναδικός τρόπος ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς ἁγίους Πατέρες παραδεδομένος, ἡ ἀποτείχισις. Οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὅμως δυστυχῶς ἔχουν ἐφεύρει σήμερα καί ἄλλον τρόπο, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι δύνασαι νά μήν συμμετέχης στήν αἵρεσι, ἐνῶ εἶσαι ἐνσωματωμένος ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς, ἀρκεῖ νά ἔχης Ὀρθόδοξο φρόνημα. Πρόκειται δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια γιά τήν θεωρία τοῦ βολέματος καί τοῦ χαρτοπολέμου, τήν ὁποία πολλάκις ἔχουμε ἐπισημάνει.
Ὁ Μητροπολίτης, τέλος, Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, κατά τήν συζήτησι διευκρίνισε ὅτι τά ὅρια διά τήν ἀποτείχισι εἶναι τό λεγόμενο κοινό ποτήριο.Αὐτή ἡ θεωρία βεβαίως ἰσχύει μόνο καί μόνο ἐπειδή τό εἶπε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς. Κατά τά ἄλλα οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι ἀκολουθοῦν τίς Γραφές καί τούς Πατέρες, ἐνῶ στήν πραγματικότητα υἱοθετοῦν ἄλλη Γραφή καί ἄλλους Πατέρες, ὅπως π.χ. τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποφαίνεται μέ τό κῦρος ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων καί στήν πράξι διδάσκει ἀντίθετα ἀπό αὐτούς. Ἔχει δέ κοινό ποτήριο μέ ὅλους τούς Οἰκουμενιστές καί περιμένει κάποιους θεοφόρους Πατέρες συγχρόνους νά καταδικάσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί μάλιστα συνοδικῶς, διά νά μήν κάνη σχίσμα ἀπομακρυνόμενος ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τούς αἱρετικούς.
Τελικῶς πιστεύομε ὅτι ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης θά κατενόησε τόν σκοπό τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδας, ἐμεῖς δέ ἀσκήσαμε κριτική σέ κάποια βασικά σημεῖα τῶν εἰσηγήσεων καί τῆς συζητήσεως πού ἐπακολούθησε, διότι πιστεύομε ὅτι ἡ κάθε πρότασις τῶν εἰσηγητῶν περιέκλειε ἕνα ψεῦδος καί μία ἀπάτη, ἦτο δέ ἀδύνατον νά κρίνωμε λεπτομερῶς ὅλες τίς εἰσηγήσεις. Ἄν δέ κάπου στήν κριτική μας μελέτη ἐσφάλαμε, παρακαλοῦμε νά μᾶς ὑποδειχθῆ ἀπό τούς εἰσηγητές καί τόν συντονιστή τῆς Ἡμερίδος, ἤ ἀπό οἱονδήποτε ἀδελφό, μέ τήν προσκόμισι τῆς ἀνάλογης ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς διδασκαλίας, ὥστε νά ἐπανορθώσωμε τό λάθος μας.
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς
Tuesday, March 31, 2015
Ομιλία του κ.Νικόλαου Χειλαδάκη στην Λάρισα 15/03/2015 "Ελληνισμός και Ορθοδοξία Εν Διωγμώ"
Ομιλία του κ.Νικόλαου Χειλαδάκη στην Λάρισα 15/03/2015 για τον Ορθόδοξο Χριστιανικό Αγωνιστικό Σύλλογο "Αγ.Θεόδωρος Στουδίτης"-"Ελληνισμός και Ορθοδοξία Εν Διωγμώ"
Wednesday, March 18, 2015
Κριτική μελέτη της εισηγήσεως του π. Ιωάννη Φωτόπουλου Περί αποτειχίσεως από τον π. Ευθ. Τρικαμηνά
Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος εἰς τήν εἰσήγησί του ἦτο εἰλικρινέστερος καί συνεπέστερος ἀπό τούς δύο προηγουμένους εἰσηγητές τῆς Ἡμερίδος αὐτῆς, παρ’ ὅτι καί αὐτός προσεπάθησε νά ὁδηγήση τά συμπεράσματά του, ὥστε αὐτά νά ἐναρμονισθοῦν πλήρως μέ τήν γενική πορεία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί βεβαίως τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς.
Καί λέγομε ὅτι ἦταν εἰλικρινέστερος καί συνεπέστερος, διότι δέν ἐχρησιμοποίησε τήν μέθοδο τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς (ἐδῶ), ὁ ὁποῖος ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος τῆς εἰσηγήσεώς του δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο, ἀπό τό νά διαστρέφη, νά ἀλλοιώνη καί κυριολεκτικά νά στραγγαλίζη τήν διδασκαλία καί τόν βίο τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου· οὔτε ἐχρησιμοποίησε τήν μέθοδο τοῦ δευτέρου εἰσηγητοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη (ἐδῶ), ὁ ὁποῖος ἐπέταξε στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί ἀσχολήθηκε μέ κάποια παραδείγματα ἀπό τήν Ἱστορία, τά ὁποῖα, ὅταν ἀνεφέροντο σέ Ἁγίους, τά διέστρεφε ἀρκούντως, ἐνῶ, ὅταν ἀνεφέροντο σέ διάφορα ἄλλα γεγονότα, ἦσαν ὄχι πρός μίμησι, ἀλλά πρός ἀποφυγή.
| Ο π. Ιωάννης Φωτόπουλος |
Ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος λοιπόν ἀνεφέρθη κατ’ ἀρχάς εἰς τήν λειτουργική ἑνότητα καί τή θέσι τοῦ Ἐπισκόπου μέσα σ’ αὐτήν, ὅπως ἐπίσης καί σέ κάποιες διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων, σχετικές μέ τό θέμα τό ὁποῖο διεπραγματεύετο καθώς καί κάποια παραδείγματα ἀπό τόν βίο τους. Ἔκανε ἀκόμη καί κάποια ἀναφορά στούς δύο Κανόνες (31ον Ἁγίων Ἀποστόλων καί 15ονΠρωτοδευτέρας Συνόδου) καί τελικά κατέληξε μέ τή μόνιμη ἐπωδό τῶν ἐφησυχαστῶν καί χαρτοπολεμιστῶν, δηλαδή μέ τήν τακτική τῶν συγχρόνων γερόντων.
Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἀνέφερε, ἄν ἐλέγοντο χωρίς σκοπιμότητα καί κυρίως χωρίς τίς διπλωματικές ἐπεξηγήσεις, οἱ ὁποῖες ἀποσκοποῦσαν στήν ἀποπλάνησι ἀπό τήν ἀλήθεια καί στήν ἐξαγωγή τῶν συμπερασμάτων πού ἐνδιέφερε τούς διοργανωτές τῆς Ἡμερίδος, θά ἦσαν ὅλα ὑπέρ τῆς ἀμέσου ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, πλήν βεβαίως τῆς κατακλεῖδος, δηλαδή τῆς τακτικῆς τῶν συγχρόνων γερόντων. Οἱ διπλωματικές ὅμως ἐπεξηγήσεις καί παρεμβάσεις τοῦ π. Ἰωάννου Φωτόπουλου στήν διδασκαλία καί τόν βίο τῶν Ἁγίων, ὡδηγοῦσαν στά συμπεράσματα τά ὁποῖα ἦσαν ἐπιθυμητά καί ἀποδεκτά ἀπό τούς Ἀντιοικουμενιστές.
Καί εἰς αὐτήν βεβαίως τήν εἰσήγησι δέν ἔλλειψαν οἱ ἀλλοιώσεις τῶν κειμένων, οἱ κατάλληλες περικοπές των καί ἀποσπασματικές ἀναφορές, καθώς καί ἡ ἀποσιώπησι ὅσων δέν ἐξυπηρετοῦσαν τόν στόχο τῶν διοργανωτῶν καί τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Πάντως, ἀκούστηκαν ἐκ μέρους του καί κάποιες ἀλήθειες, οἱ ὁποῖες εἰσῆλθαν στήν ἴδια χοάνη τῆς στρατηγικῆς τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, ἀνεφέρθησαν ὡς ἐν παρόδῳ διά νά ἀλεσθοῦν κατόπιν στόν μύλο τῶν διπλωματικῶν ἐπεξηγήσεων καί παρουσιασθοῦν, τελικῶς, στόν γενικό πίνακα ὡς δῆθεν συνηγοροῦσες ἤ ἔστω μή ἀντιστρατευόμενες στήν ἐνσωμάτωσι καί παραμονή τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς.
Εἰς αὐτήν τήν κριτική μελέτη τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Ἰωάννου Φωτόπουλου δέν θά ἀναφερθοῦμε λεπτομερῶς, διότι πολλά ἀπό αὐτά πού εἰσηγήθηκε τά σχολιάσαμε στήν κριτική μελέτη τῶν προηγουμένων εἰσηγήσεων, ἀλλά θά ἀσχοληθοῦμε ἀκροθιγῶς, ἁπλῶς καί μόνον γιά νά μή φανῆ στόν κάθε καλοπροαίρετο ἀναγνώστη, ὅτι ἀδικοῦμε τόν εἰσηγητή ἤ μεροληπτοῦμε ὑπέρ τῆς ἀποτειχίσεως.
Κατ’ ἀρχάς ξεκινώντας ὁ π. Ἰωάννης ἀνέφερε τά ἑξῆς:«Εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση νά ὁμιλήσω γι’ αὐτό τό ἀκανθῶδες θέμα τῆς ἀποτειχίσεως».
Πῶς ἀλήθεια τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἀπό ἁπλό καί ξεκάθαρο, ἔγινε ἀκανθῶδες; Ὅταν δηλαδή στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχουν περισσότερα ἀπό εἴκοσι (20) χωρία, στά ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὁμιλεῖ ξεκάθαρα δι’ αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι, ὅταν ὅλη ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὁμιλεῖ δι’ αὐτήν, ὅταν τέλος οἱ ἱεροί Κανόνες τό κατοχυρώνουν, πῶς εἶναι ἀκανθῶδες, π. Ἰωάννη, αὐτό τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους; Θά ἔπρεπε νά θεωρῆται ἀκανθῶδες τό θέμα τῆς ἐνσωματώσεως καί ἐκκλησιαστικῆς παραμονῆς εἰς αὐτούς, διότι αὐτό ἀντίκειται στήν Ἁγία Γραφή καί τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί θά ἔπρεπε, ἐπειγόντως, νά ἀσχοληθοῦμε μόνον μέ αὐτούς, διότι εἶναι παραβάτες τῶν εὐαγγελικῶν καί πατερικῶν ἐνταλμάτων καί παρακαταθηκῶν, θά ἔπρεπε δέ διαρκῶς νά προσπαθοῦμε νά τούς πείσουμε διά τό δέον γενέσθαι καί βεβαίως, ἄν χρειάζεται, νά τούς οἰκονομήσωμε γιά τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία των.
