Tuesday, April 2, 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ 3




ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ, ΙΔ΄.















ΙΔ΄ Μέρος

(Συνέχεια γιὰ ἅγιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη, Μέγα Φώτιο


και γιὰ τὴν ἀποτείχισι σέ ἐπίπεδο Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν)




Ἐν συνεχείᾳ γράφετε στήν κριτική μελέτη σας τά ἑξῆς: «”Τά σχίσματα αὐτά κατέκριναν μεταξύ ἄλλων οἱ ἱεροί Μεθόδιος καί Δοσίθεος.Ἐπίσης, δέν τά ἀκολούθησαν ἄλλοι μοναχοί ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοιἀνεδείχθησαν μεγάλοι Ἅγιοι. Τέτοιος ἦταν ὁ μέγας Ὁμολογητής Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος στήν “Χρονογραφία” του ἀναφέρει τήν ἀπόσχιση τοῦ Ὁσίου Θεοδώρουἀπό τήν <Ἁγία Ἐκκλησία> καί τόν <ἁγιώτατο πατριάρχη> Νικηφόρο. Ἡ αἰτία τῆς κατακρίσεώς τους ἦταν ὅτι δέν ὑπῆρχε ζήτημα πίστεως, ἀλλά ἀπόκλισηἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες. Βέβαια ὁ Ὅσιος Θεόδωρος εἶναι Μέγας Ὁμολογητήςἕνεκα τῶν ἡρωϊκῶν ἀγώνων του ἔναντι τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως. Μόνο τά προσωρινά σχίσματά του γιά τίς ἀνωτέρω οἰκονομίες δέν μπορεῖ νάἀποτελέσουν κανόνα γιά τήν Ἐκκλησία”. Ὄχι μόνον δέ οἱ παραπάνωἀναφερθέντες Ἅγιοι ἀποδοκίμασαν τά σχίσματα τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου, ἀλλά καί οἱ Ἅγιοι Μεθόδιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ὅσιος Ἰωαννίκιος, Μιχαήλ Συνάδων, Εὐθύμιος Σάρδεων, Αἰμιλιανός Κυζίκου, Θεοφύλακτος Νικομηδείας, Δανιήλ ὁ Στυλίτης κ.ἄ.».





Ἐδῶ πατέρες, ἐπειδή στηρίζεσθε, καί μάλιστα τυφλά, στή γνώμη κάποιων συγχρόνων πατέρων, εἶναι φυσικό ὅ,τι γράφετε νά εἶναι λάθος καί ἐκτός θέματος.

Θά σᾶς μεταφέρω λοιπόν κάποια μικρή ἀναφορά πού ἔκανα παλαιότερα ἐπί τοῦ θέματος τούτου (μέ ἐλάχιστες ἀλλαγές) καί ἐσεῖς, ἄν σέ κάποιο σημεῖο ἔχετε ἀντίθετο ἄποψι, μπορεῖτε δευτερολογώντας νά τήν ἐκθέσετε μέ τά ἀνάλογα ἐπιχειρήματα καί ἐγώ νά ἀπαντήσω.











Κάποιος σχολιαστής –ἀκολουθώντας πιστά καί τυφλά τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη– ἀναφέρει κάποιους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι δῆθεν κατέκριναν τήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Προφανῶς, δέν ἤλεγξε τίς παραπομπές αὐτές καί τό ποῦ ἀναφέρονται, εἰδάλλως θά ἐντρέπετο διά τήν διαστρέβλωσι τῆς ἀληθείας. Πρῶτα ἀναφέρει τόν ἅγ. Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος ἐπατριάρχευσε δέκα ἕξι χρόνια μετά τήν κοίμισι τοῦ ὁσίου καί ἀναθεματίζει αὐτούς τούς μοναχούς πού διαφωνοῦσαν διά τό θέμα τῶν χειροτονιῶν ἀπό τούς εἰκονομάχους. Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει τόν ὅσιο Θεοφάνη τόν ὁμολογητή, τόν ὁποῖο ὀνομάζει μέγα, προφανῶς διά νά δώση ἀξία στά λεγόμενά του.





Ἡ παραπομπή πού δίδει ὁ σχολιαστής ἀπό τήν χρονογραφία τοῦ Θεοφάνους εἶναι ἡ ἑξῆς: «Πρός δέ τοῖς πολλοῖς καί καλίστοις αὐτοῖς τρόποις εὐσεβής καί ὀρθοδοξότατος ὤν, ἐλυπεῖτο ἐπί τοῖς ἀποσχίζουσι τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ἐν οἱαδήποτε προφάσει εὐλόγῳ ἤ ἀλόγῳ. Πολλά τε τόν ἁγιώτατον Πατριάρχην καί τούς δυναμένους συντρέχειν τῇ κοινῇ εἰρήνῃ παρακαλῶν οὐκ ἐπαύετο. Ἐν οἷς καί τόν Θεόδωρον τόν ἡγούμενον τῶν Στουδίου καί Πλάτωνα καί Ἰωσήφ ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης ἀδελφόν Θεοδώρου ἐν φυλακαῖς πικραῖς συνεχομένους μετά καί τῶν προυχόντων τῆς κατ’ αὐτῶν μονῆς ἔσπευδεν ἑνωθῆναι· ὅ καί πεποίηκεν».





Ἐδῶ, ὁ ὅσιος Θεοφάνης, στήν χρονογραφία του, ὁμιλεῖ διά τόν διάδοχο τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου τοῦ ἀπό Γενικοῦ, δηλαδή τόν Μιχαήλ τόν Ραγκαβέ. Αὐτός λοιπόν, ὡς ὀρθόδοξος, ἔτσι ἐσκέπτετο καί παρακαλοῦσε πρός ἕνωσι τόν ἁγιώτατον Πατριάρχη. Ἡ ἔκφρασις ἐπίσης, στό σημεῖο αὐτό, «εὔλογος πρόφασις», σημαίνει τήν πραγματική αἰτία χωρισμοῦ καί ὄχι φανταστική ἤ ψεύτικη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ αὐτοκράτωρ παρεκάλη πρός ἕνωσι τόν Πατριάρχη, ἐνῶ, ἄν θεωροῦσε τόν ὅσιο πλανεμένο καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἔπρεπε νά παρακαλῆ πρός μετάνοια καί ἐπιστροφή τόν ὅσιο καί ὄχι ἀντιθέτως· πρᾶγμα τό ὁποῖον, πέραν τῶν ἄλλων, ἦτο καί ἀνάρμοστον λόγῳ τῆς θέσεως τοῦ Πατριάρχου.





Σέ καμμία πάντως περίπτωσι δέν συμφωνεῖ τό κείμενο μέ τόν σχολιαστή, μέ τόν τρόπο τουλάχιστον πού τό παρουσιάζει, ὅτι δηλαδή, «ὁ μέγας ὁμολογητής Θεοφάνης στήν χρονογραφία του ἀναφέρει τήν ἀπόσχισι τοῦ ἁγίου Θεοδώρου ἀπό τήν ἁγία Ἐκκλησία καί τόν ἁγιώτατο Πατριάρχη», διότι ἔτσι παρουσιάζει πλανεμένο καί ἐκτός Ἐκκλησίας τόν ὅσιο καί τούς ἄλλους «ἀθῶες περιστερές».





Ἐν συνεχείᾳ, ἀναφέρει ὁ σχολιαστής τόν ὅσιο Δανιήλ τόν Στυλίτη καί κάποια λόγια του, τά ὁποῖα εἶναι ἐκτός θέματος, διότι, ἀφ’ ἑνός μέν ὁ ὅσιος Δανιήλ ὁ Στυλίτης ἔζησε τουλάχιστον τριακόσια χρόνια ἐνωρίτερα τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὁ ὅσιος διά λόγους πίστεως ἀπεσχίσθη ἀπό τόν Πατριάρχη, ὅπως ἀκριβῶς συμβούλευε ὁ ὅσιος Δανιήλ ὁ Στυλίτης.





Κατόπιν, ἀναφέρεται ὁ ὅσιος Ἰωαννίκιος, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι κατέκρινε καί αὐτός τά Στουδιτικά σχίσματα. Ἡ παραπομπή πού δίδει ὁ σχολιαστής εἶναι ἀπό τήν περίοδο τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγ. Μεθοδίου, ὁπότε οὐδεμία σχέσι ἔχει ἡ ἀναφορά αὐτή μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη. Ἐπί πλέον δέ στό κείμενο αὐτό ἀναφέρεται ὅτι ὁ ὅσιος Ἰωαννίκιος προσπάθησε νά συμβιβάση μέ τούς λόγους του τίς ἀντιμαχόμενες παρατάξεις καί τελικῶς τό κατώρθωσε.





Τελευταῖα, μνημονεύει ὁ σχολιαστής πάλι τόν ἅγ. Μεθόδιο (ἴσως γιά νά φανοῦν πολλοί οἱ ἀντιλέγοντες) μέ παραπομπή πού ἀναφέρεται στίς ἔριδες τῶν μοναχῶν ἐπί τῆς πατριαρχείας του, δηλαδή πάλι ἐκτός θέματος, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρεται σέ ὑπόθεσι, ἡ ὁποία ἐξελίχθη δέκα ἕξι χρόνια μετά τήν κοίμησι τοῦ ὁσίου. Τελειώνει δέ μέ τόν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν ἔγραψε ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀλλά δέν εἶναι ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας.





Ὁ Δοσίθεος λοιπόν, στηρίζεται στόν Ζωναρᾶ, ὁ ὁποῖος ὡς ἱστορικός καί ὄχι ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ μόνος πού ἐπικρίνει τόν ὅσιο. Γράφει ὅμως, ὁ Ζωναρᾶς, στοιχεῖα τελείως ἀναπόδεικτα καί ἐρανισμένα ἀπό ἄγνωστες πηγές καί ἐξώφθαλμα ἀντίθετα στήν διδασκαλία καί τήν βιοτή τοῦ ὁσίου. Γιά παράδειγμα ἀναφέρει ὁ Ζωναρᾶς ὅτι ἡ ἀντίδρασις τοῦ ὁσίου καί τοῦ ἁγ. Πλάτωνος πρός τόν Πατριάρχη ἅγ. Νικηφόρο ἔγινε, διότι ἤθελαν νά καταλάβουν τόν θρόνο τῆς Κων/πόλεως καί νά πατριαρχεύσουν. Αὐτό εἶναι πρόδηλα τελείως ἀντίθετο στήν ὅλη βιοτή τῶν ὁσίων, διά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι, ἄν ἤθελαν κάτι τέτοιο, τό πρῶτο πού ἔπρεπε νά ἐπιδιώκουν θά ἦταν νά ἔχουν ἄριστες σχέσεις μέ τόν αὐτοκράτορα, ἡ ἐπιρροή τοῦ ὁποίου ἦταν πασιφανής καί ἐπιβλητική στήν ἐκλογή τοῦ Πατριάρχου. Ὁ ὅσιος ὅμως, ὄχι μόνον δέν ἀπέβλεπε σέ κάτι τέτοιο, ἀλλά ἐπολέμησε τήν μοιχεία τοῦ αὐτοκράτορος, ἡ ὁποία μάλιστα συνήφθη μέ τήν ἀνιψιά τοῦ ὁσίου, τήν Θεοδότη.





Τό καλό διά τόν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων εἶναι ὅτι, ὅταν χρησιμοποιεῖ στοιχεῖα πού ἀναφέρονται στόν ὅσιο, καταγράφει καί τήν πηγή των, π.χ. ὅτι αὐτό τό λέγει ὁ Ζωναρᾶς. Καταλαβαίνει λοιπόν καθένας, τό πόσο σημαντικές εἶναι οἱ ἀπόψεις τοῦ Δοσιθέου, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔζησε ὀκτακόσια περίπου χρόνια μετά τόν ὅσιο καί δανείζεται στοιχεῖα ἀπό τόν Ζωναρᾶ, ὁ ὁποῖος κατά γενική ὁμολογία διέκειτο ἐχθρικῶς πρός τήν ὅλη βιοτή τοῦ ὁσίου, μολονότι καί ὁ Ζωναρᾶς ἔζησε τριακόσια περίπου χρόνια μετά τόν ὅσιο.





Τελειώνοντας ἐπί τοῦ θέματος τούτου θέλω νά προσθέσω τό ἑξῆς. Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποτειχίστηκε ἀπό δύο ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι κατ’ οὐσίαν δέν ἦσαν αἱρετικοί, ἄν καί γιά κάποιο μικρό χρονικό διάστημα ὑπέθαλψαν τήν μοιχειανική αἵρεσι. Καί δέν ἦσαν αἱρετικοί, διότι ὅ,τι ἔκαναν, τό ἔκαναν μέ ἀγαθή προαίρεσι καί ἔχοντας ἀγαθό καί ἅγιο σκοπό, νά γλυτώσουν δηλαδή τήν Ἐκκλησία ἀπό χειρότερα δεινά, μέ τά ὁποῖα ἀπειλοῦσαν καί ἐκβίαζαν τούς ἁγίους αὐτούς Πατριάρχες οἱ δύο ἀντίστοιχοι αὐτοκράτορες Κων/νος ὁ Στ΄ καί Νικηφόρος ὁ ἀπό Γενικοῦ.





Τί γίνεται ὅμως σήμερα, πού οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι, ὄχι Ἅγιοι δέν εἶναι, ἀλλά εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι εἶναι ἀρχηγοί τῆς αἱρέσεως καί ἐτέθησαν ἐπικεφαλής τῶν Ὀρθοδόξων γιά νά ἐξυπηρετήσουν καί νά προαγάγουν τά σχέδια τῶν αἱρετικῶν;





Ἐσεῖς πατέρες, καταγράφετε τά στάδια καί τήν πορεία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ποῦ ἀκριβῶς σήμερα εὑρισκόμαστε, καί ποιά θά εἶναι ἡ πορεία τῆς αἱρέσεως στό ἐγγύς μέλλον. Προσπαθεῖτε δέ νά πολεμήσετε τήν αἵρεσι μέ ὁμολογίες πίστεως καί χαρτοπόλεμο. Πολλές φορές, ὅπως σᾶς ἐπεσήμανα, οἱ ἀντιλήψεις σας ταιριάζουν ἀπολύτως μέ αὐτές τῶν Οἰκουμενιστῶν καί οἱ μέθοδοι πού χρησιμοποιεῖτε δημιουργοῦν σύγχυσι ἀκόμη καί μεταξύ τῶν Ἁγίων. Ἐναγωνίως δέ προσπαθεῖτε νά εὑρῆτε στηρίγματα στούς Ἁγίους, παρερμηνεύοντας τά λόγια των ἤ ἀπομονώνοντας κάποια πατερικά κείμενα, πρός τόν σκοπό νά πείσετε τούς ἀνησυχοῦντας διά τήν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι ἡ στάσις τῆς ἀναμονῆς καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ εἶναι ἡ πατερική ὁδός ἐν καιρῷ αἱρέσεως. Ἔχετε δέ πεισματικά «κολλήσει» στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἡ ὁποία καί αὐτή βοηθᾶ ἀφάνταστα τήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως.





Νομίζω πατέρες, ὅτι θά ἦταν τουλάχιστον εἰλικρινής ἡ στάσις σας, ἄν ὁμολογούσατε ὅτι, ἐπειδή εἴμαστε στά ἔσχατα χρόνια, εἴμαστε ἀδύνατοι νά κάνωμε, ὄχι τήν μαρτυρική ἀποτείχισι τῶν Πατέρων, ἀλλά μία ἁπλή ἀποτείχισι τῶν ἐσχάτων καιρῶν, ἡ ὁποία δέν στοιχίζει τίποτε περισσότερο ἀπό τήν θυσία κάποιων κοσμικῶν πραγμάτων. Ἄν ὅμως καί αὐτά τά κοσμικά πράγματα (θέσεις, ἀξιώματα κλπ.) δέν μποροῦμε νά θυσιάσωμε, τότε εἶναι σχεδόν σίγουρο ὅτι θά βαδίσωμε μέ τό ρεῦμα τῆς Ν. Ἐποχῆς καί θά ὁδηγηθοῦμε στό σφράγισμα τοῦ Ἀντιχρίστου.

















Ἐν συνεχείᾳ θά ἀναφερθῶ ἐπ’ ὀλίγῳ στόν Μ. Φώτιο ἀκολουθώντας τήν σειρά τῆς κριτικῆς μελέτης σας. Ἐδῶ στή σελ. 38 γράφετε τά ἑξῆς:«Στό κεφάλαιο αὐτό ὁ π. Εὐθύμιος παραθέτει δύο ἀποσπάσματα λόγων τοῦ Ἁγίου, στά ὁποία οὐσιαστικά ὁ Ἅγιος ἐπαναλαμβάνει τήν πλούσια προγενέστερη πατερική παράδοση σχετικά μέ την στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. Ἑπομένως, δέν χρειάζεται νά τά σχολιάσουμε, διότι ἡ ἀπάντηση ἔχει ἤδη δοθεῖ μέ ὅσα ἐλέχθησαν στά κεφάλαια τῶν προγενεστέρων μεγάλων Πατέρων. Ἐδῶ τοῦτο μόνον θά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος, γράφοντας γιά τήν στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στούς αἱρετικούς, μέ κανέναν τρόπο δέν ἀποσκοποῦσε νά ἀχρηστεύσει ἤ νά περιθωριοποιήσει τόν πρωταρχικό ρόλο τῶν Συνόδων στήν διάγνωση καί κατάγνωση τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ π. Εὐθύμιος: “χωρίς διαδικασίες ἤ άποφάσεις Συνόδων” (σελ. 148).





»Οὔτε κατά διάνοιαν μιά τέτοια σκέψη. Διότι πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Ἅγιος νά ἀγνοήσει ἕνα θεσμό, ὁ ὁποῖος εἶχε παγιωθεῖ πλέον ὡς παράδοσις ἐννέα αἰώνων στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, καθ' ὅν χρόνον μάλιστα ὁ ἴδιος ὡς Πατριάρχης Κων/λεως συνεκρότησε δύο Συνόδους, τήν Πρωτοδευτέρα, καί τήν Σύνοδο τοῦ 879, ἡ ὁποία στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας θεωρείται ὡς ἡ Η΄ Οἰκουμενική, μέ τήν ὁποία μάλιστα ἐπέφερε τό πρῶτο καίριο πλῆγμα κατά τοῦ Παπισμοῦ;».





Ἐδῶ πατέρες, κατ’ οὐσίαν παραιτεῖσθε κάθε σχολιασμοῦ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγ. Φωτίου καί ἀναμασᾶτε πάλι τό ἴδιο παραμύθι γιά τόν «πρωταρχικό ρόλο τῶν Συνόδων στήν διάγνωσι καί κατάγνωσι τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν». Κάνετε δέ πάλι τό ἴδιο λάθος, νά μήν προσπαθῆτε δηλαδή νά φέρετε σέ συμφωνία τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων μέ τήν ἁγ. Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί τόν ρόλο τῶν Συνόδων. Ἐδῶ, προφανῶς γιά νά μήν ἐλεγχθῆτε ὡς διαστρέφοντες τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, δέν ἀναφέρετε καθόλου τό ἐπίμαχο χωρίο τοῦ ἁγ. Φωτίου, ἐπειδή σ’ αὐτό φαίνεται καθαρά, ποία πρέπει νά εἶναι ἡ στάσις τοῦ κάθε πιστοῦ ἀπέναντι στόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο.





Ἐδῶ, ἐπίσης, δείχνετε καθαρά ὅτι τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου τήν ἐπικαλεῖσθε, ὄχι μόνον γιά νά κατοχυρώσετε τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ἀλλά καί γιά νά καλυφθῆτε καί ἐσεῖς καί νά δικαιολογήσετε τήν στάσι σας, ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἶναι τελείως ἀντιπατερική καί ἀνορθόδοξη∙ ἐνῶ, δηλαδή οἱ Ἅγιοι διδάσκουν τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἐσεῖς ἀντιθέτως διδάσκετε τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς μετά τήν καταδικαστική δι’ αὐτούς ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Δηλαδή, ἐσεῖς θά ἀρχίσετε νά πολεμᾶτε, ὅταν ἤδη ἔχει τελειώσει ὁ πόλεμος!





Τελικῶς πατέρες, νομίζω ὅτι τό ἐπιχείρημά σας αὐτό, ὅτι δηλαδή ἡ ἀποτείχισις ἀχρηστεύει καί περιθωριοποιεῖ «τόν πρωταρχικό ρόλο τῶν Συνόδων στήν διάγνωσι καί κατάγνωσι τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν» εἶναι πέραν τῶν ἄλλων καί ἀστεῖο, καί παιδαριῶδες, καί, κατ’ οὐσίαν, μόνον ἐπιχείρημα δέν εἶναι. Διότι ἔχει λεχθῆ, καί πρέπει πρός ἐμπέδωσι νά ἐπαναλβάνεται συνεχῶς, ὅτι ἡ ἀποτείχισις ὄχι μόνο δέν περιθωριοποιεῖ καί ἀχρηστεύει τόν ρόλο τῆς Συνόδου, ἀλλά τόν κάνει ἔτι σημαντικώτερο καί οὐσιωδέστερο, διότι πέραν τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν, πρέπει ἡ Σύνοδος, διά τῆς ἐπαναφορᾶς καί διακηρύξεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, νά ὀρθοτομήση τόν λόγο τῆς ἀληθείας (τέμνοντας δηλαδή τά νόθα), νά ἀποδείξη ὅτι εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, νά ἑνώση καί ἐνσωματώση καί τούς ἀποτειχισμένους Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἀφίσταντο ἀπό αὐτούς, ὅσον καιρό αὐτή ὑπέθαλπε ἤ καί διεκήρυττε τήν αἵρεσι.





Καταλαβαίνετε δηλαδή, πατέρες, ὅτι ἡ ἀποτείχισις δημιουργεῖ ἔτι ἐπείγουσα τήν ἀνάγκη συγκλήσεως ὀρθοδόξου Συνόδου καί ἄρα, αὐτό πού ἰσχυρίζεσθε, εἶναι κατά τό δή λεγόμενο ἱστορίες γιά ἀγρίους. Ἄλλωστε ἔχει πάλι λεχθῆ, ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀποσκοπεῖ στήν προσωπική ἀσφάλεια τῶν πιστῶν, ἐνῶ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἔχει γενικό χαρακτῆρα, νά ὀρθοδοξήση δηλαδή, ὅλη ἡ τοπική Ἐκκλησία. Εἶναι λοιπόν, ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐσεῖς τά συγχέετε αὐτά, εἰς τρόπον ὥστε νά θεωρῆτε ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἐπιβουλεύεται τόν θεσμό τῆς Συνόδου.





Ἐν συνεχείᾳ θά ἀναφέρω τό χωρίο τοῦ ἁγ. Φωτίου, τό ὁποῖο ἀφήσατε ἀσχολίαστο, ἐπειδή προφανῶς δέν εἴχατε –πέραν τοῦ ὀρθολογισμοῦ– νά προβάλλετε ἄλλο ἐπιχείρημα:





«Αἱρετικός ἐστίν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους. Ὀρθόδοξός ἐστιν ὁ ποιμήν, εὐσεβείᾳ ἐσφράγισται, οὐδέν τῆς αἱρετικῆς φατρίας ἐπισύρεται; Ὑποτάγηθι αὐτῷ, ὡς εἰς τύπον προκαθεζομένῳ Χριστοῦ· οὐκ ἐκείνῳ φέρεις τήν τιμήν, ἄν ἐξ ὅλης φέρῃς ταύτην τῆς ψυχῆς· Χριστός ταύτην ὑποδέχεται· μή περιεργάζου τά ἄλλα·Θεός ἐστιν ὁ τούτων ἐξεταστής· ἐκείνῳ τήν κρίσιν κατάλιπε, σύ δέ τήν ὑπακοήν, κατά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, καί καθαράν αὐτῷ τήν διάθεσιν ἐπεδείκνυσο» (ΕΠΕ 12, 400,31).





Ἐξ αὐτοῦ τοῦ χωρίου, πατέρες, ἐξάγονται ἀβίαστα τά ἑξῆς συμπεράσματα. Ὁ αἱρετικός ποιμένας εἶναι ἐπικίνδυνος, ὅπως ὁ λύκος γιά τό πρόβατο. Καθίσταται λύκος διά τῆς αἱρέσεως καί ὄχι διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου ἤ μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, διότι τόν χαρακτηρίζει λύκο ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι αἱρετικός. Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό αὐτόν πρέπει νά εἶναι ἄμεση καί τέτοια, σάν αὐτόν πού βλέπει ξαφνικά ἕνα κίνδυνο ἐμπρός του νά κάνη ἕνα πήδημα γιά νά σωθῆ. Δέν πρέπει νά ἐξαπατηθῆ ὁ πιστός, ἔστω καί ἄν ἰδῆ σ’ αὐτόν τόν ποιμένα κάποια ἐξωτερικά χαρίσματα. Πρέπει πέραν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας νά ἀποφύγη καί κάθε ἄλλη συνομιλία καί συναναστροφή μαζί του, διότι μπορεῖ νά ἐπηρεασθῆ ἀπό τό αἱρετικό δηλητήριο. Στόν αἱρετικό τέλος, ὅ,τι καλό καί ἄν ὑπάρχη, λειτουργεῖ σάν τό δόλωμα στό ἀγκίστρι, δηλαδή πρός ἐξαπάτησι τῶν ἁπλουστέρων.





Εἶναι εὔλογο πατέρες, νά διερωτηθῆ κανείς, πῶς εἶναι δυνατόν ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ ἁγίου νά ταιριάξη, ἔστω καί κακόγουστα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Πῶς δηλαδή μπορεῖ κανείς νά περιμένη, ἔχοντας ἕνα λύκο γιά πρόβατο; Καί πῶς δύναται κάποιος νά ἰσχυρισθῆ ὅτι περιμένοντας, ἀκολουθεῖ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί δέν θά βλαφθῆ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο;





Ἐδῶ προφανῶς ἀκολουθεῖτε μία καινοτόμο ὁδό, ἡ ὁποία εἶναι ἴδια μέ αὐτή τοῦ Π.Σ.Ε., δηλαδή τήν ὁδό τῆς συνυπάρξεως καί τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως.





Εἶναι ἀνάγκη ἐδῶ, νά μεταφέρωμε καί ἕνα μικρό κείμενο τοῦ ἁγ. Φωτίου, τό ὁποῖο προηγεῖται, στήν ὁμιλία του αὐτή τοῦ χωρίου πού παραθέσαμε. Ἀμέσως προηγουμένως ὁ ἅγιος εἶπε τά ἑξῆς: «ἵνα φύγητε τήν μίμησιν, ὧν τήν ἀσέβειαν ἐβδελύξασθε, καί μή μέρει τινί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν ἀποσπασάμενοι καί τό λοιπόν τοῦ δυσσεβήματος κατ’ ὀλίγον ὑπορροφεῖν ἐνεθισθείητε».





Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει κάτι ἐκπληκτικό καί ἀποκαλυπτικό γιά τίς ἡμέρες μας. Ἄν λέγει, μείνωμε κοντά στούς αἱρετικούς ἤ ἔχομε μερική καί ὄχι ὁλοκληρωτική ἀπομάκρυνσι, σιγά–σιγά θά ἀφομοιώσωμε τήν ἀσέβειά των καί θά ἐθιστοῦμε μέ αὐτή. Ἐξετάστε, πατέρες, ἄν ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ ἁγίου δέν ἀποδεικνύεται σήμερα πέρα γιά πέρα ἀληθινή. Διαφωνεῖτε ὅτι σήμερα ὑπάρχει ἐθισμός τῶν Ὀρθοδόξων πρός τόν Οἰκουμενισμό; ὅτι πλέον δέν μᾶς συγκινοῦν καί δέν μᾶς ταράζουν οἱ συμπροσευχές καί συνιερουργίες των; ὅτι δέν μᾶς προβληματίζουν oἱ ἀναγνωρίσεις τῶν μυστηρίων τους; ὅτι δέν αἰσθανόμεθα ρίγος, διότι ἀνήκουμε ἅπαντες ὡς τοπικές Ἐκκλησίες στό Π.Σ.Ε.; Δηλαδή ὁ ἐθισμός ὑπάρχει σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά μήν γνωρίζωμε τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, τά ὅρια τῆς ὑπακοῆς στούς ποιμένες, νά ἔχωμε ἀποκτήσει δυτικό τρόπο ζωῆς καί σκέψεως. Καί μάλιστα περισσότερο ἐθισμένοι εἶναι αὐτοί, τούς ὁποίους θεωρεῖτε ἀκατάρτιστους καί ἀνίκανους διά τήν διάγνωσι τῆς ἀσθενείας καί πρέπει νά περιμένουν τούς φωτισμένους ἰατρούς γιά νά κάνουν τήν διάγνωσι αὐτή.





Ἀπό αὐτή τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου θά πρέπει νά κατανοήσωμε ὅτι, καί ἡ σχετική διδασκαλία τῶν Ἁγίων νά μήν ὑπῆρχε περί ἀποτειχίσεως, θά ἔπρεπε νά μᾶς ὁδηγήση εἰς αὐτήν ὁ ἐθισμός τῆς αἱρέσεως, ὁ ὁποῖος ἤδη ὑπάρχει στό ὀρθόδοξο ποίμνιο. Καί ἐσεῖς στήν κριτική σας μελέτη ἀποφαίνεσθε ὅτι «οὔτε κατά διάνοια τέτοια σκέψι».





Πῶς λοιπόν, πατέρες, νά μήν σᾶς καταλογίσωμε ὄχι ἁπλῶς εὐθύνη, ἀλλά καί ὑστεροβουλία καί συνασπισμό μέ τούς ὑπεναντίους καί οὐσιαστικό ρόλο στήν ὅλη πορεία καί ἐξέλιξι τῆς αἱρέσεως;





Πρίν κλείσομε τό κεφάλαιο αὐτό τοῦ ἁγ. Φωτίου, πρέπει νά ἀναφέρωμε καί τήν διδασκαλία του γιά τόν ὀρθόδοξο ποιμένα. Ἐδῶ ὁ ἅγιος δηλώνει τήν ἀντίθετη ἀντιμετώπισι τῶν πιστῶν ἀπό τόν αἱρετικό. Δείχνει ἀκόμη ὅτι ἡ ὑπακοή καί ἡ ὑποταγή εἶναι προσωπική ὑπόθεσις καί εὐθύνη τοῦ καθενός καί πρέπει νά γίνεται μέ αὐστηρά κριτήρια, τά ὁποῖα ὁ ἅγιος τά ἀναφέρει. Δηλαδή νά ἔχη ὁ ποιμένας τήν σφραγίδα τῆς εὐσεβείας καί νά μήν ἔχη κανένα αἱρετικό ψεγάδι ἤ φρόνημα.





Ἐπίσης, δηλώνει σαφέστατα ὅτι, πέραν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν πρέπει νά ἐξετάζωμε, ὅ,τι δηλαδή ἀφορᾶ τίς προσωπικές του ἁμαρτίες. Ἐδῶ συμφωνεῖ ὁ ἅγιος ἄριστα μέ τό πρῶτο μέρος τοῦ 15ου ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας καί τούς δύο προηγουμένους, τούς ὁποίους, ἐσεῖς πατέρες, ἐταυτίσατε μέ τό δεύτερο μέρος, δηλαδή μέ τά θέματα τῆς πίστεως. Γιά τά προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου ἀναφέρουν οἱ ἐν λόγῳ Κανόνες ὅτι θά ἀποφασίση ἡ Σύνοδος καί ὁ ἅγιος προτρέπει ἐμεῖς αὐτά νά μήν τά ἐξετάζωμε.





Νομίζω πατέρες, τελικά ὅτι κρατώντας τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, πρέπει νά διαγράψετε ὅλους τούς Ἁγίους καί βεβαίως τήν ἁγ. Γραφή. Ἡ ὁμιλία αὐτή τοῦ Μ. Φωτίου εἶναι θαυμάσια καί ἴσως ἀπό τίς λίγες στό εἶδος της, ἐπειδή ὁμιλεῖ γιά τόν τρόπο πού ἐργάζονται οἱ αἱρετικοί, προκειμένου νά ὑποτάξουν τούς Ὀρθοδόξους. Διά τόν λόγον αὐτόν θά μεταφέρωμε κάποια ἀκόμη σημεῖα, τά ὁποῖα ἴσως εἶναι χρήσιμα καί γιά τήν αἵρεσι τῶν ἡμερῶν μας.