Παρά ταῦτα ἐσεῖς θεωρεῖτε ἀκανθῶδες τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως, δηλαδή τῆς Ὀρθοδόξου στάσεως καί πορείας ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τήν δέ ἐνσωμάτωσι καί ἀλληλοπεριχώρησι μέ τούς αἱρετικούς, δηλαδή τήν παρανομία, τήν θεωρεῖτε διάκρισι, σύνεσι, παραμονή ἐντός τῆς Ἐκκλησίας κλπ.
Εἶναι σάν νά ἐγίνετο αὐτή ἡ Ἡμερίδα τήν ἐποχή τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων καί, κάποιος εἰσηγητής, νά διεκήρυττε ὅτι εἶναι ἀκανθῶδες τό θέμα τῶν διωγμῶν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί πρέπει νά συμβιβασθοῦμε, κοινῶς «νά τά βροῦμε» μέ αὐτούς ἤ, ὅταν συλλαμβάνεται κάποιος Χριστιανός ἀπό αὐτούς, νά συμβιβάζεται διά νά γλυτώση τά μαρτύρια καί νά παραμένη συγχρόνως μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἤ, τό χειρότερο, νά ἐδήλωνε ὁ εἰσηγητής ὅτι εἶναι ἀκανθῶδες τό θέμα καί δέν γνωρίζουμε τί πρέπει νά κάνωμε ἤ ὅτι χρειαζόμαστε κάποιους Ἁγίους νά μᾶς καθοδηγήσουν στήν πορεία μας ἤ δέν ἔχουμε τόν θεῖο φωτισμό καί τήν ἄσκησι τῶν Ἁγίων καί πρέπει νά συνοδοιπορήσωμε μέ τούς ἀπίστους «ἄχρι καιροῦ».
Τό θέμα τελικῶς τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς εἶναι ὄντως ἀκανθῶδες, δι’ ἄλλο ὅμως λόγο· ἐπειδή δηλαδή τό ἐφέραμε, μέ τίς δολιχοδρομίες καί τούς συμβιβασμούς μας, στά μέτρα τῆς Ν. Ἐποχῆς καί ἐπειδή δέν ἐπιθυμοῦμε νά σηκώσωμε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ στήν προκειμένη περίπτωσι, ὥστε νά ὑποστοῦμε τόν ὀνειδισμό Του. Δι’ αὐτόν τόν λόγο ἐφευρίσκουμε πονηρές δικαιολογίες, ὅπως τόν κίνδυνο τῆς δημιουργίας σχισμάτων, τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Ἐκκλησία κλπ., γιά τά ὁποῖα οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή ὡμίλησε, οὔτε οἱ Ἅγιοι, οὔτε οἱ ἱεροί Κανόνες, ἀπεναντίας μάλιστα, δηλώνεται ἀπερίφραστα ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τούς αἱρετικούς δέν δημιουργεῖ σχίσμα, διότι γίνεται ἀπό ψευδεπισκόπους, ψευδοδιδασκάλους καί λύκους.
Τελικῶς συμβαίνει αὐτό τό ἐξωφρενικό καί ἀδιανόητο. Οἱ μέν Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι νά βαδίζουν μεθοδευμένα πρός τήν αἵρεσι, ἀδιαφορώντας γιά τά σχίσματα, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές νά μήν ἀπομακρύνωνται ἀπό αὐτούς, γιά τόν φόβο δῆθεν τῶν σχισμάτων! Μέ τήν στάσι των αὐτή ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ σχίσματος ἔχει διαστραφῆ μέσα των, ὥστε νά θεωροῦν ὅτι σχίσμα δέν εἶναι ἡ ἀπόσχισις ἀπό τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται διά τῆς ἐνσωματώσεως καί συμπορεύσεως μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, ἀλλά ἡ ἀπόσχισις ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, τό ὁποῖο συντελεῖ οὐσιαστικά στήν σωτηρία καί στήν ἀποφυγή τοῦ σχίσματος. Δηλαδή πρεσβεύουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές τήν Ἐκκλησία τῆς Ν. Ἐποχῆς ἡ ὁποία εἶναι Ἐπισκοποκεντρική.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ π. Ἰωάννης ἐγκωμιάζοντας τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς ὅτι δῆθεν σηκώνει τό βάρος καί τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ ἀνέφερε καί τά ἑξῆς:
«Ἐνθυμοῦμαι τόν μακαριστό π. Ἀντώνιο πού ἔλεγε ὅτι, ἐάν κάνουμε τό καλό καί δέν βρίσκουμε τόν μπελά μας, κάτι δέν πηγαίνει καλά».
Ἐδῶ φαίνεται π. Ἰωάννη, πέραν τῶν φιλοφρονήσεων δι’ εὐνοήτους λόγους πρός τόν Πειραιῶς, ὅτι κάτι δέν πάει καλά στήν συλλογιστική σας. Διότι αὐτός πού ἀγωνίζεται Ὀρθόδοξα βρίσκει ὄντως τόν μπελά του, ἀλλά ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Ὅταν ὅμως ὁ Πειραιῶς συμπορεύεται, «τά πηγαίνει καλά» καί «τά βρίσκει» κοινῶς μέ τούς αἱρετικούς καί βρίσκει τόν μπελά του ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, τότε ὄντως κάτι δέν πηγαίνει καλά, ἀλλά μέ διαφορετική ἔννοια, δηλαδή ὑπάρχει πρόβλημα μέ τόν ἀγῶνα του καί τήν Ὀρθοδοξία του. Ὁ Χριστός «εὑρῆκε τόν μπελά Του» καί κυνηγήθηκε ἀπό τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, οἱ Ἅγιοι εὑρῆκαν τόν μπελά τους ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί τούς αἱρετικούς, οἱ Ὅσιοι ἀπό τούς πειρασμούς τοῦ διαβόλου καί τώρα, ἐσεῖς, διαστρέφετε πλήρως τήν ἔννοια τῶν λόγων καί τούς ἀποδίδετε ὅ,τι ἰσχύουν γιά τούς Ὀρθοδόξους!
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτό ὡς ἐπουσιῶδες τό ἀντιπαρερχόμεθα, ἐπειδή ἀναφέρεται προσωπικῶς σέ Ἐπίσκοπο καί τέτοιους ἐπαίνους ὄχι μόνον τούς ἐπιθυμοῦν οἱ δεσποτάδες, ἀλλά εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ζωή των. Σκεφθεῖτε μόνο π. Ἰωάννη, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, γιά παράδειγμα, ἤ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἐπίσκοποι νά ἐσήκωναν τό βάρος καί τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τόν σηκώνει σήμερα ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, θά εἶχε ἀσφαλῶς ἐκλείψει ἡ πίστις καί ἡ σώζουσα ἀλήθεια ἀπό τήν γῆ.
Ἀρχίζετε τόν λόγο σας μέ μία πολύ ὡραία λειτουργική ἀναφορά γιά νά δηλώσετε ὅτι στήν Θ. Λειτουργία ἐνσωματούμεθα ὅλοι μέ τόν Χριστό ὡς μέλη πρός τήν κεφαλή, καί μεταξύ μας ὡς μέλη ἐκ μέρους. Ἐδῶ, μεταξύ ἄλλων ἀναφέρετε καί τά ἑξῆς:«Ὁμολογεῖται κοινὴ πίστις ἡ Ὀρθόδοξος, μνημονεύεται τρεῖς φορὲς ὁ τοπικὸς Ἐπίσκοπος ὡς ἐγγυητὴς καὶ φύλαξ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας».
Αὐτή εἶναι ὄντως μία Ὀρθόδοξος διδασκαλία, τήν ὁποία ὅμως στήν πράξι τήν ἀναιρεῖτε καί τήν ἀκυρώνετε, ὄχι μόνον ἐσεῖς, ἀλλά καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀντιοικουμενιστές, διότι μνημονεύετε ὄχι τόν ἐγγυητή καί φύλακα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀλλά τόν ἐγγυητή καί φύλακα τῆς πλάνης καί τῆς αἱρέσεως. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐνσωματώνετε καί συντάσσετε μέ τόν Χριστό δημοσίως καί ἐκκλησιαστικῶς ὄχι κάποιο τυχαῖο μέλος τοῦ σώματος (αὐτό θά ἦτο πολύ μικρότερο κακό), ἀλλά αὐτόν, πού εἶναι ἡ ὁρατή εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, τοῦ παρόντος ἀοράτως καί ὁρατοῦ μόνον διά τῶν μετουσιωμένων τιμίων δώρων. Διακηρύσσετε λοιπόν δημοσίως, ὅτι ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τελικῶς ὅ,τι εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι καί ὁ Χριστός, κατά τόν τύπο τῆς εἰκόνας καί τοῦ πρωτοτύπου καί κατά τόν τύπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολασ. 1,15).
Αὐτό θεωρῶ, π. Ἰωάννη, ὅταν μάλιστα γίνεται ἐν γνώσει, πώς ἐγγίζει τά ὅρια τῆς βλασφημίας, καί ὄχι αὐτά τά ὁποῖα προσάγετε γιά κάποιες θέσεις τῶν ἀποτειχισμένων, τίς ὁποῖες ἀναφέρετε ἀποσπασματικά καί ὅπως σᾶς ἐξυπηρετοῦν. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού ἀπαγορεύεται στήν Θ. Λειτουργία νά μνημονεύεται αἱρετικός Ἐπίσκοπος ὡς Ὀρθόδοξος.
Ὅταν ἐπιπλέον μνημονεύεται ὁ Οἰκουμενιστής Ἐπίσκοπος, ὁμολογεῖται πάλι κοινή πίστις, ὄχι ὅμως ἡ Ὀρθόδοξος, ἀλλά ἐκείνη τῶν Οἰκουμενιστῶν, διότι κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη: «οἵα ἡ κεφαλή τοιοῦτο καί τό σῶμα» καί ἀλλοῦ «οἷον τό ἄρχον τοιοῦτον καί τό ἀρχόμενον». Ὁ Ἐπίσκοπος τότε ὁμολογεῖται ὅτι εἶναι ἐγγυητής καί φύλαξ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δέν ὑπάρχει νομίζω ἐπισημότερη καί ἐγγυρότερη ἀναφορά γιά τήν ἔνταξί μας στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό αὐτήν τήν λειτουργική μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Δι’ αὐτῆς ἀκυρώνεται ἡ ὁμολογία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή δέν θά εἶχε ἰσχύ ἡ ὁμολογία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως σέ μία Θ. Λειτουργία πού θά ἐμνημονεύετο ἕνας εἰκονομάχος ἤ μονοφυσίτης Ἐπίσκοπος.
Τώρα τά περί καταδικασμένων καί μή καταδικασμένων αἱρετικῶν Ἐπισκόπων εἶναι ἐφευρέματα τῆς Ν. Ἐποχῆς πρός ἀποπλάνησι τῶν Ὀρθοδόξων καί ἔνταξί των «ἄχρι καιροῦ» στό μαντρί τῆς αἱρέσεως. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι, εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι, τῶν μή καταδικασμένων αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, οἱ Πατέρες καί οἱ ἱεροί Κανόνες μᾶς ἔδωσαν τήν λύσι καί τήν ὁδό τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως, διά νά εἴμεθα ἐνσωματωμένοι διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως μέ τόν Χριστό ὡς μέλη τοῦ σώματός Του. Αὐτό βεβαίως τό καταντήσαμε «ἀκανθῶδες θέμα», διότι προφανῶς, ὅπως προανέφερα, ἔτσι ἐξυπηρετεῖ τήν προαίρεσί μας καί μέχρις ἐκεῖ μᾶς ἐπιτρέπουν νά σταθοῦμε οἱ Οἰκουμενιστές, δηλαδή προφορική καί γραπτή ὁμολογία καί πρακτικά συμπόρευσι μαζί των διά τῆς λειτουργικῆς των κυρίως ἀναγνωρίσεως καί μνημονεύσεως.
Κατωτέρω, μετά ἀπό κάποιες ἀσαφεῖς καί θολές ἀναφορές δι’ αὐτούς πού ἀκολουθοῦν τόν ζηλωτισμό καί δι’ αὐτούς πού ἀκολουθοῦν τόν Οἰκουμενισμό, ἀναφέρετε, π. Ἰωάννη, στήν εἰσήγησί σας, τά ἑξῆς ἀξιόλογα καί ἄξια σχολιασμοῦ:
«Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Συνόδων της ἀποκόπτει ἀπὸ τὸ σῶμα της, ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν, καθιστᾶ ἀκοινωνήτους ὅσους σφάλλουν περὶ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ἀφοῦ διασποῦν τὴν ἑνότητά της. Εἶναι ἀδύνατον ἐκκλησιολογικῶς στὸ ἄμωμο σῶμα τοῦ Χριστοῦ νὰ συνυπάρξει ὁ αἱρετικὸς ἢ ὁ βαρέως ἁμαρτάνων μὲ τοὺς ἑνωμένους ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ Εὐχαριστίᾳ Χριστιανούς. Πολὺ περισσότερο ἀποκόπτει ἡ Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἀντί νὰ φροντίζουν καὶ νὰ ἐγγυῶνται μὲ τὴν διδασκαλία, τὶς νουθεσίες, τὰ ἐπιτίμια καὶ τὶς πράξεις τους τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα ποὺ φέρει στὴν σωτηρία, διασποῦν τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια».
Ὄντως π. Ἰωάννη, δέν θά ὑπῆρχαν λόγια νά ἐκθειάσουμε τίς θέσεις σας, ἄν αὐτά δέν ἦταν μόνο λόγια καί πομφόλυγες(σαπουνόφουσκες) καί ἄν αὐτά συνοδεύοντο μέ τήν ἐν τῇ πράξει ἐφαρμογή των. Διότι ἐφ’ ὅσον, σύμφωνα μέ τά λόγια σας, «εἶναι ἀδύνατον ἐκκλησιολογικῶς στό ἄμωμο σῶμα τοῦ Χριστοῦ νά συνυπάρξη ὁ αἱρετικός», πῶς αὐτό τό ὁμολογουμένως ἀδύνατο τό καθιστᾶτε δυνατόν; Μέ ποιά ἐξουσία, μέ ποιά εὐλογία βεβηλώνετε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐσεῖς μάλιστα οἱ τόσο εὐαίσθητοι, οἱ ὁποῖοι θέλετε Ἁγίους γιά τήν κατάγνωσι τῆς αἱρέσεως, Ἁγίους γιά τήν Συνοδική καταδίκη της, ἐσεῖς, τέλος πάντων, πού θέλετε νά ἀκολουθῆτε τούς συγχρόνους γέροντες, προκειμένου νά μήν πλανηθῆτε; Ἐάν εἶναι ὄντως ἀδύνατη αὐτή ἡ συνύπαρξις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε γιατί θέτετε ἐκτός Ἐκκλησίας τούς ἀποτειχισμένους, αὐτούς δηλαδή πού ὄντως θεωροῦν ἀδύνατη αὐτή τήν συνύπαρξι, καί ἐντός Ἐκκλησίας αὐτούς πού βεβηλώνουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ποιος σᾶς ἔδωσε τό δικαίωμα καί τό ἀξίωμα τοῦ θυρωροῦ στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ἀνοίγετε καί νά κλείνετε αὐτοβούλως, καί μάλιστα σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς αἱρέσεως, τήν θύρα στούς προσερχομένους;
Μέ τά λόγια σας αὐτά, π. Ἰωάννη, μπαίνω στόν πειρασμό νά θίξω καί κάποια ζητήματα πολύ ἐπίκαιρα στίς ἡμέρες μας. Εἴπατε ὅτι: «ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Συνόδων της ἀποκόπτει ἀπὸ τὸ σῶμα της, ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν, καθιστᾶ ἀκοινωνήτους ὅσους σφάλλουν περὶ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ἀφοῦ διασποῦν τὴν ἑνότητά της».
Ἐδῶ ἀποδεικνύετε ὅτι δέχεσθε τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ ἑνότης δέν διασπᾶται μέ τήν ἀποτείχισι, ἀλλά μέ τήν αἵρεσι. Αὐτό ἄλλωστε διδάσκει καί ὁ πολυσυζητημένος 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ὅταν λοιπόν ἡ ὑπάρχουσα Σύνοδος, ὄχι μόνον δέν ἀποκόπτει τούς αἱρετικούς ἀπό τό σῶμα της, ὄχι μόνον τούς καλύπτει καί συμφωνεῖ μαζί των, ἀλλά ἐπί πλέον τούς ἀποστέλλει ὡς ἐκπροσώπους της στούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς και στίς προπαρασκευαστικές ἐργασίες γιά τήν μελλοντική πανορθόδοξο Σύνοδο τοῦ 2016, ἐνῶ καθαιρεῖ καί ἀποκόπτει ἀπό τό σῶμα της ὅσους ἀντιδροῦν πρός τήν αἵρεσι καί ἀποτειχίζονται ἀπό αὐτούς τούς Ἐπισκόπους, τότε θέλουμε νά μᾶς διευκρινίσετε, π. Ἰωάννη, ἡ Σύνοδος αὐτή, πέραν ὅλων τῶν ἄλλων, εἶναι Ὀρθόδοξος ἤ αἱρετική; Διότι ἐμεῖς γνωρίζομε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Σύνοδος καθαιρεῖ καί ἀποκόπτει, ὅπως εἴπατε κι ἐσεῖς ἐξάλλου, τούς αἱρετικούς, ἡ δέ αἱρετική Σύνοδος καθαιρεῖ καί ἀποκόπτει τούς Ὀρθοδόξους, ὅπως π.χ. ἡ Σύνοδος τῆς Τύρου καθήρεσε τόν Μ. Ἀθανάσιο, ἡ ληστρική Σύνοδος τῆς Ἐφέσου καθήρεσε τόν ἅγιο Φλαβιανό καί τόν ἐφόνευσε, ἡ Σύνοδος τῆς Δρυός καθήρεσε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἡ Σύνοδος τῆς Ἱέρειας καθήρεσε καί ἀναθεμάτισε τούς ἁγίους Γερμανό Κων/πόλεως καί Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό κλπ.
Τό χειρότερο ὅμως ἀπό ὅλα εἶναι ὅτι ἐσεῖς, αὐτήν τήν Σύνοδο, τήν ἀναγνωρίζετε ὡς Ὀρθόδοξο καί, τό πλέον ἀθλιότερο καί ἐξωφρενικό, ὅτι ἀναμένετε αὐτή ἡ Σύνοδος νά καταδικάση τήν αἵρεσι, ὥστε νά ἐγερθῆτε ὡς παληκάρια καί νά ξιφουλκίσετε κατά τῶν αἱρετικῶν. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής διδάσκει ὅτι ἐκ τῶν πράξεών της κρίνεται ἡ Σύνοδος, ἄν εἶναι Ὀρθόδοξος ἤ αἱρετική καί ἐσεῖς, ἀντιθέτως, διδάσκετε ὅτι ἡ Σύνοδος κρίνεται ὡς Ὀρθόδοξος ἐκ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς.
Στό τέλος, αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῆς εἰσηγήσεώς σας, ἀναφέρετε ὅτι οἱ αἱρετικοί ποιμένες ἀντί νά διασφαλίσουν τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα, ἡ ὁποία φέρει τήν σωτηρία, «διασποῦν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια». Παρ’ ὅλα αὐτά πού εἰσηγεῖστε, προτιμᾶτε τήν ἑνότητα πού ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, ἀπό τήν ἀποτείχισι, ἐπειδή δῆθεν ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νά προκληθῆ σχίσμα. Δέν εἶναι ὅμως ἀσυγκρίτως καλύτερο ἡ ὕπαρξι ὄχι ἑνός, ἀλλὰ πολλῶν σχισμάτων, μέ σκοπό κάποιοι νά γλυτώσουν ἀπό τό στόμα τοῦ λύκου, παρά μία τέτοιου εἴδους ἑνότητα, κατά τήν ὁποία χέρι–χέρι ὁδηγούμεθα στήν ἀπώλεια κατά τόν τύπο τοῦ χοροῦ τοῦ Ζαλόγγου;
Εἶναι ὄντως ἀδιανόητη ἡ λογική σας, ἀπό τήν μία νά ὁμολογῆτε τό ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ αἱρετικοί ποιμένες καί ἀπό τήν ἄλλη νά διδάσκετε νά μήν ἀπομακρυνθῆ κανείς ἀπό αὐτούς, χάριν μάλιστα μιᾶς αἱρετικῆς καί ὄχι Ὀρθοδόξου ἑνότητος, πρός ἀποφυγήν τῶν σχισμάτων.