Ἀναφέρει λοιπόν, ὁ ἅγιος γιά τόν τρόπο μέ τό ὁποῖο ἐργάζονται οἱ αἱρετικοί τά ἑξῆς: «Εἶτα προθυμουμένοις αὐτοῖς ἀνακινεῖν τήν Ἀρείου αἵρεσιν, ἐπείπερ ὁ καιρός οὐ συνέτρεχεν (ἔτι γάρ ὁ μέγας Κωνσταντῖνος τῷ βίῳ παρών καί τά τῆς βασιλείας διϊθύνων σκῆπτρα πολλήν ἐποιεῖτο τῆς τῶν ἐκκλησιῶν εἰρήνης τήν πρόνοιαν), ἄλλη τις τοῖς πονηροῖς ὁδός ἐξευρίσκεται, δι’ ἧς καί λαθεῖν ὡς κατά τῆς εὐσεβείας αὐτοῖς ὁ πόλεμος ἀναρρύγνυται καί τήν βουλήν αὑτῶν κατά σκοπόν προχωρήσεις ᾤοντο.Τί δή τοῦτο ἦν;Μεταφέρειν ἔγνωσαν τήν κατά τῆς πίστεως συσκευήν κατά τῶν τῆς πίστεως προμάχων∙ ἐκείνων γάρ αὐτοῖς ἐκποδών γινομένων, εὐχαρῆ λοιπόν ἐλπίζειν καί τήν τῆς εὐσεβείας καταστροφήν ἐξεργάσεσθαι» (ΕΠΕ 12,384).





Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ ἅγιος ὅτι οἱ ἡγέτες τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ἐπειδή ἤθελαν νά ἐπιβάλλουν τήν αἵρεσι καί δέν ἠδύναντο διά τῶν δογμάτων καί τῆς θεολογικῆς ὁδοῦ, εὑρῆκαν ἄλλην ὁδό «ἄλλη τις τοῖς πονηροῖς ὁδός ἐξευρίσκεται» διά νά ἐπιτελέσουν τό ἔργο των. Ἡ ὁδός αὐτή ἦτο ὄντως δαιμονική καί ἀποσκοποῦσε εἰς τό νά μεταφέρουν τόν ἀγῶνα ἀπό τά δόγματα καί τήν πίστι, στούς προμάχους καί Ὁμολογητές τῆς πίστεως. Ἐν συνεχείᾳ περιγράφει λεπτομερῶς τίς διαβολές, μηχανορραφίες καί ραδιουργίες ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων ἡγετῶν τῆς περιόδου ἐκείνης. Καταλήγει δέ ὡς ἑξῆς: «Ἀλλ’ οὕτω μέν Εὐφρατᾶς ὑπό Στεφάνου συσκευάζεται, οὕτω δέ ὁ θεῖος Παῦλος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπελαύνεται, οὕτως Εὐστάθιος ὁ θεσπέσιος τῆς Ἀντιοχείας ἐκδιώκεται καί τήν Ἰλλυριῶν πόλιν ἐξ ἑῴας καί δυόμενον ἥλιον οἰκεῖν κατακρίνεται, οὕτως ὁ πολύαθλος Ἀθανάσιος τῆς Ἀλεξανδρείας ἐξορίζεται. Καί τούτων ἐκποδών, ὅπερ ἐποιοῦντο ἀγώνισμα οἱ αἱρεσιῶται, γεγονότων, ἐπί μέγα παρρησίας καί ἰσχύος ἀνέδραμεν ἡ ἀσέβεια» (ΕΠΕ 12, 400,6). Δηλαδή ὅταν μέ τίς διαβολές καί τίς σκευωρίες κατώρθωσαν νά ἐξουδετερώσουν τούς Ὀρθοδόξους, τότε «ἐπί μέγα παρρησίας καί ἰσχύος ἀνέδραμεν ἡ ἀσέβεια».





Νομίζω πατέρες, πώς ἡ μέθοδος αὐτή τῶν αἱρετικῶν πολύ θά πρέπει νά μᾶς προβληματίση, ἄν ὄντως θέλωμε νά ἀγωνισθοῦμε γιά τήν Ὀρθοδοξία, διότι πιστεύω ὅτι αὐτό τό ἔργο τῶν αἱρετικῶν τό ἔχουμε ἀναλάβει ἐμεῖς. Δηλαδή, ἀντί νά συσπειρωθοῦμε, νά ἑνωθοῦμε, νά ὁμολογήσωμε τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί νά ἀγωνισθοῦμε βάζοντας στήν ἄκρη ὅλα τά προσωπικά θέματα καί τίς ἀδυναμίες μας, προσπαθοῦσε νά ἐξοντώσωμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, νά τόν θέσωμε ἐκτός μάχης, νά τόν θεωρήσωμε ἐκτός τῆς ὀρθοδόξου παρατάξεως (καί ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀμαυρώνοντας καί σπιλώνοντας τόν ἀγῶνα του), ἐπειδή δέν συμφωνεῖ κάπου μαζί μας καί τελικῶς νά θεωροῦμε τόν ἀγῶνα ὡς προσωπική μας ὑπόθεσι καί ὄχι ὑπόθεσι τῆς Ἐκκλησίας.












Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ στό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς σας μελέτης «Ἡ ἀποτείχισις σέ ἐπίπεδο Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν». Στό κεφάλαιο αὐτό δείχνετε πατέρες, ὄχι μόνο μία ἄγνοια βασικῶν θεμάτων, ἀλλά καί μία σύγχυσι σέ σημεῖο πού νά παρεξηγῆτε καί νά παρερμηνεύετε, αὐτά τά ὁποῖα κρίνετε. Γράφετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Εἶναι μεγάλο λάθος αὐτό πού ἀναφέρει, ὅτι “ὁσάκις μιά Τοπική Ἐκκλησία ἀπεδέχετο δημοσίως καί συνοδικῶς μιά αἵρεση, οἱ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες ἀπεσχίζοντο ἀπό αὐτή πρό συνοδικῆς κρίσεως” (σελ. 150). Οὐδέποτε μία Τοπική Ἐκκλησία ἀπεσχίσθη ἀπόἄλλη, λόγω αἱρέσεως, χωρίς Συνοδική κρίση καί ἀπόφαση. Εἰδικά γιά τήν περίπτωση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἡ Συνοδική καταδίκη της, λόγῳτῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, προϋπῆρχε ἤδη ἀπό τόν 9ο αἰῶνα στή Σύνοδο τοῦ 879».





Ἐδῶ κάνετε σύγχυσι μεταξύ τῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως καί τῆς καταδίκης τῶν φορέων της, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἔζησαν μετά ἑκατόν πενῆντα (150) χρόνια. Ὅταν λοιπόν ὑπάρχει καταδίκη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά οἱ φορεῖς της εἶναι ἄκριτοι πρέπει κανονικά νά συνέλθη Σύνοδος ἁρμοδία (πχ. ἄν πρόκειται γιά κάποιον Ἐπίσκοπο ἡ τοπική Σύνοδος τῆς ἐπαρχίας, ἄν πρόκειται γιά Πατριάρχη ἤ ὁλόκληρη τοπική Ἐκκλησία, Πανορθόδοξος ἤ Οἰκουμενική) καί νά καταδικάση καί τήν αἵρεσι ἐκ νέου καί τούς φορεῖς της.





Ἄν πάλι συμβῆ καί καταδικασθῆ μία τοπική Ἐκκλησία ἀπό ἁρμοδία Σύνοδο καί ἀποκοπῆ ἀπό τίς ἄλλες ὡς ἀμετανόητος καί ἐπειδὴ ἀδυνατοῦνοἱ ἄλλες (διά πολιτικούς καί στρατιωτικούς λόγους) νά τοποθετήσουν εἰς αὐτή Ὀρθοδόξους ποιμένες, τότε εἰς αὐτήν τήν κανονικῶς ἀποκοπεῖσα τοπική Ἐκκλησία, δέν χρειάζεται νά κριθοῦν καί νά καταδικασθοῦν οἱ ἑπόμενοι διαδοχικῶς ποιμένες της ὡς αἱρετικοί, διότι, ἐφ’ ὅσον ἀπεκόπη ἐξ ἀρχῆς ἡ τοπική αὐτή Ἐκκλησία ὡς αἱρετική, ἐνεκρώθη (ὅπως π.χ. τό χέρι ὅταν ἀποκοπῆ ἀπό τό σῶμα νεκρώνεται) καί ὡς νεκροί δέν δύνανται νά μεταδώσουν τήν χάρι τοῦ ἁγ. Πνεύματος, εἶναι ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα κατακεκριμένοι.





Ἔτσι ἐθεωρήθησαν μετά τήν ἀποκοπή τους ἀπό τήν Ὀρθοδοξία οἱ Μονοφυσίτες καί οἱ Παπικοί μετά τό σχίσμα. Αὐτά τά ἀναφέρει καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στήν ὑποσημείωσι τῆς ἑρμηνείας τοῦ Α΄ Κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁμιλώντας μάλιστα γιά τούς σχισματικούς: «Διότι καθώς ἕν μέλος κοπῇ ἀπό τό σῶμα, νεκροῦται παρευθύς μέ τό νά μή μεταδίδεται πλέον εἰς αὐτό ζωτική δύναμις∙ τοιουτοτρόπως καί αὐτοί ἀφ’ οὗ μίαν φοράν ἐσχίσθησαν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνεκρώθησαν παρευθύς, καί τήν πνευματικήν χάριν καί ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχασαν, μή μεταδιδομένης ταύτης εἰς αὐτούς διά τῶν ἁφῶν καί συνδέσμων, ἤτοι διά τῆς κατά Πνεῦμα ἑνώσεως».





Ἄρα λοιπόν αὐτά πού γράφετε, ὅτι δηλαδή «εἰδικά γιά τήν περίπτωσι τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἡ Συνοδική καταδίκη της, λόγῳ τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, προϋπῆρχε ἤδη ἀπό τόν 9ο αἰῶνα στή Σύνοδο τοῦ 879» εἶναι λάθος, διότι συγχέετε τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως μέ τήν καταδίκη τῶν μετά ἑκατόν πενῆντα χρόνια αἱρετικῶν. Ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τούς Κανόνες, γιά νά καταδικασθῆ κάποιος, πρέπει νά κληθῆ σέ δίκη, νά δικασθῆ, νά ἀπολογηθῆ κλπ. (ΟΔ΄ Ἀποστ. κ.ἄ.)





Αὐτό ἐπίσης πού ἀναφέρετε, καί μάλιστα μέ τονισμένα γράμματα,«Οὐδέποτε μία Τοπική Ἐκκλησία ἀπεσχίσθη ἀπό ἄλλη, λόγω αἱρέσεως, χωρίς Συνοδική κρίσι καί ἀπόφασι», εἶναι πάλι λάθος, διότι ἡ συνοδική κρίσις (δηλαδή ἀπόφασις Γενικῆς Συνόδου), ἡ ὁποία ἀναφέρεται στό βιβλίο τό ὁποῖο σχολιάζετε, εἶναι ἡ ἁρμοδία γιά νά κρίνη τήν τοπική Ἐκκλησία καί ὄχι ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνοδικῶς ἀποφαίνεται καί ἀποφασίζει τήν ἀποτείχισι λόγῳ αἱρέσεως ἀπό ἄλλη τοπική Ἐκκλησία. Ἡ ἀποτείχισις π.χ. τό 1009 τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Σεργίου ἀπό τόν ὁμώνυμο Πάπα τῆς Ρώμης Σέργιο, λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ «Filioque», ἔγινε μέ ἀπόφασι τῆς ἐνδημούσης Συνόδου τῆς Κων/πόλεως, χωρίς ὅμως νά καταδικασθῆ συνοδικά ἀπό Πανορθόδοξη ἤ Οἰκουμενική Σύνοδο ἡ τοπική Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.





Ἄλλο, λοιπόν, ἡ καταδίκης τῆς αἱρέσεως, ἄλλο ἡ συνοδική ἀπόφασης ἐνδημούσης Συνόδου περί ἀποτειχίσεως ἀπό ἄλλη τοπική Ἐκκλησία, λόγῳ αἱρέσεως, καί ἄλλο ἡ συνοδική καταδίκη ἀπό Πανορθόδοξη ἤ Οἰκουμενική Σύνοδο (ὅπως ἐπί Νεστορίου) αἱρετικῶν Πατριαρχῶν ἤ Παπῶν. Τέτοια, ἐπίσης, ἀπόφασι ἔλαβε ἡ Στ΄ Οἰκουμενική, ἡ ὁποία κατεδίκασε τρεῖς Πατριάρχες Κων/πόλεως καί ἕνα Πάπα Ρώμης ὡς Μονοθελητές. Ἐσεῖς δυστυχῶς, πατέρες, τά συγχέετε, προκειμένου νά ἀποδείξετε ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἔγινε κατόπιν συνοδικῆς ἀποφάσεως.





Ἄρα λοιπόν, ἡ ἀποτείχισις τό 1009 τοῦ Πατριάρχου Σεργίου ἀπό τόν ὁμώνυμό του Πάπα Ρώμης Σέργιο ἔγινε πρό συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης τοῦ Πάπα Σεργίου καί ἄρα εἶναι κατά πάντα σύμφωνος μέ τόν ὑπό ἐξέτασι Κανόνα. Τό ὅτι ἡ ἀποτείχισις αὐτή ἔγινε συνοδικῶς, ἀπό τήν ἐνδημοῦσα δηλαδή Σύνοδο τῆς Κων/πόλεως, αὐτό ἐξυπακούεται, διότι μία τοπική Ἐκκλησία δέν δύναται δι’ ἄλλου τρόπου νά ἀποφασίση κάτι, καί μάλιστα γιά σοβαρά θέματα πίστεως. Ὅ,τι δηλαδή συμβαίνει στήν ἀποτείχισι κάποιου κληρικοῦ ἤ λαϊκοῦ ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τήν ἀποτείχισι μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἄλλη, μόνο πού ἡ ἀπόφασις αὐτή εἶναι συνοδική. Ἡ τοπική, ὅμως, αὐτή Ἐκκλησία πού ἔπεσε σέ αἵρεσι, δέν ἔχει καταδικασθῆ, διότι δέν εἶναι ἁρμοδία ἡ μία τοπική Ἐκκλησία νά καταδικάζη ἄλλη, ἀλλά πρέπει νά συνέλθη ἀνωτέρα καί γενικωτέρα Σύνοδος.





Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καί προκειμένου νά ὑπάρχη γενικωτέρα καί Πανορθόδοξος ἀπόφασις, τό 1054 μέ τήν ἑδραίωσι τοῦ σχίσματος, ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ ὁ Κηρουλάριος ἀπέστειλε ἐπιστολές πρός τούς ὑπολοίπους Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἐκθέτοντας τήν δημιουργηθεῖσα κατάστασι, τονίζοντας τίς παπικές πλάνες καί εἰδικά τήν αἵρεσι τοῦ «Filioque», ζητώντας τήν συμφωνία καί συγκατάθεσί των καί τονίζοντας ὅτι ἔπρεπε ὁ Πάπας τῆς Ρώμης νά διαγραφῆ πλέον ἀπό τά δίπτυχα.





Μάλιστα στήν ἀπάντησί του, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Πέτρος, ἀνέφερε ὅτι πρό πολλοῦ ἡ Ἀλεξάνδρεια εἶχε διαγράψει ἀπό τά δίπτυχα τόν Πάπα τῆς Ρώμης, ἀπό τότε δηλαδή πού ὁ Πάπας Βιγίλλιος δέν εἶχε συμφωνήσει μέ τήν ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδο διά νά ἀναθεματίση τά κεφάλαια τοῦ Θεοδώρητου Κύρου, τά ὁποῖα ἐστρέφοντο ἐναντίον τοῦ ἁγ. Κυρίλλου: «Περιείχετο τοῖς ἱεροῖς γράμμασι τῆς ἁγιωσύνης σου, φήμην τινά τοῖς σοῖς ἐνηχηθῆναι ὠσίν, ὡς τόν πάπαν τοῖς ἱεροῖς ἀναφέρω διπτύχοις,τοῦτο αὐτό ποιούντων καί τῶν ἄλλων (ἁγιωτάτων) πατριαρχῶν, καί ὡς οὐκ ἔδει τοσοῦτον ἀγνόημα ἀγνοῆσαι, καί μάλιστα πρό τῶν ἄλλων ἐμέ, εἰδότα ὅτι ἀπό τῆς ἁγίας ἕκτης οἰκουμενικῆς συνόδου καί ἐπίταδε, ἵνα τοῖς σοῖς χρήσωμαι ῥήμασιν, ἡ ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις ἀναφορά ἐξεκόπη τοῦ πάπα, διά τό τόν τηνικαῦτα πάπαν Βιγίλλιον μή ἀπαντῆσαι κατά τήν σύνοδον, μήτε μήν ἀναθεματίσαι τά παρά τοῦ Θεοδωρήτου κατά τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν δώδεκα κεφαλαίων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου γραφέντα∙ καί ἔκτοτε καί μέχρι τοῦ νῦν ἀποτμηθῆναι τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τόν πάπαν» (Πρακτικά τῶν Συνόδων 3, 549).





Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Τό ἀπόσπασμα τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, πού ἀναφέρεται στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν καιρό τῆς Εἰκονομαχίας εἶναι πολύ διαφωτιστικό: “έφ' οἷς ἐτμήθη ἡ τῆδε ἐκκλησία τῶν ἑτέρων τεττάρων ἀναθεματισμοῖς ὑποβαλλομένη αἰωνίοις σφραγίδι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Δηλαδή ἡ Εκκλησία τῆς Κων/πόλεως ἀπεκόπη ἀπό τίς ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, τίς Ἐκκλησίες τῶν ἄλλων τεσσάρων Πατριαρχείων, μέ αἰώνια ἀναθέματα. Ἐδῶ προφανῶς ὁ Ἅγιος ἔχει ὑπ' ὄψιν του τήν Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (769), διότι κατά τήν Σύνοδο αὐτή καταδικάστηκε ἡ αἵρεση καί ἡ ἐκπεσοῦσα στήν αἵρεση Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί σ' αὐτήν ἐπίσης ἐκφωνήθηκαν τά ἀναθέματα».





Ἐδῶ, προκειμένου νά ἀποδείξετε αὐτό πού σᾶς ἐνδιαφέρει καί βοηθᾶ στήν στήριξι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, κάνετε τά ἴδια λάθη. Ἐπί πλέον δέ μέ τούς ἰσχυρισμούς σας ἀναγνωρίζετε τό παπικό Πρωτεῖο ἐξουσίας ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς ἐπράξατε καί στήν περίπτωσι τοῦ ἁγ. Μαξίμου καί κατ’ οὐσίαν συνηγορεῖτε ὑπέρ τῶν παπικῶν αἱρέσεων.





Τό κείμενο τοῦ ὁσίου εἰς τό ὁποῖο δέν ἐδώσατε ὀρθόδοξο ἑρμηνεία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οὐδέ γάρ περί βιωτικῶν καί σαρκικῶν ὁ λόγος, ὧν βασιλεύς τό κράτος ἔχει τοῦ κρίνειν καί τό βιωτικόν κριτήριον, ἀλλά περί θείων καί οὐρανίων δογμάτων, ὅ ἄλλοις οὐκ ἐπιτέτραπται ἤ ἐκείνοις, οἷς φησιν αὐτός ὁ θεός λόγος· ὅσα ἄν δύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἄν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. τίνες δή οὗτοι οἱ ἐντεταλμένοι; ἀπόστολοι καί οἱ τούτων διάδοχοι. Τίνες δ' οὖν οἱ διάδοχοι; ὁ τῆς Ρωμαίων νυνί πρωτόθρονος, ὁ τῆς Κων/πόλεως δευτερεύων, ᾿Αλεξανδρείας τε καί ᾿Αντιοχείας καί ὁ ῾Ιεροσολύμων. Τοῦτο τό πεντακόρυφον κράτος τῆς ἐκκλησίας, παρά τούτοις τό τῶν θείων δογμάτων κριτήριον· βασιλέων δέ καί ἡγεμόνων τό συνεπικουρεῖν καί συνεπισφραγίζειν τά δεδογμένα καί διαλλάττειν τά σαρκικῶς διαφορούμενα. Οὐκ ἄλλο τι ἐν τοῖς θείοις δόγμασιν οὒτε δέδοται πρός θεοῦ οὒτε γενησόμενον στήσεται. Διά τοῦτο ἀπεδοκιμάσθη ἐπί τοῦ δόγματος τῶν θείων εἰκόνων τά ἐπί τοῦ πάλαι Κωνσταντίνου καί Λέοντος βασιλικῷ κράτει καί θράσει συνεδριασθέντα καί βατταρισθέντα· ἐφ' οἷς ἐτμήθη ἡ τῇδε ἐκκλησία τῶν ἑτέρων τεττάρων, ἀναθεματισμοῖς ὑποβαλλομένη αἰωνίοις σφραγῖδι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἶτα ἐλέῳ θεοῦ ἠγέρθη κέρας ὀρθοδοξίας ἐπί Εἰρήνης τῆς πάνυ σύν τῷ αὐτῆς ῥαδάμνῳ, ἐφ᾿ ἧς συνήφθη τά διεστῶτα μέχρις Λέοντος τοῦ προσεχοῦς· ἐφ᾿ ᾧ αὖθις διετμήθη ἡ τῇδε ἐκκλησία, ἀναθεματιζομένη ὑπό τῶν προτέρων ἰσορρόπως» (Φατ. 478, 697, 56).





Ἐδῶ κατ’ ἀρχάς ὁ ὅσιος ἀναφέρει, ὅτι τό κριτήριο διά τήν πίστι καί τά δόγματα στήν Ἐκκλησία δέν ἐδόθη στήν Ρώμη, ὅπως ἐσεῖς διδάσκετε, ἀλλά καί στά πέντε Πατριαρχεῖα: «τοῦτο τό πεντακόρυφο κράτος τῆς ἐκκλησίας, παρά τούτοις τό τῶν θείων δογμάτων κριτήριον».





Ἄρα λοιπόν ὁ ἅγιος δέν ἐννοεῖ μέ αὐτά πού διδάσκει γιά τήν ἐκπεσοῦσα στήν αἵρεσι Ἐκκλησία τῆς Κων/πόλεως τήν ἀπόφασι τῆς Ρώμης, ἔστω καί ἄν εἶναι ἡ ἀπόφασις αὐτή ὀρθόδοξος. Ἔπειτα δέν εἶναι δυνατόν μία τοπική Ἐκκλησία νά καταδικάζη μία ἄλλη καί μάλιστα μέ αἰώνια ἀναθέματα καί ἐπί πλέον μέ τήν σφραγίδα τοῦ ἁγ. Πνεύματος «ἀναθεματισμοῖς ὑποβαλλομένη αἰωνίοις σφραγῖδι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αὐτό μόνο στόν σημερινό ἄκρατο Παπισμό διδάσκεται. Δι’ αὐτό οἱ Παπικοί δίδουν αὐτές τίς ἑρμηνεῖες στά κείμενα τοῦ ὁσίου, τόν θεωροῦν ὅτι στηρίζει καί ὑπεραμύνεται τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου ἐξουσίας, καί πολλοί Ὀρθόδοξοι ἀφελῶς ἀναμασοῦν αὐτές τίς παπικές θεωρίες καί ἐπιβραβεύουν τίς παπικές πλάνες. Τέλος δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχουν τό νόημα αὐτό τά λόγια τοῦ ὁσίου, διότι δέν ἀναφέρεται ὅτι πρό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς ὅλα τά Πατριαρχεῖα κατεδίκασαν τήν εἰκονομαχία, ἀλλά μόνο τῆς Ρώμης καί Ἱεροσολύμων (Πρακτικά Συνόδων 3, 710).





Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αὐτό πού γράφετε πατέρες, ὅτι δηλαδή «ἡ Ἐκκλησία τῆς Κων/πόλεως ἀπεκόπη ἀπό τίς ἄλλες ΤοπικέςἘκκλησίες, τίς Ἐκκλησίες τῶν ἄλλων τεσσάρων Πατριαρχείων, μέ αἰώνιαἀναθέματα. Ἐδῶ προφανῶς ὁ Ἅγιος ἔχει ὑπ' ὄψιν του τήν Σύνοδο τοῦΛατερανοῦ (769), διότι κατά τήν Σύνοδο αὐτή καταδικάστηκε ἡ αἵρεση καί ἡἐκπεσουσα στήν αἵρεση Έκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί σ' αὐτήνἐπίσης ἐκφωνήθηκαν τά ἀναθέματα» εἶναι τελείως λάθος καί καθαρή παπική διδασκαλία καί ἑρμηνεία.





Νομίζω ὅτι πρέπει νά ἑρμηνεύσωμε τό ἐπίμαχο κείμενο τοῦ ὁσίου:«ἐφ' οἷς ἐτμήθη ἡ τῇδε ἐκκλησία τῶν ἑτέρων τεττάρων, ἀναθεματισμοῖς ὑποβαλλομένη αἰωνίοις σφραγῖδι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος» ὡς ἑξῆς: «Ἕνεκα τῆς πίστεως ἡ ὁποία κατοχυρώθηκε συνοδικῶς (Σύνοδος Ἱέρειας) ἀποκόπηκε ἡ τοπική Ἐκκλησία τῆς Κων/πόλεως ἀπό τά ἄλλα τέσσερα Πατριαρχεῖα, ἀναθεματιζομένη, ὅσο εὑρίσκετο εἰς τήν αἵρεσι, ἀπό τά αἰωνίου ἰσχύος ἀναθέματα τῆς ἁγ. Γραφῆς (Γαλ. 1, 8-9) τά ὁποῖα ἐπισφραγίζονται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα».





Τό ἐπίσης παρεμφερές κατωτέρω χωρίο, «ἐφ’ ᾧ αὖθις διετμήθη ἡ τῇδε ἐκκλησία, ἀναθεματιζομένη ὑπό τῶν προτέρων ἰσορρόπως», νομίζω ὅτι πρέπει νά μεταφρασθῆ ὡς ἑξῆς: «Μέ τήν ἐκ δευτέρου συνοδική ἐπαναφορά τῆς αἱρέσεως (Σύνοδος 815) ἐξέπεσε πάλι καί ἀπεκόπη ἡ ἴδια Ἐκκλησία τῆς Κων/πόλεως ἀναθεματιζομένη ὑπό τῶν προτέρων ἀναθεματισμῶν τῆς ἁγ. Γραφῆς μέ τήν ἴδια ἰσχύ». Αὐτοί εἶναι οἱ αἰώνιοι ἀναθεματισμοί, οἱ ἐπισφραγισθέντες ἀπό τό ἅγ. Πνεῦμα καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, τῆς Ρώμης.





Ἐσεῖς πατέρες, ἐπειδή δέν δέχεσθε ὅτι ἰσχύουν οἱ ἀναθεματισμοί τῆς ἁγ. Γραφῆς καί ὅτι ἔχουν αἰωνία ἰσχύ, διότι ἔχουν ἐπισφραγισθῆ μέ τό ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδετε στήν Ρώμη αὐτό τό κυριαρχικό δικαίωμα καί γίνεσθε, ἀκούσια βεβαίως, συνοδοιπόροι τῶν παπικῶν αἱρέσεων. Εἶναι δέ φυσικό νά πίπτετε σέ τέτοιες ἀντιφάσεις, διότι προσπαθεῖτε ὅλα νά τά ἐναρμονίσετε μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὁπότε ὁ ἕνας ἐκτροχιασμός φέρει ἀναπόφευκτα τόν ἄλλον. Τά ἴδια περίπου πρεσβεύετε, ὅσον ἀφορᾶ τό Παπικό Πρωτεῖο ἐξουσίας καί στήν ἀναφορά σας στόν ἅγιο Μάξιμο.





Μέ αὐτά, ἐπίσης, τά ὁποία ὑποστηρίζετε, διδάσκετε κατ’ οὐσίαν, ὅτι ὁ καθένας στηριζόμενος σέ μία συνοδική ἀπόφασι ἔχει τήν ἀσφάλεια καί βεβαιότητα ὅτι ἵσταται ἐπί ὀρθοδόξου ἐδάφους, ὁπότε καί οἱ εἰκονομάχοι θά πρέπει νά ἦταν Ὀρθόδοξοι, διότι ἐστηρίζοντο στίς ἀποφάσεις κάποιων Συνόδων. Τό ἴδιο βεβαίως ἰσχυρίζονται σήμερα καί οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι, ὅ,τι πράττουν ἐπικοινωνώντας καί ἀναγνωρίζοντας τούς αἱρετικούς, δηλώνουν ὅτι εἶναι ἀποφάσεις τοπικῶν καί πανορθοδόξων Συνόδων.





Εἰς τό τέλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου γράφετε τά ἑξῆς: «Ἐδῶ ἀφήνει νάἐννοηθεῖ ὅτι ἡ Τοπική Ἐκκλησία τῆς Κων/πόλεως ἀπεσχίσθη ἀπό αὐτήν τῆς Ρώμης πρό συνοδικῆς κρίσεως, ἐπειδή δέν συνεκρότησε Οἰκουμενική Σύνοδο.Ὡστόσο, ὅπως εἶναι γνωστό ἀπό τήν Συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μία Τοπική Ἐκκλησία δέν ἀποσχίζεται ἀπό ἄλλη Τοπική μέ Οἰκουμενική Σύνοδο,ἀλλά μέ Τοπική».





Ἐδῶ πατέρες, δείχνετε πάλι σά νά μή καταλαβαίνετε ἁπλά πράγματα, ἐπειδή προφανῶς δέν ἐναρμονίζονται μέ τίς θεωρίες σας. Θά σᾶς βοηθοῦσε πολύ τό χωρίο τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, νά ξεχωρίσετε τό τοπίο, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ καί αὐτό δι’ ἀποτείχισι τῆς Κων/πόλεως ἀπό τήν Ρώμη προτοῦ νά καταδικασθῆ αὐτή. Ἄρα λοιπόν καί ὁ Βαλσαμών δέχεται ὅτι ἡ συνοδική ἀπόφασι περί ἀποτειχίσεως τῆς Κων/πόλεως δέν ἐσήμαινε καί τήν συνοδική καταδίκη τῆς Ρώμης. Τό χωρίο τοῦ Βαλσαμῶνος εἶναι τό ἑξῆς: «Σημείωσαι ταῦτα, ἴσως ὠφελήσοντα κατά τῶν λεγόντων, μή καλῶς ἡμᾶς ἀποσχισθῆναι ἀπό τοῦ θρόνου τῆς παλαιᾶς Ῥώμης, πρό τοῦ καταδικασθῆναι τούς περί ταύτην ὡς κακόφρονας» (Ράλλη–Ποτλῆ, Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων Β, 695).





Ἐσεῖς ὅμως πατέρες, τό παρακάμψατε ἀσχολίαστο τό χωρίο αὐτό, προφανῶς ἐπειδή δέν συμφωνοῦσε μέ τίς ἀπόψεις σας, οἱ ὁποῖες πάντοτε εἶναι ἀστήρικτες ἀπό πλευρᾶς πατερικῆς. Αὐτός, νομίζω, εἶναι ὁ λόγος πού πίπτετε σέ τόσο μεγάλες ἀτοπίες, νά συμπλέετε δηλαδή ἰδεολογικά μέ τούς Οἰκουμενιστές καί μέ αὐτούς ἀκόμη τούς Παπικούς.





(Συνεχίζεται)






Πηγή



ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ, ΙΕ΄.