Κατωτέρω δίδετε, π. Ἰωάννη, κάποιες ἑρμηνεῖες τοῦ «καθαιρείσθω» καί «ἀφοριζέσθω», ποινές τίς ὁποῖες ἐπιβάλλουν οἱ ἱεροί Κανόνες ὡς ἐπιτίμια διά τούς ἁμαρτάνοντας. Ἐδῶ προφανῶς συγχέετε τά πράγματα, διότι αὐτά τά ἐπιτίμια, τά ὁποῖα ἐπιβάλλουν οἱ ἱεροί Κανόνες δι’ ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα, καί πρέπει νά ἐνεργήση ἡ Σύνοδος τόν ἀφορισμό ἤ τήν καθαίρεσι γιά νά ἰσχύση, τόν ἐπεκτείνετε δολίως καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Ἔτσι ταυτίζετε τά θέματα τῆς πίστεως, ὡς πρός τήν ἀντιμετώπισί των, μέ ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα τῶν Ἐπισκόπων, ὅπως δηλαδή πρεσβεύουν καί οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς καί φυσικά ὅλοι οἱ Ἀντιοικουμενιστές.
Στό σημεῖο αὐτό μέ τήν διδασκαλία σας παραβαίνετε βασικές ἐντολές καί διδασκαλίες τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων. Διότι ὁ Θεός διά τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐδίδαξε ὅτι ὁ αἱρετικός εἶναι αὐτοκατάκριτος (Τιτ. 3, 10-11) καί ἀναθεματισμένος (Γαλ. 1, 8-9)· ὁ δέ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής (ἐσεῖς ὁ ἴδιος ἀναφέρετε τήν διδασκαλία του αὐτή στήν εἰσήγησί σας) διδάσκει, ἐναρμονισμένος ἀπολύτως μέ τήν Ἁγία Γραφή, γιά τούς Μονοθελητές: «Οἱ τοίνυν ὑφ᾿ ἑαυτῶν κατακριθέντες καὶ ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων, καὶ τῆς μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς ὀγδόης ἰνδικτιῶνος γενομένης συνόδου καθαιρεθέντες, ποίαν ἐπιτελέσουσι μυσταγωγίαν· ἢ ποῖον πνεῦμα τοῖς παρὰ τῶν τοιούτων ἐπιτελουμένοις ἐπιφοιτᾷ;»· ὁ δέ 15ος, τέλος, Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τούς ὀνομάζει ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους.
Ἄν ὅμως χρειάζεται, ὅπως διδάσκετε, ἡ συνοδική καταδίκη γιά νά κατακριθῆ ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος, τότε οὔτε αὐτοκατάκριτος εἶναι μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, οὔτε ἀναθεματισμένος, οὔτε ἀφ’ ἑαυτοῦ κατακεκριμένος, οὔτε τέλος ψευδεπίσκόπος καί ψευδοδιδάσκαλος καί, ὡς ἐκ τούτου, κάνουμε σχίσμα ἄν ἀποτειχισθοῦμε ἀπό αὐτόν. Τώρα ποιόν νά πιστεύσωμε, π. Ἰωάννη, τόν Θεό καί τούς Ἁγίους ἤ ἐσᾶς καί τούς ἄλλους Ἀντιοικουμενιστές, κρίνετέ το ἐσεῖς καί ἀπαντεῖστε μας.
Περαίνοντας τόν λόγο μου ἐπί τοῦ θέματος τούτου, σᾶς ἀναφέρω καί μία ἀκόμη σαφέστερη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι οἱ αἱρετικοί Ἐπίσκοποι εἶναι αὐτοκατάκριτοι καί ἀναθεματισμένοι καί πρό τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Ἡ ἀπόφασις δηλαδή τῆς Συνόδου δέν ἐπιβάλλει εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι τήν ποινή πρός τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ἀλλά τήν ἐπικυρώνει καί τήν ἀναγνωρίζει καί προστατεύει δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τό Ὀρθόδοξο ποίμνιο.
Ὅταν λοιπόν ἔφεραν τόν ἅγιο Μάξιμο ἀπό τήν ἐξορία πρός ἐξέτασι ἐνώπιον τῆς Συγκλήτου, μεταξύ τῶν ἄλλων τοῦ ἀνέφεραν ὅτι οἱ Ρωμαῖοι συνεφώνησαν μέ τούς Βυζαντινούς στήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί θά συλλειτουργοῦσαν τήν ἑπομένη Κυριακή. Ὁ ὅσιος δέν τό ἐπίστευσε αὐτό, καί τότε οἱ ἄρχοντες τοῦ θέτουν τό θέμα αὐτό ὑποθετικά καί ζητοῦν νά μάθουν τήν στάσι του σ’ αὐτήν τήν περίπτωσι. Ὁ ὅσιος τότε δέν ἀπάντησε μέ δικά του λόγια ἀλλά μέ τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τά ὁποῖα ἐδήλωσε σαφῶς ὅτι εἶναι τά λόγια τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ἐκφωνηθέντα ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τά ὁποῖα ἔχουν ἰσχύ καί ἐνεργοῦν σέ κάθε αἱρετικό, χωρίς ἀποφάσεις Συνόδου:
«Καί τί ἔχεις ποιῆσαι, τῶν Ρωμαίων ἑνουμένων τοῖς Βυζαντίοις; Ἰδού γάρ χθές ἦλθον οἱ ἀποκρισιάριοι Ρώμης, καί αὔριον τῇ Κυριακῇ κοινωνοῦσι τῷ πατριάρχῃ, καί πᾶσι δῆλον γίνεται, ὅτι σύ διέστρεφες τούς Ρωμαίους· ἀμέλει, σοῦ ἀπαρθέντος ἐκεῖθεν, συνέθεντο τοῖς ἐνταῦθα. Καί εἶπε πρός αὐτούς· Οἱ ἐλθόντες, οἱονδήποτε πρόκριμα τῷ θρόνῳ Ρώμης, κἄν κοινωνήσωσιν, ἐπάν οὐκ ἤγαγον πρός τόν πατριάρχην ἐπιστολήν, οὐ ποιοῦσι, καί οὐ πείθομαι πάντως ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἑνοῦνται τοῖς ἐνταῦθα, εἰ μή ὁμολογήσωσι τόν Κύριον ἡμῶν καί Θεόν, καθ’ ἑκατέραν τῶν ἐξ ὧν, ἐν οἷς τε καί ἅπερ ἐστίν, εἶναι φύσει θελητικόν τε καί ἐνεργητικόν τῆς ἡμῶν σωτηρίας. Καί λέγουσιν· Εἰ δέ συμβιβασθῶσι τοῖς ἐνταῦθα οἱ Ρωμαῖοι, τί ποιεῖς; Καί εἶπε· Τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμα τι νομοθετοῦντας» (ΕΠΕ 15,Γ, 92).
Τό Ἅγιον Πνεῦμα λοιπόν δέν δεσμεύεται ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, οὔτε προσαρμόζεται σύμφωνα μέ αὐτές διά τά θέματα τῆς πίστεως, ἀλλά ἡ Σύνοδος, διά νά εἶναι Ὀρθόδοξος, πρέπει νά προσαρμόζεται ἀπολύτως μέ τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν. Ἄν ἐπίσης διά τά θέματα τῆς πίστεως, προκειμένου νά ἰσχύσουν οἱ ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ, χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Συνόδου, τότε ἡ Σύνοδος προηγεῖται καί θεωρεῖται ἀνωτέρα τοῦ Θεοῦ καί, συνεπῶς, ὁ Θεός ὑποτάσσεται καί ὑπάκούει τρόπόν τινά στήν Σύνοδο καί ἀναμένει τίς ἀποφάσεις της διά νά ἰσχύσουν οἱ λόγοι Του. Τότε ἡ Ἐκκλησία καθίσταται ἕρμαιο τῶν ἀποφάσεων ἑκάστης Συνόδου, ἡ ὁποία γίνεται παντοδύναμος, καί ὁ Θεός ἀδύναμος, ἐφ’ ὅσον δέν ἰσχύουν οἱ ἀποφάσεις καί ἐντολές Του, χωρίς ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Δι’ αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος θεωρεῖ δεδομένο καί ἐν ἰσχύει τόν ἀναθεματισμό ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ χωρίς ἀπόφασι Συνόδου.
Αὐτά διδάσκουν οἱ Ἅγιοι καί, προφανῶς, αὐτά τά ὁποῖα εἰσηγηθήκατε εἰς αὐτό τό σημεῖο, εἶναι ἀνθρώπινες διδασκαλίες καί μάλιστα προσαρμοσμένες στίς ἐπιταγές τῆς Ν. Ἐποχῆς. Θά συνέφερε ἀσφαλῶς στούς Οἰκουμενιστές διά τά θέματα τῆς πίστεως νά προηγεῖτο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου καί νά ἀκολουθοῦσε ἡ ἀπόφασις τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν περίπτωσι ὅμως αὐτή δέν θά εἴχαμε ἑνότητα πίστεως, ἀλλά ἑνότητα Συνοδική καί Ἐπισκοποκεντρική. Διότι ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως, πέραν τῶν ἄλλων, σημαίνει ὅτι ἑνούμεθα γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει καί ἐντέλλεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
Θά συνεχίσωμε μέ τήν ἀναφορά σας στήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι: «Ἀναδιφώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορία παρατηροῦμε πώς, ὅταν ἐμφανίζεται κάποια κακοδοξία στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται ἕνας συναγερμὸς καὶ συντονισμὸς ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ἐξ ἐνστίκτου, ὅπως ἀτυχῶς εἰπώθηκε, ἀλλὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σκοπὸς ὅλων γίνεται νὰ ἐξοστρακιστεῖ ὁ αἱρετικὸς ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, ἢ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ ποιμένα οἱ πιστοί, εἰδικὰ ὅταν ὁ τελευταῖος, καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν κοσμικῶν ἀρχόντων λυμαίνεται τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀνεκτὴ ἡ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση καὶ τὸν αἱρετικό. “Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;”».
Ἐδῶ προφανῶς, π. Ἰωάννη, τά ἁπλά καί αὐτονόητα θέλετε νά τά κάνετε δυσεπίλητα καί ἀκατανόητα. Δι’ αὐτό χωρίζετε προφανῶς τήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι ἀπό τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἡ ἐξ ἐνστίκτου ὅμως ἀποτείχισις εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ὄχι αὐτή τήν ὁποία τεχνηέντως σερβίρετε ἐσεῖς. Διότι ἡ ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισις συμφωνεῖ μέ ὅλη τήν Ἁγία Γραφή, μέ τούς ἱερούς Κανόνες καί μέ ὅλη τήν περί αἱρετικῶν ποιμένων διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Αὐτή ὅμως τήν ὁποία ἐσεῖς εἰσάγετε εἶναι ἄγνωστη στίς Γραφές καί στούς Ἁγίους, ὁδηγεῖ στόν συναγελασμό καί στή συνύπαρξι μέ τούς αἱρετικούς, ὁδηγεῖ στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, ὁδηγεῖ ἀβίαστα στό σημερινό κατάντημα τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνσωματωμένοι κατ’ οὐσίαν ἐκκλησιαστικῶς καί κατ’ ἐπίφασιν ἀντιμαχόμενοι.
Ὁ συναγερμός αὐτός ἐπίσης, γιά τόν ὁποῖο ὁμιλεῖτε, ἐνεργοποιεῖται ὅταν εἶναι δυνατόν νά ἐκδιωχθοῦν οἱ αἱρετικοί ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὅταν ὅμως οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι καλύπτουν τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς συναδέλφους των ἐπί δεκαετίες, ὅταν προχωροῦν προσηλωμένοι σταθερά στίς ἀρχές καί τόν τελικό σκοπό τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμού, ὅταν ὑπάρχει τέτοιος ἐθισμός τῶν Ὀρθοδόξων στήν αἵρεσι, σέ σημεῖο νά βλέπωμε τόν Πατριάρχη μέ τόν Πάπα, νά συλλειτουργοῦν καί νά δίδουν τόν ἀσπασμό τῆς λειτουργικῆς ἀγάπης καί νά μᾶς φαίνεται πλέον ὡς κάτι φυσιολογικό, τότε, καταλάβετέ το ἐπιτέλους, τότε οἱ Ὁμολογίες Πίστεως καί οἱ διαμαρτυρίες εἶναι ἁπλός χαρτοπόλεμος (ὅσο καί ἄν σᾶς κακοφαίνεται αὐτός ὁ χαρακτηρισμός) καί ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεώς μας.
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὁ ἀγῶνας δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τούς ἀντιρρητικούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι συνοδεύοντο πάντοτε μέ τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, μέ τούς διωγμούς καί τά μαρτύρια.
Ἐσεῖς ἔχετε ἐφεύρει νέα μέθοδο καί τρόπο ἀγῶνος, ἀντιαγιογραφικό, ἀντικανονικό καί ἀντιπατερικό, διά τοῦ ὁποίου ἐπιδεικνύετε θεωρητικά μία ἀντίδρασι, ἡ ὁποία δέν ἐμποδίζει τήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως καί, συγχρόνως, συνοδοιπορεῖτε μέ τήν αἵρεσι πρακτικά, εἶστε ἐνσωματωμένοι ἐκκλησιαστικά καί, τό χειρότερο, ἔχετε ἐφεύρει καινούριες θεωρίες γιά νά δικαιολογήσετε αὐτή τήν νεοεποχίτικη στάσι σας.
Ποία αἵρεσις κατεστάλη καί ἐνικήθη χωρίς μαρτύρια, διωγμούς καί θανάτους; Ἐσεῖς ἀπό τή μία ἐκθειάζετε τούς Ἁγίους δι’ αὐτούς τούς ἀγῶνες των καί συγχρόνως ὁδηγεῖτε στήν ἀπραξία καί τό βόλεμα τούς Ὀρθοδόξους, χάριν δῆθεν μίας σάπιας καί αἱρετικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καί χάριν τῆς προλήψεως καί ἀποφυγῆς τῶν σχισμάτων.
Ἐσεῖς, πάτερ, ἐπικαλεῖσθε ἐπιτέλους ἕνα ἁγιογραφικό χωρίο, στό ὁποῖο ὁ Θεός διά τοῦ ἀποστόλου Παύλου διδάσκει ὅτι δέν ὑπάρχει κοινωνία φωτός καί σκότους, πιστοῦ καί ἀπίστου καί, συγχρόνως, πράττετε τά ἄκρως ἀντίθετα, ἑνώνοντας ἐκκλησιαστικά τούς αἱρετικούς μέ τούς Ὀρθοδόξους, δηλαδή τό φῶς μέ τό σκότος, τόν πιστό μέ τόν ἄπιστο καί δηλώνοντας ἐμπράκτως ὅτι ἡ ἰδική σας διδασκαλία ὑπερτερεῖ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διότι προφανῶς προλαμβάνετε τή δημιουργία σχισμάτων.
Ἐρχόμενοι, τέλος, στήν ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισι, θέλω νά ὑποβάλω τήν ἐρώτησι, πάτερ Ἰωάννη, γιατί δέν σᾶς ἀρέσει αὐτή ἡ ἔκφρασις; Μήπως ἀντιτίθεται στήν Ἁγία Γραφή ἤ στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων; Ἤ μήπως σᾶς ἐνοχλεῖ, διότι ἀντιτίθεται στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, στόν χαρτοπόλεμο καί στό βόλεμα καί κυρίως στή νεοεποχίτικη συνύπαρξι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς;
Ὅταν οἱ Γραφές καί οἱ Πατέρες δηλώνουν ἀπερίφραστα ὅτι ὁ αἱρετικός εἶναι λύκος καί μάλιστα λύκος βαρύς καί λύκος ἀραβικός, θέλει ἄραγε νά ἔχη κάποιος εἰδικό φωτισμό καί ἰδιαίτερο χάρισμα ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά νά ἀπομακρυνθῆ ἀπό αὐτόν;
Νομίζω ὅτι οἱ Γραφές καί οἱ Πατέρες ὡμίλησαν τόσο ἁπλοϊκά στό συγκεκριμένο θέμα καί, μάλιστα, μέ μία τόσο ἀνάγλυφη καί παραστατική παρομοίωσι, ὥστε νά μήν ὑπάρξη κανένας προβληματισμός περί τοῦ πρακτέου, ἐκτός ἀπό ἐκείνους πού θέλουν, κατά τό δή λεγόμενο, σάν τήν σουπιά νά θολώσουν τά νερά, τά εὔκολα νά τά κάνουν δύσκολα, τά εὐδιάκριτα καί πασίδηλα, ἀόρατα καί θολά καί, τέλος πάντων, αὐτοί μόνο νά μήν τά κατανοοῦν, νά ἰσχυρίζωνται ὅτι χρειάζεται ἰδιαίτερος φωτισμός ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ὑπέρμετρη διάκρισι (γιά νά προβῆ κάποιος σέ μία τέτοια ἐνέργεια), ἀφήνοντας κατ’ οὐσίαν τά πρόβατα νά συναγελάζωνται μέ τούς λύκους.
Ἐξάλλου τό παράδειγμα πού ἐσεῖς ὁ ἴδιος επικαλεσθήκατε γιά τήν ἄμεσο ἀντίδρασι τῶν πιστῶν ἐντός τοῦ Ναοῦ ἐπί Νεστορίου, δέν ἦταν ἀναμφισβήτητα μία ἐξ ἐνστίκτου ἀποτείχισις τοῦ λαοῦ ἀπό τόν λυκοποιμένα πού ἐξεφώνησε βλασφημία‒αἵρεσι γυμνῇ τῇ κεφαλῇ καί μάλιστα πρό συνοδικῆς διαγνώμης;
Ἄν ἐσεῖς, π. Ἰωάννη, καί ὅλοι βεβαίως οἱ Ἀντιοικουμενιστές, χρειάζεσθε εἰδικό φωτισμό καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι νά πορευθῆτε, προκειμένου νά ἀπομακρυνθῆτε ἀπό τόν λύκο, κατανοοῦμε ἀβίαστα πόσο φωτισμό καί θεία ἔμπνευσι πρέπει νά ἔχετε ὅταν χρειασθῆ νά καθαιρεθῆτε ἀπό τούς αἱρετικούς, νά διωχθῆτε ἀπό τίς θέσεις σας καί νά ὑποστῆτε οἱοδήποτε δεινό καί ὀνειδισμό.
Θά πρέπει νά γνωρίζετε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές σᾶς θεωροῦν ὡς πρότυπα πρός μίμησι καί σᾶς προβάλλουν ὡς παράδειγμα γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, κάθε φορά πού χρειάζεται νά ἀποτρέψουν κάποια ἐκκλησιαστική ἀποτείχισι καί νά καθησυχάσουν τά ἀνησυχοῦντα πνεύματα τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἐνθυμοῦμαι συγκεκριμένα ὅτι εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν συζητούσαμε μέ διαφόρους Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους καί ἄλλους (στό ἀρχονταρίκι κάποιας μονῆς καί ἀλλοῦ), πάντοτε μᾶς ἔφεραν ὡς παράδειγμα τόν π. Γεώργιο τόν Καψάνη, ὁ ὁποῖος ὡμιλοῦσε μέν γιά τά θέματα αὐτά καί διεμαρτύρετο, ἀκολουθοῦσε ὅμως καί ἐμνημόνευε τόν Πατριάρχη πρακτικά. Ἐσεῖς ἀντιθέτως ἔχετε τήν ψευδαίσθησι ὅτι, μέ τόν χαρτοπόλεμο πού ἐφαρμόζετε, προκαλεῖτε πονοκέφαλο καί ἐκνευρισμό στούς Οἰκουμενιστές, ἐνῶ δι’ αὐτούς εἶστε ἡ βιτρίνα καί τό πρότυπον τῆς ὑποταγῆς σ’ αὐτούς τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τῆς συνυπάρξεως τήν ὁποία ἔχετε εἰσαγάγει.
Κατωτέρω στήν εἰσήγησί σας ἀναφέρετε τά ἑξῆς σχετικά μέ τόν πρωταγωνιστικό ρόλο τῶν Ἁγίων στήν καταπολέμησι τῶν αἱρέσεων: «Πάντοτε ὄντως, ὅταν ἐμφανιστεῖ μιὰ αἵρεση, ἔχουμε κυριαρχοῦσα στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν αἱρέσεων τὴν παρουσία ἑνὸς τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὅπως ξέρουμε τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τοῦ ἁγίου Κυρίλλου μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Νεστοριανισμοῦ, τοῦ ἁγίου Θεοδώρου Στουδίτου στὴν β’ φάση τῆς Εἰκονομαχίας καὶ σὲ ἄλλες αἱρέσεις χθόνιες, ποὺ δὲν ἐντοπίζονται εὔκολα ἀπὸ τοὺς πολλούς, τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Φωτίου στὴν μάχη κατὰ τοῦ filioque καὶ τῆς Παπικῆς..., τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Βαρλααμισμοῦ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ κατὰ τὴν περίοδο τῶν προσπαθειῶν ἑνώσεως μὲ τὸν Παπισμό».