ΙΕ΄ Μέρος

(Συνέχεια γι τὴν Ἀποτείχιση τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπὶ Βέκκου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου)

Στή συνέχεια θά ἀναφερθῶ στό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς σας μελέτης «Ἡ ἀποτείχισις τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων ἐπί Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου». Στό σημεῖο αὐτό τῆς κριτικῆς μελέτης σας προσπαθεῖτε νά δικαιολογήσετε καί νά ταυτίσετε, τήν τότε δημιουργηθεῖσα –μετά τό σχίσμα– κατάστασι τῶν Ἑνωτικῶν καί Ἀνθενωτικῶν, μέ τήν σημερινή τῶν Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν. Μάλιστα αὐτό τό ἀναφέρετε καθαρά στή σελ. 41 ὡς ἑξῆς: «Ἐντεῦθεν προέκυψε μία ἀένναη καί ἀκατάπαυστη πάλη καί ἀνταγωνισμός μεταξύ τῶν δύο μερίδων, ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μόνο πού τούς τότε Λατινόφρονες ἔχουν ἀντικαταστήσει οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές».
Μέ τήν θεωρία σας αὐτή, νομίζετε ὅτι εὔκολα θά δυνηθῆτε νά τοποθετήσετε καί νά ταυτίσετε τούς σημερινούς ἀντιοικουμενιστές μέ τούς τότε Ὀρθοδόξους ἤ Ἀνθενωτικούς, καί τούς τότε Ἑνωτικούς ἤ Λατινόφρονες μέ τούς σημερινούς Οἰκουμενιστές. Ὁ σκοπός τῆς ταυτίσεως τῶν δύο αὐτῶν καταστάσεων εἶναι προφανής, ὅτι δηλαδή αὐτό πού ἔπραττον τότε οἱ Ἀνθενωτικοί πράττουν καί τώρα οἱ ἀντιοικουμενιστές, μέ τό νά ἐπικοινωνοῦν δηλαδή ἐκκλησιαστικά μέ τούς Οἰκουμενιστές. Τό ἀναφέρετε μάλιστα κατωτέρω ὡς ἑξῆς: «Ἐκεῖνο πού πρέπει νά τονιστῆ μετά ἀπό τήν σύντομη αὐτή εἰσαγωγή, εἶναι ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι δέν διέκοπταν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες, (παρ' ὅλο πού αὐτοί δέν εἶχαν ἀκραιφνῶς Ὀρθόδοξο φρόνημα), παρά μόνον ὅταν αὐτοί προχωροῦσαν, μετά ἀπό διαλόγους καί συνοδικές διαδικασίες, σέ ἐπίσημη ἕνωση μέ τούς Παπικούς».
Ἡ σύγκρισις ὅμως πατέρες, καί ταύτησις τῶν δύο αὐτῶν καταστάσεων εἶναι ἀνεπίτρεπτη καί μάλιστα σέ ἀνθρώπους γνῶστες τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν πραγμάτων καί ἀγωνιζομένους ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.  Αὐτά, βλέπομε νά τά πράττουν οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Παπικοί, προκειμένου νά δικαιολογήσουν τήν στάσι των καί νά ἀποκοιμίσουν, ὅσους ἔχουν πνευματικές καί δογματικές ἀνησυχίες καί ἐνδιαφέροντα. Αὐτοί λοιπόν, δέχονται ὅτι τό «Filioque» ἐπιστεύετο στή Δύσι ἀπό τόν ΣΤ’ αἰῶνα, ὅτι ὑπῆρχε καί πρίν τό σχίσμα τό πρωτεῖο ἐξουσίας τῆς Ρώμης, ὅτι ὑπῆρχαν καί τότε μετά τό σχίσμα στήν Ἀνατολή Λατινόφρονες καί Ἑνωτικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι εἶχαν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί των κλπ. Ἄρα λοιπόν πάλι, πατέρες, ὑποστηρίζετε αὐτά πού ὑποστηρίζουν οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι, ὡς αἱρετικοί, ἔχουν τούς λόγους των νά παίρνουν αὐτές τίς θέσεις.
Ἡ οὐσιώδης διαφορά αὐτῶν τῶν δύο καταστάσεων, τῶν σημερινῶν δηλαδή Οἰκουμενιστῶν καί τῶν τότε Ἑνωτικῶν ἤ Λατινοφρόνων εἶναι ὅτι τότε οἱ Ἑνωτικοί καί Λατινόφρονες ἦσαν κυρίως οἱ πολιτικοί ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά ἐπηρεάσουν τούς ἐκκλησιαστικούς ἤ καί νά προσεταιρισθοῦν κάποιους ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι περιφέροντο στά ἀνάκτορα καί ἤθελαν νά τά ἔχουν καλά μέ τήν πολιτική ἐξουσία. Οἱ ἐκκλησιαστικοί ὅμως ἄρχοντες καί ποιμένες, οἱ μοναχοί καί ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἦσαν Ἀνθενωτικοί καί Ὀρθόδοξοι.
Σήμερα συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Οἱ ἐκκλησιαστικοί δηλαδή ἄρχοντες καί ποιμένες, καί εἰδικά οἱ Πατριάρχες καί Ἀρχιεπίσκοποι, εἶναι οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα καί ὑποχείρια καί τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων καί τῶν Παπικῶν καί τῶν Μασόνων καί τῆς Ν. Ἐποχῆς, οἱ μοναχοί –καί δή οἱ Ἁγιορεῖτες– συνοδοιποροῦν μαζί των, πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὁ δέ λαός εἶναι ἤ πλήρως ἀδιάφορος ἤ στήν καλύτερη περίπτωσι ἄγεται καί φέρεται ἀπό τούς πνευματικούς καί τίς ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποτεταγμένοι στούς οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους.
Τότε λοιπόν, πού οἱ Πατριάρχες καί οἱ
Ἀρχιεπίσκοποι ἦσαν Ἀνθενωτικοί καί Ὀρθόδοξοι, δέν ὑπῆρχε πρόβλημα ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ Λατινόφρονες, ὅπως ἰσχυρίζεσθε, καί εἰδικά οἱ ὑπό ἐξέτασιν ὁσιομάρτυρες οἱ ἐπί Βέκκου ἀθλήσαντες, διότι κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ὁ Ἐπίσκοπος πού θά μνημονεύσομε στή Θ. Λειτουργία πρέπει νά εἶναι Ὀρθόδοξος, χωρίς νά ἐξετάζωμε τά περαιτέρω, μέ ποιόν δηλαδή αὐτός ἐπικοινωνεῖ ἤ ἀπό ποιόν ἐχειροτονήθη κλπ. διότι τότε, ἀναφέρει ὁ ὅσιος, δέν θά εὕρομε κανένα καθαρό καί θά ἀπομακρυνθοῦμε ἐκκλησιαστικά ἀπό ὅλους (Φατ. 53, 157, 50-101).
Τό ὅτι δέ οἱ Πατριάρχες ὅλης τῆς περιόδου, ἀπό τό σχίσμα μέχρι τόν Ἰωάννη τόν Βέκκο, ἦσαν Ἀνθενωτικοί καί Ὀρθόδοξοι φαίνεται καθαρά ἀπό τούς Πατριαρχικούς Πίνακες τοῦ Μανουήλ Γεδεών. Μάλιστα γιά τόν προκάτοχο τοῦ Βέκκου, Ἰωσήφ τόν Α’ ἀναφέρεται ἀπό τόν Γεδεών ὡς«ὀρθοδοξίας στῦλος καί κλέος τῶν μοναχῶν» καί ὅτι «διώκησε τήν Ἐκκλησίαν μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1275, ὅτε μή δυνάμενος ἐπί πλέον νά ὑπομείνῃ τήν ἐν τῷ ὀρθοδόξῳ δόγματι ἐμμονήν τοῦ πατριάρχου ὁ λατινόφρων αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ὁ Παλαιολόγος, ἀπεμάκρυνεν ἀπό τοῦ θρόνου» (Πατριαρχικοί Πίνακες σελ. 286).
Εἶναι γνωστό δέ, ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ Βέκκος κατ’ ἀρχάς ἦτο σφόδρα Ἀνθενωτικός καί Ὀρθόδοξος, κατόπιν δέ φυλακίσεως καί ταλαιπωριῶν ἀπό τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η’ τόν Παλαιολόγο, μετεστράφη σέ Ἑνωτικό καί Λατινόφρονα καί μάλιστα ἀποδεχόμενος τίς παπικές πλάνες καί θεωρητικῶς στηρίζων αὐτές. Αὐτό τό μαρτυροῦν οἱ ἱστορικοί Παχυμέρης καί Νικηφόρος Χοῦμνος καί τό μεταφέρει ἀπό αὐτούς ὁ Ἀνδρόνικος Δημητρακόπουλος στό βιβλίο του «Ἡ Ἱστορία τοῦ Σχίσματος»(σελ. 88-91).
Ἐπίσης ὁ Ἀνδρ. Δημητρακόπουλος μᾶς μεταφέρει τά ἑξῆς στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν καί πιστοποιοῦν τό γεγονός ὅτι οἱ Ἑνωτικοί καί Λατινόφρονες ἦσαν οἱ πολιτικοί καί κάποιοι κληρικοί, τούς ὁποίους κατά καιρούς προσεταιρίζοντο, ἐνῶ οἱ Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς ἦσαν Ἀνθενωτικοί καί Ὀρθόδοξοι. «Ὁ δέ Αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ἐτείχιζε μέν πανταχόθεν τήν Κωνσταντινούπολιν καί τροφάς εἰσεκόμιζε, πέμπων δέ χρήματα ἐξεπολέμου κατά τοῦ Καρόλου τούς πέριξ ἐκείνου βασιλεῖς· διεπρεσβεύσατο δέ καί πρός τόν Πάπαν πολλάκις καί παρεκάλει αὐτόν, ἵνα μή ἐπιτρέψῃ τόν κατά τῶν Ἑλλήνων τοῦ Καρόλου πόλεμον, τήν τῶν ἐκκλησιῶν ἕνωσιν ὑπισχνούμενος» (σελ. 85).
Ὀλίγον κατωτέρῳ δέ ἀναφέρει σχετικά μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι τά ἑξῆς:«Ὁ Αὐτοκράτωρ Μιχαήλ καλέσας παρ’ αὐτῷ τόν Πατριάρχην Ἰωσήφ, τούς ἀρχιερεῖς καί τινας κληρικούς προέτρεπεν αὐτούς, ἵνα παραδεχθῶσι τήν τῶν ἐκκλησιῶν ἕνωσιν λέγων, ὅτι οὐδεμίαν ἀντικανονίαν ἔχει ἡ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Πάπα· προὐβάλλετο δέ πρός ὑποστήριξιν τῆς ἑαυτοῦ γνώμης τό παράδειγμα τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Βατάτζη, ὅς ὑπέσχετο τῷ Πάπᾳ νά μνημονεύεται τό ὄνομα αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐάν ἀπέχῃ νά βοηθῇ τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει Λατίνους» (σελ. 87).
Ὀλίγον δέ ἀνωτέρω, καί κατά τήν περίοδο πού ἡ Κων/πολις ἦτο ὑπό τήν κυριαρχίαν τῶν Φράγκων, ὁ Α. Δημητρακόπουλος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Αὐτοκράτορος τούτου (Ἰωάννου τοῦ Βατάτζη)ἀπέστειλεν ὁ Πάπας Γρηγόριος Θ’ εἰς Νίκαιαν ἐν ἔτει 1233 πρεσβείαν ἐκ δύο Φραγγισκάνων καί δύο Δομινικάνων μετ’ ἐκθέσεως ὁμολογίας τῆς πίστεως τῶν Λατίνων, οὔτε ὅ τε Αὐτοκράτωρ καί ὁ Πατριάρχης εὐμενῶς ἐδέχθησαν. Μετά τῶν πρεσβευτῶν τούτων ἐγένοντο δύο διαλέξεις περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγ. Πνεύματος καί περί τῶν ἀζύμων ἐνώπιον τοῦ Αὐτοκράτορος, τοῦ Πατριάρχου, πολλῶν ἀρχιερέων καί τῆς Συγκλήτου. Αὐτουργός δέ τοῦ μετά τῶν πρεσβευτῶν τοῦ Πάπα διαλόγου ἦν ὁ τῶν φιλοσόφων ὕπατος καί μέγας ἐν λογισταῖς Δημήτριος ὁ Καρύκης καί ὁ πολύς ἐν φιλοσοφίᾳ Νικηφόρος ὁ Βλεμμύδης.
»Ὁ Αὐτοκράτωρ βλέπων ὅτι ἐκ τῶν διαλέξεων τούτων οὐδεμία ὠφέλεια προσγίνεται, καί ὅτι εἰς ἔριδας καί λογομαχίας περιῆλθον, προέτεινεν εἰς τά ἐρίζοντα μέρη, ἵνα οἱ Λατῖνοι τά μέν ἄζυμα τηρήσωσιν, ἀφαιρέσωσι δέ τήν ἐν τῷ Συμβόλῳ γενομένην προσθήκην. Πρός ταῦτα ἀπήντησαν οἱ πρεσβευταί τοῦ Πάπα, ὅτι ἡ Λατινική ἐκκλησία οὐδέ ἰῶτα ἕν ἀφίνει ἐκ τῆς διδασκαλίας αὑτῆς, ὅτι ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία ὀφείλει νά ὁμοφρονήσῃ τῇ Λατινικῇ, καί ὅτι πάντα τά κατά Λατίνων γραφέντα πρέπει νά καῶσι. Τότε ὁ μέν Πατριάρχης Γερμανός, βλέπων ἀδύνατον τήν τῆς ἑνώσεως ἐπίτευξιν, ἐξέδωκε τό κατά Λατίνων περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος σύγγραμμά του· ὁ δέ Αὐτοκράτωρ ἐπανέλαβε, συμμαχήσας τοῖς Βουλγάροις  τόν κατά τῶν Λατίνων πόλεμον» (σελ. 78).
Μέ ὅλα αὐτά, πατέρες, πού ἀναφέρω ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί ἄλλα πολλά πού παραλείπω δέν δύναμαι νά κατανοήσω πῶς συμπεράνατε ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες «μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Λυών δέν διέκοψαν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες». Αὐτοί ἐμνημόνευον Ὀρθοδόξους καί Ἀνθενωτικούς Πατριάρχες καί μάλιστα Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι σέ τόσο δύσκολες περιστάσεις καί μέ τόσες πολλές πιέσεις τίς ὁποῖες ὑφίσταντο, ἐκρατοῦσαν τήν ὀρθόδοξο πίστι καί δέν ὑπεχώρουν οὐδέ βῆμα ποδός.  Τό ὅτι δέ, συγχέετε τούς ὀρθοδόξους Πατριάρχες μέ τούς Λατινόφρονες πολιτικούς καί τό περιβάλλον τους, νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμο, προκειμένου νά δικαιολογήσετε τήν σημερινή ἀπραξία καί τόν ἐφησυχασμό τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν καί βεβαίως νά ἐξισώσετε τούς Ἀντιοικουμενιστές μέ τούς τότε Ἀνθενωτικούς καί Ὀρθοδόξους.
Κάποια ἀκόμη στοιχεῖα ἐπί τοῦ προκειμένου εἶναι ἀναγκαῖον, πατέρες, νά σᾶς δώσω γιά νά κατανοήσετε καί ἐσεῖς καί οἱ ἀναγνῶστες τῶν κειμένων σας, τό πόσο ἀταίριαστες καί σκόπιμες εἶναι οἱ παρομοιώσεις πού κάνετε καί ὅτι κατ’ οὐσίαν παρομοιάζετε τήν ἡμέρα μέ τήν νύκτα.