Στό σημεῖο αὐτό, π. Ἰωάννη, ἄθελά σας ἐκθέτετε τούς σημερινούς ἁγίους Γέροντες, οἱ ὁποῖοι, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, δέν ἀνέλαβον πρωταγωνιστικό ρόλο διά τήν καταπολέμησί της, ὑποβαθμίζοντας τὴν σημασία της λόγῳ τῆς συγχύσεως ποὺ διὰ τῆς ἀγαπολογίας καὶ τῆς δολιότητος ἡ αἵρεσι προεκάλεσε, λόγῳ τοῦ φόβου τῶν σχισμάτων ἢ ἄλλων δικαιολογιῶν, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔδωσαν δι’ αὐτῆς τῆς συμπεριφορᾶς κακό παράδειγμα, διά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως στάσι τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἐσεῖς ἀναφέρατε σέ ἄλλο σημεῖο τῆς εἰσηγήσεώς σας τά λόγια τοῦ π. Παϊσίου, ὅτι δηλαδή, ὅταν θά πρέπει ὁ Θεός θά παρουσιάση τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγορίους τούς Παλαμᾶδες διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξο πίστι κλπ. καί, ἐπίσης, τονίσατε ὅτι εἶπε, πώς δέν εἶναι καθόλου καλό νά ἀποχωριζώμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησία κάθε φορά πού πταίει ὁ Πατριάρχης. Ὁ δέ π. Πορφύριος, ὁ ὁποῖος δὲν πῆρε θέσι εἰς τό θέμα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σᾶς εἶπε, ὅταν τόν ἐρωτήσατε, ὅτι πρέπει νά εἴμεθα προσεκτικοί, ἐννοώντας, ὅπως διευκρινίσατε, τήν ἀποφυγή τῶν σχισμάτων.
Στήν εἰσήγησί σας, λοιπόν, ἀναφέρατε ὅτι οἱ Ἅγιοι πρωτοστατοῦσαν στήν καταπολέμησι τῶν αἱρέσεων καὶ πρὶν αὐτὲς καταδικαστοῦν ἀπὸ Σύνοδο, καί τώρα βλέπουμε νὰ μᾶς παρουσιάζετε τούς σημερινούς Ἁγίους νά μήν πρωτοστατοῦν στὴν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως ποὺ παραδέχεσθε ὅτι εἶναι παναίρεσι, ἀλλά καί νά ἐπιτρέπουν στούς Ὀρθοδόξους τήν ἐκκλησιαστική συνύπαρξι μέ τούς αἱρετικούς.
Τί συμβαίνει λοιπόν μέ τούς σημερινούς Ἁγίους; Ἤ ἄλλαξαν πορεία ἐν σχέσει μέ τούς παλαιούς ἤ ἄλλαξαν θεολογία καί ἐπείστηκαν ὅτι τό σχίσμα εἶναι μεγαλύτερο κακό ἀπό τήν αἵρεσι.
Ἐσεῖς, ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, ὁμολογεῖτε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ ὑπουλώτερη καί χειρότερη ὅλων τῶν αἱρέσεων καί δι’ αὐτό τήν ὀνομάζετε παναίρεσι, ἐνῶ οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τήν ἀντιμετώπισαν σάν κάτι ἐπουσιῶδες καί ἄνευ ἰδιαιτέρας σημασίας. Πότε ὅμως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου π. Παϊσίου, θά στείλη ὁ Θεός τούς Παλαμάδες καί τούς Εὐγενικούς; Ὅταν ἐξουνιτισθῆ τελείως ὁ λαός, ὅταν χαθοῦν πλήθη Ὀρθοδόξων καί ὅταν ὁ ἐθισμός στήν αἵρεσι γίνη τέτοιος, ὥστε νά ἐκλαμβάνεται ἡ αἵρεσις ὡς Ὀρθοδοξία καί ἀγάπη;
Ἐσεῖς π. Ἰωάννη ἀναφέρατε ὅτι: «Πάντοτε ὅμως ὅταν ἐμφανισθῆ μία αἵρεσι, ἔχουμε κυριαρχοῦσα στόν ἀγῶνα κατά τῆς αἱρέσεως τήν παρουσία ἑνός τῶν ἁγίων Πατέρων» καί τώρα μέ τούς σημερινούς Ἁγίους βλέπουμε τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Μήπως λοιπόν, οἱ μέν Οἰκουμενιστές τούς προβάλλουν καί τούς ἀναγνωρίζουν, διότι οὐσιαστικῶς τούς βοηθοῦν στήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως μέ τήν θεωρία τῆς ἀποφυγῆς τῶν σχισμάτων καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές, ἀντιθέτως, τούς προβάλλουν, διότι τούς βοηθοῦν στόν ἐφησυχασμό καί στόν χαρτοπόλεμο;
Ἐμεῖς λοιπόν ἰσχυριζόμεθα γιά τούς συγχρόνους γέροντες ὅτι, ναί μέν εἶχαν ἁγία βιοτή, ἄσκησι, προσευχή κλπ., πλήν ὅμως εἰς αὐτό τό σημεῖο τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμού ὀλιγώρησαν καὶ ἔσφαλαν καί τό ἀντιμετώπισαν ὄχι ὀρθῶς, μέ συνέπεια νά γίνουν κακό παράδειγμα στοὺς Ὀρθοδόξους. Ἐσεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, αὐτήν τήν παθητική καί λίαν ὑποτονική στάσι των στά θέματα τῆς πίστεως, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, τήν προβάλλετε ὡς ἀρετή, διάκρισι, ἀποφυγή σχισμάτων κλπ. καί δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀποδεικνύετε ὅτι οἱ σημερινοί Ἅγιοι διαφέρουν ἀπό τούς προγενεστέρους στήν ἀντιμετώπισι εἰδικά τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Τό ὅτι δέ τούς ἀκολουθεῖτε καί τούς προβάλλετε διά τά θέματα τῆς πίστεως καί μάλιστα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀποδεικνύει ὅτι ἔχετε ἀνεύρει καί ἐφεύρει ἕνα ἔρεισμα διά νά δικαιολογῆτε τήν στάσι σας καί τίς νέες θεωρίες σας, ἐφ’ ὅσον οὔτε ἡ Ἁγία Γραφή, οὔτε οἱ ἱεροί Κανόνες, οὔτε οἱ παλαιοί Ἅγιοι σᾶς τό παρέχουν.
Καί αὐτοί μέν οἱ σύγχρονοι ἅγιοι γέροντες δέν ἐτήρησαν αὐτήν τήν παθητική καί ὑποτονική στάσι στά θέματα τῆς πίστεως ἀπό δειλία καί σκοπιμότητα, διότι ἔκαναν τόσους ἄλλους ἀγῶνες πού ἀπέδειξαν τό ἀγωνιστικό καί μαρτυρικό φρόνημά των, καὶ ἔζησαν μερικὲς δεκαετίες πρίν, ὅταν ἡ αἵρεσι δέν εἶχε τόσο ἐπεκταθεῖ καί κατεγνωσθεῖ, ἐσεῖς ὅμως, π. Ἰωάννη, μαζί μέ τον Μητροπολίτη Πειραιῶς καί τούς ἄλλους Ἀντιοικουμενιστές, ζεῖτε στὸ 2015 ποὺ ἡ αἵρεσις κατέστη πασιφανὴς καὶ στοὺς πλέον δύσπιστους, καὶ σαφῶς καί ἐν γνώσει προβάλλετε αὐτά τά λάθη καί τίς ἐλλείψεις των, ὡς νά ἐπρόκειτο περί ἀρετῶν, ἀναμφισβήτητα ἀπό ἔνοχη σκοπιμότητα καί δειλία καθώς καί πρός στήριξι τῶν ἀνεπέρειστων θεωριῶν σας.
Στὸ σημεῖο αὐτό, λοιπόν, ἡ εἰσήγησίς σας παρουσιάζει ἕνα κενό ἀγεφύρωτο, διότι ἀπό τήν μία πλευρά ὁμολογεῖτε τον πρωταρχικό ρόλο τῶν Ἁγίων στήν καταπολέμησι τῶν παλαιῶν αἱρέσεων, καί ἀπό τήν ἄλλη ἐπιδεικνύετε καί προβάλλετε πρὸς μίμησι τήν παθητική στάσι τῶν συγχρόνων ἁγίων γερόντων καί μάλιστα γιά μία πιό ὕπουλη καί λίαν ἐπικίνδυνη αἵρεσι.
Ἡ ἀντίθεσίς μας λοιπόν, ὡς ἐκ τούτου, δέν ἑστιάζεται στούς συγχρόνους ἁγίους γέροντες, διότι πιστεύομε ὅτι αὐτοί ἀστόχησαν εἰς τό σημεῖο αὐτό ἐν ἀγνοίᾳ των, ἀλλά στους Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι ἐν γνώσει των, μή ἔχοντες ἄλλο ἔρεισμα πρός στήριξι τῶν νεοεποχίτικων θεωριῶν τους, προβάλλουν τά λάθη καί τίς ἐλλείψεις ὡς ἀρετές, μέ σκοπό νά ἀλλάξουν τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί νά εἰσαγάγουν τόν ἐφησυχασμό καί τόν χαρτοπόλεμο.
Ἐπειδή, π. Ἰωάννη, δέν εἶναι δυνατόν, οὔτε καί εὔκολο νά ἀναφερθοῦμε λεπτομερῶς σέ ὅλα τά σημεῖα τῆς εἰσηγήσεώς σας (διά τόν ἐπί πλέον λόγο ὅτι πολλά ἀπό αὐτά πού ὑποστηρίξατε τά ἀναλύσαμε στήν κριτική μας πρός στίς προηγούμενες εἰσηγήσεις), θά ἀναφερθοῦμε σέ κάποια συγκεκριμένα σημεῖα τῆς εἰσηγήσεώς σας, στά ὁποῖα πιστεύομε ὅτι γίνεται συστηματική ἀποπλάνησις διά νά ὁδηγηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι στίς θεωρίες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Αὐτό δέν σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι μέ τά ὑπόλοιπα σημεῖα, τά ὁποῖα δέν θά σχολιάσωμε, συμφωνοῦμε ἤ ἀδυνατοῦμε νά ἀπαντήσωμε, ἀλλά θίγουμε τά οὐσιωδέστερα γιά νά κατανοήση ὁ οἱοσδήποτε καί τά ὑπόλοιπα καί, ἐπίσης, θίγουμε αὐτά τά ὁποῖα δέν ἐσχολιάσαμε στίς προηγούμενες εἰσηγήσεις.
Ἀναφέρετε λοιπόν, μεταξύ τῶν ἄλλων παραδειγμάτων, γιά νά στηρίξετε τίς ἀπόψεις σας, καί αὐτό τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὁ ὁποῖος δέν συμπεριέλαβε στά ἀναθέματα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας, οὔτε ἐπίσης διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι στά δίπτυχα τόν ἐμνημόνευαν, τά ἑξῆς: «Ἔτσι ὁ ἅγιος Κύριλλος... δὲν περιέλαβε στὰ ἀναθέματα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὀνομαστικὴ καταδίκη τοῦ τότε ἤδη κοιμηθέντος αἱρετικοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, δασκάλου τοῦ Νεστορίου. Οὔτε διέκοψε τὸ Μνημόσυνο τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς ποὺ τὸν Μνημόνευαν στὰ δίπτυχά τους, γιατὶ φοβόταν τὰ σχίσματα ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσαν...».
Ἐδῶ πραγματικά, π. Ἰωάννη, παρουσιάζετε τήν νύκτα‒ἡμέρα καί ἀκόμη χειρότερα. Διότι τά σχίσματα τά ὁποῖα ἐφοβήθηκε ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας ἦταν ὄντως σχίσματα, δηλαδή θά ἀπεσχίζοντο κάποιοι ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί θά ἀκολουθοῦσαν τήν διδασκαλία τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας. Αὐτά τά σχίσματα, ὄντως τά ἐφοβοῦντο οἱ Πατέρες. Τί σχέσι ὅμως ἔχει αὐτή ἡ περίπτωσις μέ τήν σημερινή αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στήν ὁποία οἱ ἀποσχιζόμενοι, δηλαδή οἱ ἀποτειχιζόμενοι φεύγουν ἀπό τήν αἵρεσι, καί ὄχι ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, καί συντάσσονται ἐν καιρῷ αἱρέσεως διά τῆς ἀληθοῦς πίστεως μέ τήν ἀληθινή Ἐκκλησία; Ὁ ἅγιος Κύριλλος δηλαδή, φοβήθηκε νά μήν ἀποσχισθοῦν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί ἐσεῖς, φοβᾶσθε νά μήν ἀποσχισθοῦν ἀπό τήν αἵρεσι, καί φέρετε ὡς παράδειγμα αὐτό τό ὁποῖο διδάσκει τά ἀντίθετα!
Εἶναι ὄντως, πάτερ, λυπηρό τό φαινόμενο αὐτό τῆς ἀλλοιώσεως καί διαστροφῆς τῶν κειμένων καί τῶν γεγονότων καί αὐτό ἀποδεικνύει περίτρανα τήν ἔλλειψι ἐπιχειρημάτων καί τό ἀστήρικτο καί ἔωλο ὑπόβαθρο τῆς διδασκαλίας καί τῆς πορείας τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Ἀκοῦστε, σᾶς παρακαλῶ, στό σημεῖο αὐτό μία ὀρθόδοξο ἑρμηνεία τῆς στάσεως αὐτῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου πρός τούς μνημονεύοντας στά δίπτυχα τόν αἱρετικό Θεόδωρο Μοψουεστίας ἀπό τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη: «...Ἐπί τάς ἐρωτήσεις σου τρεπτέον τόν λόγον. Ἔφης ἄνθ’ ὅτου ὁ θεῖος Κύριλλος ᾠκονόμει μή ἀποσχίζεσθαι τῶν τῆς ἑώας ἐν διπτύχοις ἀναφερόντων τόν Θεόδωρον Μοψουεστίας, αἱρετικόν ὄντα, ἐπάν ὀρθότατα καί καιριώτατα τά τῆς εὐσεβείας δόγματα παρ’ αὐτοῖς ἐσέσωστο∙ οὕτω γάρ γέγραπται... ὅτι τῶν οἰκονομιῶν αἱ μέν πρός καιρόν γεγόνασι παρά τῶν πατέρων,αἱ δέ τό διηνεκές ἔχουσιν. οἷον διηνεκές μέν, ὡς ἀντί τῶν ὑποστάσεων παραχωρεῖσθαι τά πρόσωπα πρός τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῖς Ἰταλοῖς∙ πρός καιρόν δέ, οἷον τοῦ ἀποστόλου ἐπί τῆς περιτομῆς, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐπί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἷον καί τό νῦν τοῦ θείου Κυρίλλου∙ ἅ μέχρι τινός καιροῦ γινόμενα, οὐδέν ἔχει τό μεμπτόν οὐδέ τό κατά τι ἀπηχές καί ἔκνομον, ὑφειμένον δ’ οὖν ὅμως καί οὐκ ἄγαν ἀκριβές∙ τοῦτο γάρ ἡ οἰκονομία ἡ πρός καιρόν. μηδέ γάρ δυνατόν ἰατρόν τόν ἠρρωστηκότα θᾶττον ἀπαλλάξαι τῆς νόσου μήτ’ αὖ ἵππον ἀκρατῆ ἤ ξηρόν πτόρθον τόν μέν εὐχάλινον, τό δέ εὐθύτομον ἐξ αὐτῆς καταστήστασθαι, εἰ μή τοῖς κατά μικρόν ποππυσμοῖς τε καί κολακεύμασι, μαλαγαῖς τε καί ἐπικλήσεσι χρώμενον τόν τῶν τοιούτων ἐμπειρότατον. οὕτω κἀν τοῖς ἁγίοις ἐν ταῖς οἰκονομίαις, ὡς καί Κυρίλλῳ τῷ μεγάλῳ ἐν τῷδε˙ μικρόν γάρ πάντως ἀνέμενε τῶν ἀνατολικῶν τό βραδύνουν ἤ προσπαθές πρός τό αἱρετικόν μή ὑπολαμβάνειν τόν ὄντως αἱρετικόν. Τί γάρ ἦν ἄλλο τό μεσολαβοῦν, ἐπάν ὀρθοδόξως ἐκήρυττον τήν πίστιν κἀν τούτῳ αὐτόν τόν μνημονευόμενον αὐτοῖς ἀναθεματίζοντες; ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ῥήματι, ἀναθεματίζει. ἔπειτα, ὅτε αὐτοῖς ἀνῆψεν ὁ τέλειος νοῦς, τότε αὐτοῖς συναφθέντος κατά πάντα τοῦ ἁγίου ἴσως. ἤ οὐχί καί ἡμεῖς τό αὐτό ποιοῦντες φαινόμεθα; ἔσθ’ ὅτε τινῶν ὁμογνωμόνων ἡμῖν κατά τι διαφερομένων, ἔνθα οὐ πολύ τό λυποῦν ἤ ἐξιστῶν τῆς ἀκριβείας, καί ὅμως καταδεχόμεθα τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν, ἵνα μή διά μικρόν τι, μικρόν ὕστερον δυνάμενον κατορθωθῆναι, ἀπολέσωμεν τό πᾶν· τοῦτο δέ ἀτέχνων καί οὐ μυστηρίων θεοῦ οἰκονόμων» (Φατ. 49,141,57).
Στήν θαυμάσια αὐτή διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν δεύτερο εἰσηγητή, π. Βασίλειο Παπαδάκη, ἀνήκει στά ἀναθεματισμένα δῆθεν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κείμενα, ἀναφέρεται καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ὁ ἅγιος Κύριλλος προέβη εἰς αὐτήν τήν οἰκονομία, καί ὁ χρόνος κατά τόν ὁποῖο γίνονται οἱ προσωρινές οἰκονομίες, καί τό δέον γενέσθαι διά νά εἶναι κάποιος Ὀρθόδοξος, δηλαδή τό νά ἀναθεματίζη ὅλους τούς αἱρετικούς, καθώς καί πολλά ἄλλα παρόμοια θέματα. Τί σχέσι ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτά μέ τήν ἐπί δεκαετίες ὑπαγωγή τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν στούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές; Ἀπορῶ ὄντως, π. Ἰωάννη, πῶς αὐτά τά ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἀποτειχίσεως, ἐσεῖς τά διαστρέφετε ὡς δῆθεν συνηγοροῦντα ὑπέρ τῆς ἐνσωματώσεως μέ τούς αἱρετικούς.
Μέ τήν μελέτη τῶν τριῶν εἰσηγήσεων αὐτῆς τῆς ἡμερίδος θέλω νά θίξω καί ἕνα ἄλλο σοβαρό θέμα, τό ὁποῖο προκύπτει ἀπό τήν συλλογιστική μέθοδο τῶν εἰσηγητῶν. Παντοῦ ἀναφέρετε, καί ἐσεῖς π. Ἰωάννη καί οἱ ἄλλοι εἰσηγητές, τό πόσο διάκρισι καί ἁγιότητα χρειάζεται εἰς τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως διά νά μήν δημιουργήσωμε σχίσματα καί ἄλλα τινά. Ἀπό ὅ,τι ὅμως ἀντιλαμβάνομαι, δέν χρειάζεται ἁγιότητα καί διάκρισις γιά νά ἀποφασίσωμε ἂν θὰ φύγωμε ἢ ἂν θὰ παραμείνωμε πλησίον τῶν λύκων καί ἐνσωματωμένοι μέ τούς αἱρετικούς! Ἄν γιά νά ἀκολουθήσωμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ περί ἀποτειχίσεως, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν σαφῶς μέσα στήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων, χρειάζεται εἰδικός φωτισμός, ἁγιότης, διάκρισις κλπ., γιά νά παραβοῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων (ἔστω κατ’ οἰκονομίαν) δέν θά πρέπει φυσιολογικά νά χρειάζεται πολύ περισσότερη ἁγιότητα, φωτισμός καί διάκρισις, ἐφ’ ὅσον βαδίζομε σέ ἀπαγορευμένη ὁδό καί στήν συγκεκριμένη περίπτωσι εὑρισκόμεθα πλησίον τῶν λύκων;
Ἀπ’ ὅτι ὅμως μετά λύπης μου διαπιστώνω, π. Ἰωάννη, δέν σᾶς ἐπροβλημάτισε μέχρι τώρα αὐτό τό ζήτημα, ἀλλά μόνον ὁ φόβος τῆς δημιουργίας τῶν σχισμάτων, τόν ὁποῖο φόβο τόν ἔχει λύσει ὁ ἴδιος ὁ 15ος ἱερός Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, καί ἐπιμένετε νά μήν θέλετε νά τό καταλάβετε.