Μία θαυμασία ἀπάντησι τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η’ τόν Παλαιολόγο ἀναφέρει ὁ Ἀνδρ. Δημητρακόπουλος, σέ ἀνάλογη πρότασι περί ἑνώσεως ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος: «Ὁ Πατριάρχης κατακρίνει ἐν τῇ ἀπολογίᾳ του τήν ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκην τῶν Λατίνων, καί ἀποδείκνυσι διά πολλῶν ἰσχυρῶν μαρτυριῶν, ὅτι οὐκ ἔξεστι τό τοῦ Πάπα ὄνομα ἐν τοῖς διπτύχοις ἐγγραφῆναι. Περαίνων δέ τήν ἀπολογία λέγει... Μή γοῦν συμπεριενεχθῶμεν τούτοις, μηδέ πρός ἕνα συμπεριγραφῶμεν περίβολον, ἵνα μή συναμεληθέντες εἰς καταπάτημα καί ἡμεῖς τῷ διαβόλῳ προτεθησόμεθα. Τί γοῦν βδελυξόμεθα τούτους, ἤ αὐτῶν κατευξόμεθα; οὐδαμῶς· ἀλλά τό μή χρανθῆναι μέν τῇ κοινωνίᾳ τούτων καί τῆς ψώρας αὐτῶν ἤ τῆς λοιμικῆς νόσου μετασχεῖν περί πολλοῦ ποιησόμεθα, καί φυλάξωμεν ἑαυτούς κατά πάντα τρόπον καί τῆς μερίδος αὐτῶν παντάπασιν ἀποσχώμεθα, μή μέντοι ὡς ἐχθρούς αὐτούς ἡγητέον οὐδέ μισητέον, εἰ καί αὐτοί καθ’ ἡμῶν ἀεί λυσσῶσι καί μαίνονται» (σελ. 89).
 Μήπως, πατέρες, βλέπετε τίποτε κοινό εἰς αὐτήν τήν ὁμολογιακήν ἀπάντησι τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ, ἡ ὁποία μάλιστα εἰπώθηκε σέ τόσο δύσκολες συνθῆκες, καί στά σημερινά «γλοιώδη σάλια» τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα κλπ.; Παρ’ ὅλα αὐτά ἰσχυρίζεσθε ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες τότε ἐκοινώνουν μέ τούς Λατινόφρονας ἑνωτικούς μέχρι τήν ἕνωσι τῆς Λυών (1274), ἐνῶ αὐτό ἔπρεπε νά τό ἀναφέρετε γιά τούς σημερινούς Ἁγιορεῖτες καί, βεβαίως, ὄχι γιά νά ὑπερασπισθῆτε τό δυνητικόν τοῦ Κανόνος, ἀλλά γιά νά τούς κατακρίνετε γιά τήν ἀποστασία των.
Τά ἴδια ὑπέσχοντο οἱ Παπικοί ἀπεσταλμένοι κάθε φορά πού ἤρχοντο εἰς τήν Κων/πολι, προκειμένου νά προτείνουν τήν ἕνωσι. Αὐτό τό ἀναφέρει ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος λίγο πρίν τήν Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας–Φερράρας: «Ἐπείπερ οἱ ἐκ τῆς Ρώμης, πάντων ἀπαρατρέπτων μενόντων τῶν ἡμετέρων δογμάτων, καί τῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας παραδόσεων ἐγγράφων τε καί ἀγράφων, ἀξιοῦσιν ἡμῖν ἑνωθῆναι ὅλῃ ψυχῇ, καί πάντα ὁμολογοῦσι τά ἡμέτερα διαρρήδην, καί πατροπαράδοτα, καί ἅγια εἶναι, πλήν ἕν τοῦτο καί μόνο παρ’ ἡμῶν ἀπαιτοῦσι, τό μνημονεύειν τόν Ρώμης ὡς ἅγιον ἐν ταῖς ἁγίαις ἡμῶν τελεταῖς· δοκεῖ μοι μηδέν ἤ μικρόν διαφέρειν, κἀμέ ὑπομνῆσαι περί τούτου τινά, καί κοινῇ τήν καθ’ ἡμᾶς σύνοδος διασκέψασθαι» (ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ - Τόμος Α’, σελ. 403).
Ὁ αὐτοκράτωρ λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἐπεθύμει τήν ἕνωσι, ἔστειλε ἀντιπροσωπεία εἰς τόν Πάπα καί μάλιστα ἀνθρώπους πού ἐπρόσκειντο εἰς αὐτόν, χωρίς βεβαίως τήν συναίνεσι τοῦ Πατριάρχου καί τῆς Συνόδου. Ὁ Ἀνδρ. Δημητρακόπουλος τό ἀναφέρει ὡς ἑξῆς: «Οὕτως ἀνηρτημένων τῶν πραγμάτων ἀπεστάλησαν ὑπό τοῦ Αὐτοκράτορος πρεσβευταί πρός τόν Πάπαν Γρηγόριον ὁ πρό τοῦ Ἰωσήφ πατριαρχεύσας Γερμανός καί ὁ μητροπολίτης Νικαίας Θεοφάνης καί ἐκ τῶν συγκλητικῶν ὁ μέγας λογοθέτης Γεώργιος ὁ Ἀκροπολίτης, ὁ πρωτοβεστιάριος Πανάρετος καί ὁ μέγας διερμηνευτής Βερροιώτης, οἵτινες λαβόντες δύο τριήρεις ἐν μέν τῇ μιᾷ εἰσῆλθον οἱ τῆς Ἐκκλησίας, ἐν δέ τῇ ἑτέρᾳ, πλήν τοῦ μεγάλου λογοθέτου, οἱ ἐκ τοῦ βασιλέως, καί ἀπέπλευσαν περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1274, ἐπιφερόμενοι πολλά ἱερά δῶρα, στολάς χρυσοπάστους καί κατάχρυσα εἰκονίσματα» (σελ. 92).
Ἡ ἕνωσις δέ τῶν «Ἐκκλησιῶν» ἔγινε βάσει τριῶν κεφαλαίων. Μᾶς τά ἀναφέρει ὁ Ἀνδρ. Δημητρακόπουλος παίρνοντας τά ἱστορικά στοιχεῖα ἀπό τούς ἱστορικούς Νικηφόρο Χοῦμνο καί Παχυμέρη: «Δέχεται λέγει τήν πρεσβείαν ἀσμένως ὁ Πάπας καί ὑπισχνεῖται ραδίως ἐκτελέσειν ὁπόσα κατά βούλησίν ἐστι τῷ βασιλεῖ· καί πέμπει μετά τῶν βασιλικῶν πρέσβεων εὐθύς τούς δεξομένους καί συμβιβάσοντας τήν κοινωνίαν. Ἦκον οὖν, καί γέγονεν ἡ κοινωνία ἐφ’ ὅρῳ τριῶν κεφαλαίων· ἑνός μέν ἐν ταῖς ἱεραῖς ὑμνῳδίαις τόν Πάπαν εἰς τά δίπτυχα μνημονεύεσθαι ὁμοῦ τοῖς ἑτέροις τέτρασι Πατριάρχαις· δευτέρου δέ τῆς ἐκκλήτου· τοῦτο δέ ἐστιν ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ καθάπερ εἰ μεῖζον καί ἐντελέστερον ἀνατρέχειν δικαστήριον τό τῆς παλαιᾶς Ρώμης· καί τρίτου τοῦ πρωτεύειν ἐν ἅπασι. Περί δέ τῆς προσθήκης, ἥν ἐκεῖνοι περί τό ἱερόν καινοτομοῦσι Σύμβολον, ἤ περί ἄλλης οἱασοῦν ὑποθέσεως ἀναγκαστικῆς τις ἔρις τέως οὐ συνηνέχθη» (σελ. 94).
Ὅταν ἐπέστρεψε ἡ πρεσβεία ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ἐπαρουσίασε στούς κληρικούς τούς ὅρους τῆς ἑνώσεως: «Καί αὐτός ὁ Αὐτοκράτωρ Μιχαήλ προσκαλέσας τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει κληρικούς “μηδέ χάριν ἄλλου, ἔλεγε, πραγματεύεσθαι τήν εἰρήνην ἤ τοῦ δεινούς πολέμους ἀνακοπῆναι καί Ἑλλήνων αἵματα περιποιηθῆναι ἐκχυθήσεσθαι κινδυνεύοντα· μένειν δέ καί πάλιν τήν Ἐκκλησίαν ἀκαινοτόμητον, μηδέ τοῦ τυχόντος παροφθησομένου. Τρισί δέ κεφαλαίοις καί μόνοις τό πρός τήν τῶν Ρωμαίων ἐκκλησίαν πραττόμενον περιστήσεσθαι, πρωτείῳ, ἐκκλήτῳ καί μνημοσύνῳ”» (σελ. 95).
Εἰς τήν Σύνοδον, λοιπόν, τῆς Λυών, τρία πράγματα συνεφωνήθησαν προκειμένου νά γίνη ἡ ἕνωσις. Τό πρωτεῖον, ἡ Ἔκκλητος καί ἡ μνημόνευσις. Οὔτε ἐτέθη τό θέμα τῆς προσθήκης εἰς τό Σύμβολο, οὔτε τά ἄζυμα, οὔτε τό καθαρτήριο πῦρ, οὔτε κάτι ἄλλο δογματικό. Τό Πρωτεῖον ὅμως καί ἡ Ἔκκλητος ἔχουν καθαρά διοικητικό χαρακτῆρα, ἐδίδοντο δέ πρωτεῖα καί ἔκκλητοι ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους καί στόν Ρώμης καί στόν Κων/πόλεως. Ἀπομένει δέ ἡ μνημόνευσις, ἡ ὁποία ἔχει δογματικό χαρακτῆρα καί σημαίνει ὅτι μέ αὐτόν, τόν ὁποῖον μνημονεύομε, ταυτιζόμεθα εἰς τήν πίστι. Ἄρα διά τῆς μνηνονεύσεως τοῦ Πάπα ἀπεδέχοντο οἱ Ὀρθόδοξοι ὅλες τίς δογματικές πλάνες καί ἐκτροπές του, π.χ. τήν προσθήκη εἰς τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τά ἄζυμα, τό καθαρτήριο πῦρ κλπ.
Τό ἴδιο, φυσικά, συμβαίνει καί σήμερα διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ Βαρθολομαίου. Ἀποδέχονται, ὅσοι τόν μνημονεύουν, ὅτι οἱ Παπικοί ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια, ἀποδέχονται τήν θεωρία «τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», συμμετέχουν διά τῆς μνημονεύσεως στό Π.Σ.Ε., στήν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων κλπ. Αὐτό τό διασαφίζουν πέραν τῶν ἄλλων καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἁγιορεῖτες οἱ ἐπί Βέκκου ἀθλήσαντες εἰς τήν ὁμολογιακήν πρός τόν αὐτοκράτορα ἐπιστολή των: «Ἄνωθεν γάρ ἡ τοῦ Θεοῦ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία·τήν ἐπί τῶν ἀδύτων ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γάρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τό τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καί τήν πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν, καί ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καί πίστεως καί τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος».
Μία ἐπιπλέον ἀπόδειξις, ὅτι τότε οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιερεῖς ἦσαν Ὀρθόδοξοι καί Ἀνθενωτικοί, εἶναι ὅτι στούς διαλόγους μέ τούς Λατίνους πού ἐγίνοντο κατά καιρούς, οἱ Ὀρθόδοξοι ὥριζαν ὡς ἐκπροσώπους ὁμιλητές τούς πλέον καταλλήλους καί Ἀνθενωτικούς, ὅπως π.χ. τόν Ἰωσήφ τόν Βρυέννιο, τόν Νικηφόρο Βλεμμύδη, τόν ἅγ. Μᾶρκο τόν Εὐγενικό κλπ., ἐνῶ ἀντιθέτως σήμερα οἱ αἱρετικοί Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς τοποθετοῦν ὡς ἐκπροσώπους στούς διαλόγους τόν Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα, τόν Μεσσηνίας Χρυσόστομο, τόν Δημητριάδος Ἰγνάτιο κλπ. (πρωτοπαλλήκαρα πρωτοκλασάτα στελέχη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ).
Ἔπειτα ἀπό τά στοιχεῖα πού σᾶς κατέθεσα εἶναι ἀνάγκη νά μᾶς ἀποδείξετε κι ἐσεῖς, ποιούς Λατινόφρονες Πατριάρχες ἐμνημόνευαν οἱ Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες πρό τῆς Συνόδου τῆς Λυών (1274), ὥστε νά κατανοήσωμε, ἀπό ποιούς ἔπρεπε νά ἀποτειχισθοῦν καί δέν τό ἔπραξαν καί ἔτσι νά φανοῦν ἀληθινές οἱ θεωρίες σας.  Ἄν αὐτό δέν τό πράξετε, πατέρες, γιά νά ὑπερασπισθῆτε αὐτά πού ἐπικαλεῖσθε στήν κριτική σας μελέτη, τότε νομίζω ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξις θά εἶναι ἡ ἴδια ἡ στάσι σας καί ἡ σιωπή σας.
Γράφετε πρός τό τέλος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ τά ἑξῆς: «Ἄν οἱ ἐν λόγῳ Ὁσιομάρτυρες ἐθεωροῦσαν τούς Λατινόφρονες αἱρετικούς, γιατί δέν ἐφάρμοσαν τόν 15ο τῆς ΑΒ' καί δέν ἀποτειχίστηκαν ἀπό αὐτούς πρό τῆς Συνόδου τῆς Λυών, ἀλλά τόν ἐφάρμοσαν μόνο μετά ἀπό αὐτήν; Ἄν ὁ ἐν λόγῳ Κανόνας εἶχε ὑποχρεωτικό χαρακτῆρα, θά ἔπρεπε νά τόν ἐφαρμόσουν ὁπωσδήποτε καί ἀπέναντι στούς Λατινόφρονες. Φαίνεται εἶχαν λιγότερο ζῆλο γιά τήν πίστη ἀπό τόν π. Εὐθύμιο! Καί γιατί κατηγορεῖ ἐμᾶς, πού ἀκόμη ἐξακολουθοῦμε νά ἔχουμε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς σημερινούς Λατινόφρονες (γράφε Οἰκουμενιστές), ἐνῶ παράλληλα ἀγωνιζόμαστε κατά τῆς αἱρέσεως μέ κάθε τρόπο, ἐπιζητοῦντες τήν Συνοδική καταδίκη της; Πῶς, οἱ τότε Ὁσιομάρτυρες, δέν ἐμολύνοντο ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τους μέ τούς Λατινόφρονες καί ἐμεῖς μολυνόμαστε ἀπό τούς Οἰκουμενιστές;».
Ζητοῦμε λοιπόν, μετά ἀπό αὐτά πού γράφετε, πατέρες, νά μᾶς ὑποδείξετε ἀπό ποιούς συγκεκριμένα Λατινόφρονες ἔπρεπε πρό τῆς Συνόδου τῆς Λυών νά ἀποτειχισθοῦν οἱ Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες καί δέν τό ἔπραξαν, ὅπως ἰσχυρίζεσθε. Ἄν τελικά, δέν ἀναφέρετε αὐτούς τούς Λατινόφρονες Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς, ὁπωσδήποτε θά ἀποδειχθῆ ὅτι καμμία σχέσι δέν ἔχει, οὔτε εἰς τό ἐλάχιστο ὁμοιότητα, ἡ παρομοίωσις πού ἐκάνατε μεταξύ τῶν σημερινῶν Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν καί τῶν τότε Ἑνωτικῶν καί Ἀνθενωτικῶν ἀντιστοίχως. Μᾶλλον τό ἕνα ἀποτελεῖ τήν ἀρνητική φωτογραφία καί εἰκόνα τοῦ ἄλλου.
Θά ἀποδειχθῆ, ἐπίσης, ὅτι δέν σᾶς κατηγορῶ ἐγώ γιά ἐφησυχασμό καί συμβιβασμό, ἀλλά οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες οἱ ἐπί Βέκκου ἀθλήσαντες. Ἐσεῖς ὅμως, ὡς συνήθως, στρέφεσθε ἐναντίον αὐτῶν τούς ὁποίους θεωρεῖτε ὅτι εὔκολα μπορεῖτε νά ἀντιμετωπίσετε, ἀλλά δέν καταλαβαίνετε ὅτι οἱ κατήγοροί σας εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγ. Γραφή, ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων καθώς καί τά αἵματα καί τά μαρτύριά των.
Τελειώνοντας αὐτήν τήν ἑνότητα πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι, ἡ ἀποτείχισις τῶν Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων ἐπί Βέκκου, ἀποτελεῖ ἀκριβῆ ἐφαρμογή τοῦ ΙΕ’ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, διότι ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Βέκκος, κατά τήν περίοδο τῆς ἀποτειχίσεως τῶν Ἁγίων, δέν εἶχε καθαιρεθῆ ἀπό Σύνοδο καί, ἄρα, ἡ ἀποτείχισις ἔγινε «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας». Τώρα, ἄν πατέρες, ὅπως ἀναφέρετε, οἱ Ἅγιοι εἶχαν καί ἄλλους Κανόνες ὑπ’ ὄψιν τους, δέν θά ἔχομε ἀντίρρησι, ἄν φυσικά δέν τά γράφετε αὐτά μέ κάποια σκοπιμότητα ἤ γιά νά θολώσετε κοινῶς τά νερά, δηλαδή ἄν δέν τά γράφετε γιά νά περιθωριοποιήσετε τόν ἐν λόγῳ Κανόνα ἤ γιά νά μεταφέρετε ἀλλοῦ τό θέμα κλπ.