Ὁ φόβος ἄλλωστε τοῦ σχίσματος θά ὑπῆρχε μόνο σέ μία περίπτωσι· ἄν δηλαδή δέν ὑφίστατο αἵρεσις ὀργανωμένη, ἐξελισσομένη καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ κηρυσσομένη, καί κάποιοι ἀπετειχίζοντο ἀπό Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἐπειδή τούς ἐξέλαβον δῆθεν ὡς αἱρετικούς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὅλοι (πλήν τοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη) συμφωνοῦν ὅτι ὑπάρχει αἵρεσις, ποῖος φόβος σχίσματος ὑπάρχει;
Καί στήν περίπτωσι κατά τήν ὁποία θά ἐγίνετο καθ’ ὑπόθεσιν ἕνα θαῦμα καί θά μετεστρέφοντο στήν Ὀρθοδοξία οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, θά κατεδικάζετο ἡ αἵρεσις Συνοδικῶς κλπ., πάλι δέν θά ὑπῆρχε κίνδυνος δημιουργίας σχίσματος, ἐφ’ ὅσον ἐμεῖς ὅλοι οἱ ἀποτειχισμένοι θά ὑποτασσώμεθα πλέον καί θά μνημονεύαμε αὐτούς τούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, διότι οὔτε Συνόδους ἐκάναμε, οὔτε νέες Ἐκκλησίες ἐδημιουργήσαμε, οὔτε διολισθήσαμε εἰς τό ἐλάχιστο ἀπό αὐτά τά ὁποῖα ὑπαγορεύουν οἱ ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἄρα λοιπόν, ἄν σᾶς ἑρμηνεύω σωστά, θεωρεῖτε σχίσμα τήν ἴδια τήν ἀποτείχισι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐγγίζει ὄντως τά ὅρια τῆς βλασφημίας, ὡς ἀντιαγιογραφικό καί ἀντιπατερικό.
Ἐπί τοῦ θέματος τούτου θά ἤθελα νά προσθέσω καί κάτι ἐξίσου σημαντικό. Τήν προσοχή διά τήν ἀποφυγή τοῦ σχίσματος πρέπει νά τήν ἔχουν μόνον ὅσοι θέλουν νά φύγουν μακριά ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς λύκους, ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ αἱρετικοί Ἐπίσκοποι, οἱ κατ’ ἐξοχήν ἁρμόδιοι καί ὑπεύθυνοι διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν πρόληψι τῶν σχισμάτων, δύνανται νά βαδίζουν ἐντεταγμένοι στήν αἵρεσι καί τή Νέα Ἐποχή; Καί ἄν, ἐν τελικῇ ἀναλύσει, θεωρηθῆ ἔστω ἡ ἀποτείχισις ὡς σχίσμα, ποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι δι’ αὐτό; Οἱ ἀπομακρυνόμενοι ἀπό αὐτούς λόγῳ τῆς ὑπακοῆς τους στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἤ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τήν αἵρεσι Ἐπίσκοποι;
Ἄν πάλι οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι (ὁμιλῶ δι’ ὅλους, καί τούς ἀρχηγούς καί τούς συνοδοιπόρους) εἶχαν τόν ἐλάχιστο φόβο Θεοῦ καί τήν παραμικρή αἴσθησι τῆς εὐθύνης των, δέν θά ἠδύναντο ἐντός ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ὄχι μόνον νά προλάβουν τά σχίσματα, ἀλλά νά ἐξαλείψουν καί τά ἤδη ὑπάρχοντα; Ὁ τρόπος εἶναι ἁπλός καί δέν ἀπαιτεῖται εἰδικός φωτισμός καί ἁγιότης, ἀλλά ἁπλή ἀνθρώπινη λογική. Ἐφ’ ὅσον δηλαδή διαβλέπουν ὅτι κάτι ἐσκανδάλισε καί σκανδαλίζει τούς πιστούς καί τούς ὁδηγεῖ εἰς τό σχίσμα, νὰ τό διορθώσουν πάραυτα, νὰ ἐπαναφέρουν τήν ὀρθόδοξο πορεία καί τότε ὅλοι (κι αὐτοὶ ποὺ καταφεύγουν στὸ σχίσμα λόγῳ τῆς αἱρέσεως) θὰ ἑνώνονται γύρω ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι. Ἀκόμη καί τό θέμα τοῦ ἡμερολογίου, τό ὁποῖο ἐσκανδάλισε καί ἐταλάνισε τήν Ἐκκλησία καί ἔγινε αἰτία σχίσματος, τό ἐπαναφέρουν καί ἄς μήν ἀποτελεῖ θέμα πίστεως.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀποχωροῦν ἀπό τό Π.Σ.Ε., διακόπτουν τίς συμπροσευχές καί τούς λεγομένους θεολογικούς διαλόγους μέ ὅλα τά ἔκτροπα πού γίνονται σ’ αὐτούς, ἐπαναφέρουν τά ἀναθέματα τά ὁποῖα κατήργησαν, καταδικάζουν ὅλες τίς αἱρέσεις καί ἰδιαίτερα τίς σύγχρονες, δηλαδή τόν Παπισμό, τόν Μονοφυσιτισμό, τόν Προτεσταντισμό καί τόν Οἰκουμενισμό, σταματοῦν τήν ἐκκοσμίκευσι στήν Ἐκκλησία καί τήν πλήρη συμπόρευσι μέ τήν ἄθεη πολιτεία καί Μασωνία καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο θεωρηθεῖ θέμα πίστεως, τό ὁποῖο σκανδαλίζει τούς πιστούς. Τότε καί μόνο τότε, ἄν κάποιοι δέν ἑνωθοῦν μέ αὐτούς τούς Ἐπισκόπους καί δέν τούς μνημονεύσουν, θά δημιουργήσουν σχίσμα στήν Ἐκκλησία μέ ἀπολύτως δική τους εὐθύνη, λόγῳ δηλαδή τῆς φιλαρχίας καί τῆς ἀνυποταξίας των.
Ὅπως ὅμως καταλαβαίνετε, π. Ἰωάννη, τούς Ἐπισκόπους δέν τούς ἐνδιαφέρει ἡ ἑνότης ἐν τῇ πίστει τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά ἡ ἑνότης ἐν τῇ ἀποστασίᾳ μέ ὅλους τούς αἱρετικούς. Καί ἐσεῖς τώρα, εἰσηγεῖστε νά τούς ἀκολουθήσωμε, προκειμένου νά μήν κάνωμε σχίσμα. Αὐτή ἡ λογική εἶναι ὄντως ἀκατανόητη καί ἐξωφρενική καί χρειάζεται ἴσως πολύ φωτισμό ἀπό ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς γιά νά τήν κατανοήσωμε. Θά πρέπει μᾶλλον γιά νά τήν κατανοήσωμε νά ξεχάσωμε καί διαγράψωμε τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Δέν θέλω νά ἐπεκταθῶ ἄλλο στήν εἰσήγησί σας, ἐπειδή κινηθήκατε στό πνεῦμα τῶν δύο προηγουμένων ὁμιλητῶν τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδος καί ἤδη ἐγράψαμε ἀρκετά, ἀπό τά ὁποῖα κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης δύναται νά συμπεράνη καί τά ὑπόλοιπα. Δύναμαι ὅμως νά ἐπανέλθω σέ ὁ,τιδήποτε μοῦ ὑποδείξετε, ἐάν νομίσατε, ὅτι δέν τό ἀνέφερα λόγῳ ἐλλείψεως ἐπιχειρημάτων.
Θεωρῶ πάντως, π. Ἰωάννη, ὅτι ἡ προσφορά σας πρός τούς Οἰκουμενιστές εἶναι τόσο μεγάλη, ὅσο δέν τήν φαντάζεσθε, διότι ἐξασφαλίζετε τήν ἑνότητα, τήν ὁποία ἐπιδιώκουν, προκειμένου νά βαδίσουν τόν δρόμο τῆς ἀποστασίας πού ἐπέλεξαν καί γιά τόν ὁποῖο ἐκρίθηκαν ἄξιοι νά προαχθοῦν ὡς Ἐπίσκοποι.
Πρίν περάνω τόν λόγο μου θέλω να ὑποβάλω καί σέ σᾶς τίς δύο ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες ἔθεσα καί στούς ὑπευθύνους τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς καί ἀρνήθηκαν νά ἀπαντήσουν, εἶμαι δέ ἕτοιμος καί ἐγώ νά ἀπαντήσω σέ ὅ,τι περαιτέρω μέ ἐρωτήσετε. Ἐπίσης ζητῶ συγγνώμη, π. Ἰωάννη, ἄν κάπου σᾶς ἐλύπησα ἤ δέν κατενόησα τά λεγόμενά σας καί σᾶς παρεξήγησα.
Οἱ ἐρωτήσεις λοιπόν οἱ ὁποῖες ἐτέθησαν καί τίς ἐπαναλαμβάνω εἶναι οἱ ἑξῆς:
1. Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία συνηγορεῖ ἤ ἔστω ταιριάζει μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Μέ ἄλλα λόγια πρός κατανόησι, ποῦ διδάσκεται εἰς τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἁγίους Πατέρες ἡ παραμονή τῶν πιστῶν εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, ἡ ἀναγνώρισίς των εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἡ μνημόνευσίς των κλπ. μέχρι δηλαδή ἀποφάσεως τῆς Συνόδου;
2. Ποῦ διδάσκεται στήν Ἁγία Γραφή καί στούς ἁγίους Πατέρες ὅτι μέ τήν παραμονή μας εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δέν ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι των, δέν συνοδοιποροῦμε μέ τήν αἵρεσι καί δέν μολυνόμεθα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική αὐτή ἐπικοινωνία, ἔστω δηλαδή καί ἄν ἔχωμε ὀρθόδοξο φρόνημα.
Θά ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καί ὀλίγα τινά διά τήν δραματική συζήτησι μέ τήν ὁποία κατάληξε ἡ ἐν λόγῳ Ἡμερίδα.
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς.
Πηγή
Subscribe to:
Posts (Atom)
ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΙΟΣ
Δέν θά σέ ἀρνηθῶμεν ὦ φίλη Ὀρθοδοξία!
Δέν θά σέ ἀπαρνηθῶμεν ὦ πατροπαράδοτον σέβας!
Δέν ἀποχωριζόμεθα ἀπό σέ, ὦ μῆτερ εὐσέβεια!
Ἐντός σοῦ ἐγεννήθημεν καί διά ἐσέ ζῶμεν καί μετά σοῦ θα κοιμηθῶμεν.
Εἴθε νά τό καλέσῃ ὁ καιρός! καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ θά ἀποθάνωμεν· διότι ἐκεῖνος ὁποῦ συμφιλιάζει μέ τούς ἐχθρούς τοῦ βασιλέως δέν δύναται νά εἶναι φίλος τοῦ βασιλέως!
Ὁ ἀπαρνούμενος διά νεύματος μόνον τόν Θεόν ὑπόκειται εἰς ἀπώλειαν καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τόν λόγον, μέ τόν τρόπον καί διά γραμμάτων κινδυνεύει περί τήν πίστιν, πῶς θά εἶναι Ὀρθόδοξος; ».
Η Αντιμετώπιση του Οικουμενισμού