κολούθως θά ἀναφερθῶ στό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας: «Ἡ ἀποτείχισις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ».
Στό κεφάλαιο αὐτό τῆς κριτικῆς σας μελέτης, πατέρες, δείχνετε ὅτι ἀδυνατεῖτε νά ἀντιμετωπίσετε κατάματα καί κατά πρόσωπο τήν πραγματικότητα καί, δι’ αὐτό, πελαγοδρομεῖτε (καί μαζί σας καί ὅσοι ἀποδέχονται τίς θεωρίες σας), ἑστιάζοντας τό θέμα κάπου ἀλλοῦ, καί μάλιστα σέ σημεῖα εἰς τά ὁποῖα δέν ἀντιτιθέμεθα, ὅπως ἐσεῖς ὑπονοήσατε. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ἀντιπαρέρχεσθε τελείως ἀσχολίαστα, χωρίς τήν παραμικρή νύξι, σάν δηλαδή νά μήν σᾶς συγκινοῦν οὐδόλως τά λόγια τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα ἐκθέτουν ὄχι μόνο τήν τότε, ἀλλά καί τήν σημερινή πραγματικότητα καί στέκεσθε μετά μεγάλης ἐμμονῆς, εἰς τό ὅτι ἡ ἀποτείχισις τῶν Πατέρων ἔγινε μετά τήν συνοδική κρίσι τῆς αἱρέσεως, γιά τό ὁποῖο βεβαίως δέν ἔχομε ἀντίρρησι.
Τό ὅτι δέν ἔχομε ἀντίρρησι ὅτι ἡ ἀποτείχισις τῶν Πατέρων ἔγινε μετά τήν Σύνοδο τοῦ 1341, τό ἀναφέρομε ἀκροτελεύτεια στό κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τό ὁποῖο σχολιάζετε: «Κλείνοντας ἀναφέρομε ὅτι ἡ ἀποτείχισις τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ὁμοφρόνων του ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα ἔγινε, ὅπως ἀκριβῶς ἐντέλλεται ὁ ΙΕ΄ ἱερός κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, δεδομένου τοῦ ὅτι ἡ αἵρεσις τοῦ Βαρλαάμ, τήν ὁποία ἐστερνίσθηκε ὁ Πατριάρχης, ἦτο κατεγνωσμένη ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ 1341, ἀλλά ὁ Καλέκας δέν εἶχε κριθῆ συνοδικά.  Ἡ συνοδική κρίσις καί καθαίρεσίς του ἔγινε τό 1347» (Θ.Η.Ε. τόμ. Ζ΄, σελ. 28).
Ἐκεῖνο τό ὁποῖο θέλομε νά τονίσωμε ἤ ἴσως δέν τό διεσαφήσαμε ἐπαρκῶς, εἶναι ὅτι τόν Ἁγιορείτικο Τόμο, τόν ὁποῖο συνέταξαν οἱ Πατέρες, δέν τόν ἀπέστειλαν στήν Σύνοδο τῆς Κων/πόλεως πρός ἔγκρισι, διά νά διαπιστώσουν δηλαδή, ἄν ὀρθά φρονοῦν ἤ ὄχι, ἤ γιά νά ἔχουν τήν ἔγκρισι καί τό ἀξιόπιστον τῆς δογματικῆς των τοποθετήσεως, ἀλλά τόν ἐξέδωσαν πρό συνοδικῆς κρίσεως καί ἐπισήμου τοποθετήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ θέματος τούτου, διά τήν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως καί διά νά διακηρύξουν ὅτι, ὅποιος δέν ἔχει αὐτό τό φρόνημα τῶν Πατέρων, δέν θά ἔχει μέ τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία ὡς αἱρετικός.
Διά νά δείξουν δέ οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι πεπεισμένοι περί τῆς ὀρθότητος τῆς πίστεώς των, μετά ἀπό πλῆθος πατερικῶν χωρίων πού ἀναφέρουν πρός ἀπόδειξι καί κατοχύρωσι, εἰς τό τέλος, πρό τῶν ὑπογραφῶν των, καταλήγουν τόν Τόμο ὡς ἑξῆς: «Ταῦτα ὑπό τῶν γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρά τῶν ἡμετέρων πατέρων παρελάβομεν, ταῦτα διά τῆς μικρᾶς ἐγνώκαμεν πείρας, ταῦτα καί τόν ἐν ἱερομονάχοις τιμιώτατον καί ἀδελφόν ἡμέτερον κύρ Γρηγόριον ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων συγγραψάμενον ἰδόντες καί ἀποδεξάμενοι ὡς ταῖς τῶν ἁγίων ἀκριβῶς ἐχόμενα παραδόσεσι, πρός πληροφορίαν τῶν ἐντυχανόντων ὑπεγράψαμεν» (ΕΠΕ Γρ. Παλαμᾶ, Τόμ. Γ΄,σελ. 510). Ὅταν λοιπόν εἰς τό τέλος ὑπογράφει καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καί ἁγ. Ὄρους Ἰάκωβος, δηλώνει ἐν κατακλεῖδι καί τά ἑξῆς: «καί τοῦτο μετά πάντων προσγράφων, ὅτι τόν μή συμφωνοῦντα τοῖς ἁγίοις καθώς καί ἡμείς καί οἱ μικρῷ πρό ἡμῶν πατέρες ἡμῶν, ἡμεῖς τήν αὐτοῦ κοινωνίαν οὐ παραδεξόμεθα» (Ε.Π.Ε. Γρ. Παλαμᾶ, Τόμος Γ΄, σελ. 514).
Ἐδῶ, δηλώνει ὁ Ἐπίσκοπος ὅτι ὅλοι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες συμφωνοῦν εἰς τό ὅτι δέν θά ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ οἱονδήποτε δέν ἔχει αὐτήν τήν Ἀποστολική καί Πατερική πίστι, τήν ὁποία ἀνωτέρω ἐξέθεσαν.
Μέ αὐτά πού διακηρύττουν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες σημαίνει ὅτι δέν περιμένουν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου (θετική ἤ ἀρνητική ὡς πρός τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως) γιά νά ἀποτειχισθοῦν ἀπό ὁποιονδήποτε ἔχει στό σημεῖο αὐτό διεστραμμένη πίστι. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο εἶχαν ἀποτειχισθῆ ἀπό τόν Βαρλαάμ καί τούς ὁμόφρονές του πρό συνοδικῆς κρίσεως, καί βεβαίως ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, τόν Ἀντιοχείας Ἰγνάτιο καί τούς ὁμόφρονές των, ὅταν κατόπιν συνοδικῶς ἐτάχθησαν ὑπέρ τῆς αἱρέσεως. Δηλαδή, γιά τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ἡ ὀρθότης τῶν δογμάτων δέν ἐξαρτᾶτο ἀπό τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἀλλά ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διαχρονική διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Ἐσεῖς ὅμως, ἀντιθέτως, πατέρες, σήμερα ἀναμένετε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου νά καταδικάση τήν αἵρεσι, ὥστε κι ἐσεῖς κατόπιν νά ἀποτειχισθῆτε ἀπό τούς αἱρετικούς. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἤ δείχνετε ἄγνοια τῆς πίστεώς σας καί περιμένετε τήν Σύνοδο νά ἀποφανθῆ ἤ περιμένετε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου γιά νά κατοχυρωθῆτε, ἐπειδῆ προφανῶς ἡ ἀποτείχισις μέ τίς πατερικές προδιαγραφές στοιχίζει. Τό ὅτι ἔχετε ἄγνοια τῆς πίστεώς σας, βεβαίως δέν εὐσταθεῖ, γιά τόν ἐπί πλέον λόγο, ὅτι δηλαδή, ἔχετε χαρακτηρίσει τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς «παναίρεσι» καί μάλιστα ἔχετε  προσδιορίσει τήν πορεία καί ἐξέλιξι τῆς αἱρέσεως καί τόν τελικό της σκοπό. Ἄρα ἰσχύει τό δεύτερο, ἐκτός ἄν ὑπάρχη καί τρίτος λόγος, τόν ὁποῖο ἐμεῖς δέν δυνάμεθα νά σκεφθοῦμε.
Ἄν θέλατε εἰς τό σημεῖο αὐτό νά μιμηθῆτε τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, θά ἔπρεπε νομίζω κι ἐσεῖς ἀκροτελεύτεια, στήν πρόσφατη «Ὁμολογία Πίστεως» μετά τίς βασικές ὑπογραφές τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς καί τῶν Ἐπισκόπων, νά ἀναφέρατε αὐτά ἀκριβῶς πού ἀνέφερε ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ὁ Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ Ἰάκωβος: «καί τοῦτο μετά πάντων προσγράφων, ὅτι τόν μή συμφωνοῦντα τοῖς ἁγίοις καθώς καί ἡμεῖς καί οἱ μικρῷ πρό ἡμῶν πατέρες ἡμῶν, ἡμεῖς τήν αὐτοῦ κοινωνίαν οὐ παραδεξόμεθα».
Ἔτσι, ἡ πρόσφατη «Ὁμολογία Πίστεως» θά ἦτο ὁμολογιακό κείμενο καί μέ τήν χάραξι αὐτῶν  τῶν δύο–τριῶν γραμμῶν θά ἦτο ἴδια καί ἀπαράλλακτη μέ τόν Ἁγιορείτικο Τόμο, ἐνῶ τώρα, χωρίς αὐτή τήν ὁμολογία τῶν Πατέρων, δέν δύναται μέ κανένα τρόπο νά ἀπομακρυνθῆ καί νά ἀπαλλαχθῆ ἀπό τήν κατηγορία τοῦ χαρτοπόλεμου. Γίνεται ἐδῶ φανερό ὅτι ἡ Ὁμολογία τῆς πίστεως δέν συνίσταται στήν καταγραφή καί διακήρυξί της, ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως εἰς τό κατά πόσο εἴμεθα ἕτοιμοι νά τήν ὑπερασπισθοῦμε. Βεβαίως, στήν περίπτωσι αὐτή τῆς Ὁμολογίας, οἱ ὑπογραφές πού θά συγκεντρώνοντο θά ἦσαν ἐλάχιστες καί οἱ πρῶτοι πού θά ἀπέσυραν τήν ὑπογραφή των θά ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι, κατά τόν τύπο τοῦ Ἐπισκόπου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, ἀπέσυρε τήν ὑπογραφή του καί μάλιστα ἀπό ἕνα κείμενο, τό ὁποῖο δέν εἶχε τήν ὁμολογιακή σφραγίδα τῶν Πατέρων.
Πάντως ἐν κατακλεῖδι εἰς τό σημεῖο αὐτό, ἐκεῖνο τό ὁποῖο θέλομε νά τονίσωμε ἐπεξηγηματικῶς εἶναι ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, κατά τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διακατέχοντο ἀπό φρόνημα διαφορετικό ἀπό τούς σημερινούς Ἀντιοικουμενιστές, καί ἦταν ἕτοιμοι νά διακόψουν τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὁποιονδήποτε δέν ἔφερε τήν Ἀποστολική καί Πατερική πίστι, χωρίς νά περιμένουν ἀποφάσεις Συνόδων. Ὅταν δέ συνοδικῶς ἀπεφασίσθη ἡ προσχώρησις στήν αἵρεσι ἀποτειχίστηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς, «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως», ὅπως ἐντέλλεται ὁ ἐν λόγῳ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, δηλαδή πρίν καταδικασθῆ ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας ἀπό τήν Σύνοδο.
Ἐκεῖνο ὅμως, πατέρες, τό σημεῖο, στό ὁποῖο ἀδελφικά θέλω νά σᾶς ἐγκαλέσω, ἐφ’ ὅσον ἀσχοληθήκατε μέ τήν κριτική τοῦ βιβλίου, εἶναι τό ὅτι ἀντιπαρέρχεσθε καί δέν ἀσχολεῖσθε οὐδόλως, ἔστω ἀκροθιγῶς, μέ τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἡ ὁποία εἶναι καταγεγραμμένη εἰς αὐτό τό κεφάλαιο. Αὐτό τό ἐτόνισα καί ἀλλοῦ, ὅτι ἀποτελεῖ τή μόνιμη ἀδυναμία σας, νά δυνηθῆτε δηλαδή νά συνδυάσετε καί νά προσαρμόσετε μέ τίς θεωρίες σας, καί εἰδικά μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Εἰς τό κεφάλαιο αὐτό λοιπόν, εἶναι καταγεγραμμένη ἡ Πατερική διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὑπάρξει μία αἵρεσις, αὐτοί πού τήν ἀκολουθοῦν δημιουργοῦν μία νέα Ἐκκλησία καί αὐτοί πού ἀποτειχίζονται ἀπό αὐτούς παραμένουν στήν διαχρονική Ἐκκλησίατοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Στή νέα αὐτή Ἐκκλησία μετατίθεται ἕκαστος μέ τήν δημοσία ἀποδοχή τῆς αἱρέσεως καί ὄχι μέ τήν συνοδική ἀπόφασι καί καταδίκη του, ὅταν προφανῶς ἀποκατασταθῆ ἡ Ὀρθοδοξία.
Τά κείμενα αὐτά, τά ἀντιπαρήλθατε τελείως ἀσχολίαστα, πλήν ὅμως, ἐπειδή εἶναι ἄκρως σημαντικά καί μάλιστα σέ σημεῖο πού νά καταρρίπτουν ὁλοσχερῶς ὅλες τίς θεωρίες σας καί εἰδικά τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, θέλομε, ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων, δευτερολογώντας, νά ἐκφέρετε τήν γνώμη σας, ἄν δηλαδή τά ἀποδέχεσθε ἤ τά ἀπορρίπτετε, ἤ νά μᾶς ἐπισημάνετε, ἄν κάπου ἐμεῖς τά ἑρμηνεύουμε λάθος, μέ ἀνάλογες βεβαίως ἁγιογραφικές καί πατερικές ἀποδείξεις.  Διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ὀνομάζετε αἵρεσι καί παναίρεσι τόν Οἰκουμενισμό καί στήν πράξι νά τόν ἀντιμετωπίζετε ὡς Ὀρθοδοξία. Οὔτε βεβαίως νά δηλώνετε ὅτι ἀγωνίζεσθε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως καί στήν πράξι νά εὑρίσκεσθε στό στρατόπεδο τῶν αἱρετικῶν, τό ὁποῖο οἱ Πατέρες ὀνομάζουν «νέα Ἐκκλησία».
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μιά καί ἀσχοληθήκατε μέ τήν κριτική τοῦ βιβλίου, εἶναι  πρέπον καί ἔχετε ὑποχρέωσι νά ἀπαντήσετε καί νά τοποθετηθῆτε ἐπί αὐτῶν τῶν θεμάτων, γιά τά ὁποῖα, βεβαίως, δέν θά σᾶς ἐγκαλούσαμε ἄν δέν εἴχατε ἀσχοληθῆ. Διότι εἶναι δίκαιο, ὅπου ἐσεῖς μᾶς ἐγκαλεῖτε, νά ἀπαντήσωμε καί μάλιστα στηριζόμενοι στήν ἁγ. Γραφή καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τό ἴδιο δέ νά πράξετε καί ἐσεῖς εἰς τά σημεῖα πού ἐμεῖς ζητοῦμε νά τοποθετηθῆτε.
Εἶναι καί ἄλλα σημεῖα τοῦ παρόντος κεφαλαίου, τά ὁποῖα θά ἤθελα νά ἐπισημάνω, ἀλλά γιά νά μήν ἐπανέρχωμαι στά ἴδια –τά ὁποῖα ἔχω ἤδη ἐκθέσει σέ ἄλλα κεφάλαια–, τά ἀντιπαρέρχομαι. Ἄν ὅμως κάπου ζητήσετε, πατέρες, κάποια διευκρίνησι ἤ ἰδῆτε κάποια σκοπιμότητα γιά τήν ὁποία ἐγώ πολλές φορές σᾶς ἐγκαλῶ, σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ τό ἐπισημάνετε, ὥστε νά δευτερολογήσω.

Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ στό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς σας μελέτης πού ἐπιγράφεται: «Ἰωσήφ Βρυέννιος». Ἐδῶ ἀναμασᾶτε, πατέρες, τά ἴδια ἐπιχειρήματα, ὅτι δῆθεν ἐπικοινωνοῦσε ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυέννιος μέ τούς Λατινόφρονες τῆς ἐποχῆς του, χωρίς βεβαίως νά προσάγετε περί τούτου οὔτε ἕνα ἀποδεικτικό στοιχεῖο.
Γράφετε κατ’ ἀρχάς τά ἑξῆς: «Ὡστόσο δέν ἠρνεῖτο τούς διαλόγους μέ τούς Παπικούς, ὅπως αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό κείμενο του π. Εὐθυμίου: “Στίς διαλέξεις μέ τούς παπικούς ἀντιπροσώπους αὐτός ἐκαλεῖτο νά ἀντιπαρατάξει τό Ὀρθόδοξο δόγμα καί νά διαλεχθεῖ μέ αὐτούς ὡς ἐκπρόσωπος τῶν Ὀρθοδόξων, αὐτός ὡμίλει σέ ὅλες τίς ἐπίσημες περιστάσεις...”».
Ἐδῶ, πατέρες, συγκρίνετε τήν νύχτα μέ τήν ἡμέρα  καί ταυτίζετε τόν κόρακα μέ τό περιστέρι. Βεβαίως δέν ἀρνεῖτο τούς διαλόγους ὁ Ἰωσήφ, διότι τότε οἱ διάλογοι μέ τούς αἱρετικούς, καί δή τούς Λατίνους, εἶχαν ὁμολογιακό χαρακτῆρα καί δέν ἦταν στημένοι, ὅπως οἱ σημερινοί, οὔτε προαποφασίζοντο παρασκηνιακῶς οἱ συμφωνίες, οὔτε ἐγίνοντο μόνο πρός ὑπογραφή καί κοινωνικές ἐκδηλώσεις μέ φαγοπότι. Ἀπό τούς ἀντιπροσώπους πού ἀποστέλλονται ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων σήμερα στούς διαλόγους, καταλαβαίνει κανείς τήν ποιότητα τῶν διαλόγων,  τήν σκοπιμότητα, τόν συμβιβασμό καί τήν προδοσία πού ἤδη μᾶς διακατέχει, τήν στιγμή πού ἀποστέλλομε ὡς ἀντιπροσώπους αὐτούς πού εἶναι δεδηλωμένοι Οἰκουμενιστές, πού τά ἔχουν ἤδη συμφωνήσει μέ τούς αἱρετικούς, πού εἶναι ἕτοιμοι νά ξεπουλήσουν τά πάντα. Ἀπορῶ λοιπόν, πατέρες, πῶς συγκρίνετε τούς τότε διαλόγους μέ τούς σημερινούς καί πῶς αὐτό τό προβάλλετε ὡς ἐπιχείρημα, τό ὁποῖο θά ἐδικαιολογεῖτο νά τό ἐπικαλεσθοῦν μόνον οἱ Οἰκουμενιστές.
Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Οὔτε ἐπίσης διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες τῆς ἐποχῆς του, πού ἐπιζητοῦσαν τήν ἕνωση μέ συμβιβασμούς καί ἀθέτησι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως».
Εἰς τό σημεῖον αὐτό νομίζω εἶναι καλό νά γίνη μία διευκρίνισις. Δέν πρέπει νά κατατάξωμε εἰς τήν ἰδίαν κατηγορίαν ὅλους τούς ἑνωτικούς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διότι ὑπῆρχαν, κατ’ ἀρχάς, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τήν ἕνωσι μέ τόν Πάπα διά πολιτικούς καί στρατιωτικούς λόγους. Αὐτοί ἦσαν κυρίως κάποιοι αὐτοκράτορες καί πολιτικοί (ὅπως ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ ὁ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, Ἰωάννης ὁ Η΄ ὁ Παλαιολόγος κλπ.), οἱ ὁποῖοι ὑπέσχοντο ὅτι μέ τήν ἕνωσι δέν θά ἀλλάξη τίποτε ὡς πρός τά δόγματα εἰς τήν Ὀρθοδοξία. Ὑπῆρχον κατόπιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποδεχθῆ τό filioque, τά ἄζυμα, τό πρωτεῖον κλπ. (ὅπως ὁ Βέκκος μετά τήν ἀποφυλάκισί του, ὁ Δημήτριος Κυδώνης, ὁ Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, ὁ Ἰωσήφ Μεθώνης κ.ἄ.) καί ἦσαν οἱ κυρίως Λατινόφρονες (Λατίνοι κατά τό φρόνημα) καί ὄχι ἁπλῶς ἑνωτικοί γιά κάποιους λόγους. Ἦσαν, τέλος, καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν, κατόπιν πιέσεων, τήν ἕνωσι τῆς Φλωρεντίας–Φερράρας καί, ἄλλοι ἀπό αὐτούς μετενόησαν μετά τήν ἐπιστροφή εἰς Κων/πολι, ἄλλοι δέ παρέμειναν Λατινόφρονες, ὁ καθένας γιά τόν ἰδικόν του σκοπό. Ὁ λαός ὅμως, κατά τό μέγιστον αὐτοῦ μέρος ἦτο ὀρθόδοξος καί ἀνθενωτικός. Αὐτό τό βλέπομε καί στήν ἐπί Βέκκου καί Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου ἕνωσι τῆς Λυών καί στήν ἕνωσι τῆς Φλωρεντίας–Φερράρας ἐπί αὐτοκράτορος Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου.
Ὁ Παχυμέρης ἐξιστορῶν τά ἐπί Βέκκου συμβάντα ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Τά γάρ καθ’ ἡμᾶς ὡς εἶχον μαθόντες καί ὅπερ ἦν ὑποτοπάσαντες, χλεύην τό γεγονός καί οὐκ ἀληθείᾳ ἄντικρυς (παρά μόνον γάρ βασιλέα καί πατριάρχην καί τινας τῶν περί αὐτούς πάντες ἐδυσμέναινον τῇ εἰρήνῃ καί μᾶλλον ὅτι καί ποιναῖς ἀλλοκότοις ἤθελε ἀσφαλίσασθαι ταύτην ὁ βασιλεύς) ἐκείνους μέν ἐν ἀτίμοις εἶχον καί τήν εἰς τόν πάππαν πρόσοδον ὀψέ καί μόλις παρεῖχον» (P.G. 143, 968A).
Αὐτά λέγει καί ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις ἐξιστορῶν τά ἐπί Βέκκου ἀπό ρωσσικό κείμενο: «Ἐν δέ Κωνσταντινουπόλει, καί αὐτοί προσέτι, οἱ διά τάς ἀπειλάς καί τάς ἐνθουσιώδεις τοῦ Μιχάηλ ὀργάς ἐκδειματωθέντες, καί τήν ἕνωσιν, εἰ καί ψυχρῶς, ἀσπασάμενοι, ἀηδίζεσθαι τέως ἐνήρξαντο· οὕτως ὥστε, ἐξαιρουμένων, τοῦ τε αὐτοκράτορος καί Βέκκου τοῦ πατριάρχου καί τινων περί τούτους οἰκειακῶν καί συνήθων, ἡ τοιάδε εἰρήνη ἐπαχθής τοῖς πᾶσι καθίστατο» (Ἰωσήφ Βρυεννίου, Τά Παραλειπόμενα, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 234).
Τά ἴδια ἀκριβῶς περιγράφονται καί μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν σύνοδο τῆς Φλωρεντίας. Ὁ λαός ἀντέδρασε καί ἤθελε νά κακοποιήση τούς ὑπογράψαντας τήν ἕνωσι. Αὐτοί τότε, πρό τῆς πιέσεως τοῦ λαοῦ ἐδήλωναν μετάνοια καί ὡμολόγουν ὅτι καλύτερα ἦταν νά τούς κοπῆ τό χέρι πού ὑπέγραψε καί ἡ γλῶσσα πού ὡμολόγησε.
Αὐτά τά παρουσιάζει ἀπό ἱστορικές πηγές ὁ Ἀνδρόν.  Δημητρακόπουλος: «”Οἱ δέ ἀρχιερεῖς εὐθέως ἀπό τῶν τριήρεων ἀποβάντες, φησίν ὁ Δούκας καί οἱ τῆς Κωνσταντίνου κατά τό σύνηθες ἠσπάζοντο αὐτούς, ἐρωτῶντες, πῶς τά ἡμέτερα; πῶς τά τῆς Συνόδου; εἰ ἆρα ἐτύχομεν τήν νικῶσαν; οἱ δέ ἀπεκρίνοντο· πεπράκαμεν τήν πίστιν ἡμῶν, ἀντηλλάξαμεν τῇ ἀσεβείᾳ τήν εὐσέβειαν, προδόντες τήν καθαράν θυσίαν ἀζυμῖται γεγόναμεν. Εἰ γάρ τις πρός αὐτούς ἤρετο· καί διά τί ὑπεγράφετε; ἔλεγον, φοβούμενοι τούς Φράγκους· καί πάλι ἐρωτῶντες αὐτούς εἰ ἐβασάνισαν οἱ Φράγκοι τινά, εἰ μαστίγωσαν, εἰ εἰς φυλακήν ἔβαλον, οὐχί· ἀλλά πῶς; ἡ δεξιά αὕτη ὑπέγραψεν, ἔλεγον, κοπήτω· ἡ γλῶττα ὁμολόγησεν, ἐκριζούσθω”.
Ὁ δέ τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως συγγραφεύς λέγει. “Ἐπανελθόντων δέ ἀπό Ἰταλίας κατέλαβεν ὁ βασιλεύς τήν ἑαυτοῦ φιλτάτην γυναῖκα Μαρίαν τήν Καντακουζηνήν οὐκ ἐν ζῶσιν, ἀλλά τελευτήσασαν πρό καιροῦ, καί οὕτως οὗτος μέν ἐν λύπῃ ἦν· οἱ δέ ἐν τῇ πόλει κληρικοί, ἱερομόναχοι, ἱερεῖς, ἡγούμενοι, πνευματικοί καί οἱ λοιποί οὐκ ἤθελον συλλειτουργῆσαι τοῖς ἐλθοῦσιν ἤ μνημονεῦσαι αὐτούς, ἀλλ’ ἐχωρίζοντο αὐτῶν ὡς ἀσεβῶν εἰπεῖν. Πολλοί δέ παρῃτήσαντο καί τήν ἱερωσύνην, καί γέγονεν ἡ ἕνωσις διαίρεσις”» (Ἡ ἱστορία τοῦ Σχίσματος, σελ. 183).
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αὐτό τό ὁποῖον ἀναφέρετε διά τόν Ἰωσήφ τόν Βρυέννιο, «διεφώνει μέν, ἀλλ’ ἐκοινώνει μετά τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς ἐποχῆς του», ποῦ ἀναφέρεται; Ἄν μέν ἐκοινώνει, πρό τῆς ἑνώσεως τῆς Φλωρεντίας, μέ τούς ἑνωτικούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἐκήρυττον καμμία αἵρεσι, ἀλλά ἤθελαν διά στρατιωτικούς καί πολιτικούς λόγους τήν ἕνωσι μέ τόν Πάπα, νομίζω ἐφέρθη μέ διάκρισι κοινωνῶν ἐκκλησιαστικῶς μέ τούς ἁπλῶς ἑνωτικούς, διότι αὐτοί δέν διεκήρυττον καμιά αἵρεσιν δημοσίως, ἀλλά μόνον διέβλεπον τόν τουρκικό κίνδυνο ἔξω τῆς Κων/πόλεως.
Ἄν ὅμως, ὅπως κάποιοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Βρυέννιος ἐκοινώνει ἐκκλησιαστικῶς μέ τούς Λατινόφρονας ἑνωτικούς, αὐτούς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχοντο τό Filioque  καί τά λοιπά, ἐδῶ πρέπει νά προσκομισθοῦν τὰ ἀποδεικτικά στοιχεῖα. Διότι, ἄν ἀκολουθήσωμε τόν τρόπον σκέψεώς των, θά ἀναγκασθοῦμε νὰ ἐκλάβουμε  τήν ἡμέρα ὡς νύκτα καί τήν νύκτα ὡς ἡμέρα. Ἐγώ, ἀπό τά στοιχεῖα τά ὁποῖα συνέλεξα, θά παρουσιάσω ὁρισμένα γιά νά βεβαιωθῆτε ὅτι δέν ἔχουν ἔτσι τά πράγματα ὅπως κάποιοι ἰσχυρίζονται.
Κατ’ ἀρχάς, ἀπό αὐτά τά ὁποῖα ἐδίδασκε καί διεκήρυττε ὁ Βρυέννιος, φαίνεται ὅτι δέν εἶχε καμμία ἐπικοινωνία ἐκκλησιαστική μέ αἱρετικούς κατά τό φρόνημα. Ἔλεγε χαρακτηριστικῶς: «Ὧν τό φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτων καί ἀπό τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν, τοῦ μεγάλου Βασιλείου φωνή» (Τά Εὑρεθέντα, Τόμ. Β΄ σελ. 25). Μέ αὐτά δέ πού κάποιοι προσάπτουν στόν Βρυέννιο εἶναι,  σά νά ἰσχυρίζονται ὅτι ἄλλα ἔλεγε καί ἄλλα ἔπραττε.
Ἔλεγε ἐπίσης ὁ Ἰωσήφ: «...μεγάλη δέ ἀρετή τοῦ δικαίου, ὅταν ἔχῃ τούς τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς, ἐχθρούς· καί τούς αὐτοῦ φίλους, φίλους· ὥσπερ μεγάλη κακία ἁμαρτωλοῦ, ὅταν τούς τοῦ Θεοῦ φίλους ἔχῃ ἐχθρούς, καί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ φίλους» (Τόμος Β΄ σελ. 22). Οἱ Λατινόφρονες λοιπόν τῆς ἐποχῆς τοῦ Βρυεννίου πατέρες, τί ἦταν, φίλοι ἤ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ; Ἀπό αὐτή τήν ἀπάντησι θά κατανοήσωμε καί τήν ἐκκλησιαστική του στάσι.
            Πέραν τούτων, πῶς ἦταν δυνατόν ὁ Βρυέννιος Ἰωσήφ νά διδάσκη τήν ἀποτείχισι ἀπό τούς Κυπρίους, οἱ ὁποῖοι διά τῆς βίας εἶχαν δεχθῆ νά ἀναγνωρίσουν τόν Πάπα καί τούς Λατίνους Ἐπισκόπους τῆς Κύπρου καί νά ἔχουν κάποια ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί των (συμπροσευχές κλπ.), ὁ ἴδιος δέ, νά ἔχη πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες τῆς Κων/πόλεως καί μάλιστα, χωρίς βία ἤ καταπίεσι; Δηλαδή οἱ Λατινόφρονες τῆς Κων/πόλεως ἦσαν καλύτεροι, ἐξ ἀπόψεως ὀρθοδόξου πίστεως, ἀπό τούς δεινῶς καταπιεζομένους Κυπρίους; Αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἕτοιμοι νά ξεπουλήσουν τά πάντα ὡς πρός τήν πίστι καί, μάλιστα, ἐπίστευαν στό Filioque καί στά λοιπά παπικά δόγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἦταν ὀρθοδοξότεροι ἀπό τούς Κυπρίους τῆς ἰδίας ἐποχῆς, ὥστε ὁ Ἰωσήφ νά ἔχη μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία; Ὅποιος ὑποστηρίζει τέτοιες συγκεχυμένες θέσεις, τίς λέγει προκειμένου νά σύρη καί τούς Ἁγίους στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
            Πρίν τελειώσω τήν ἀναφορά εἰς τόν Βρυέννιο Ἰωσήφ,  σᾶς προτρέπω, πατέρες, νά μελετήσετε δύο ἀπό τίς πολλές ὁμιλίες του, οἱ ὁποῖες ἔχουν σχέσι μέ αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε, ἐπειδή εἶναι διαλέξεις ὄχι μέ Λατίνους, ἀλλά μέ Λατινόφρονες.
            Ἡ πρώτη ἐπιγράφεται ὡς ἑξῆς: «Διάλεξις Γ’ Περί τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως. Μετά τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει λατινοφρόνων· ὧν τά ὀνόματα οὐ γέγραπται ὡς ἔτι ζώντων, καί δυναμένων ἐφ’ οἷς φρονοῦσι μεταβαλέσθαι» (Τόμος Α΄ σελ. 379).
            Εἰς αὐτήν  λοιπόν τήν διάλεξιν ὁ Ἰωσήφ ὁμιλεῖ καί συμπεριφέρεται πρός τούς Λατινόφρονες τῆς Κων/πόλεως, ὅπως ἀκριβῶς καί πρός τούς Λατίνους. Δηλαδή τούς θεωρεῖ ὡς εὑρισκομένους σέ ἄλλο στρατόπεδο καί ὄχι εἰς αὐτό τῶν Ὀρθοδόξων. Παραθέτω ἐπιγραμματικά ὁρισμένες ἐκφράσεις του διά νά καταλάβετε τί ἐννοῶ: «ἡμεῖς δέ, Ρωμαῖοι, φημί, καί Λατῖνοι, τρία πρός τοῖς χιλίοις ἔτη ὑπήρχομεν ἡνωμένοι· εἴκοσι δέ πρός τοῖς τετρακοσίοις ἐσμέν ἐσχισμένοι» (σελ. 379)·  «Ἄρατε τοίνυν ταύτην ἐκ μέσου, καί δίχα πάσης ἀντιλογίας, καί πραγμάτων ἀμφιβολίας, καί χρονικῶν περιόδων, καί φροντίδων καί μόχθων ἑνωθησόμεθα· τίς χρεία λόγων μακρῶν καί ἀνωφελῶν;» (σελ. 380)· «Διά τοι τοῦτο, αὐτοί μέν ὀφείλετε τήν προσθήκην ταύτην ἐκ τοῦ μέσου ποιῆσαι, ὅ καί δίκαιόν ἐστι, καί δυνατόν, καί ρᾶστον, καί συμφέρον, καί ἔνδοξον· ἐπεί καί ὑμεῖς αὐτήν προσεθήκατε»· «Ὅ προσεθήκατε, εἶπον· ἐπεί οὔτε προσθήκην ἡμεῖς αἰτοῦμεν γενέσθαι, οὔτε πάλιν ὑφαίρεσιν, ἀλλ’ εἰς τό πατροπαράδοτον ἐκεῖνο, ἐν ᾧ χίλια ἔτη ἕν ἧμεν οἱ πάντες ἀποκατάστασιν» (σελ. 382) κλπ.
Ὁ Ἰωσήφ λοιπόν, εἰς τόν διάλογο αὐτό ἀναφέρεται ὄχι σέ Λατινόφρονες, ἀλλά σέ Λατίνους καί, βεβαίως, αὐτό σημαίνει ὅτι τούς ἀντιμετωπίζει ἐκκλησιαστικά, ὅπως τούς Λατίνους. Τό ἴδιο συμβαίνει  καί εἰς τήν διάλεξι μέ τόν Λατινόφρονα Μάξιμο, ἡ ὁποία ἔγινε εἰς τήν Κρήτη. Ἄν τώρα, ἐσεῖς πατέρες,  μᾶς παρουσιάσετε στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων σας περί τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Βρυεννίου, τότε θά πεισθοῦμε ὅτι σωστά τοποθετεῖτε τήν στάσι τοῦ Βρυεννίου ἔναντι τῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς ἐποχῆς του.
Εἰς τό τέλος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἀναφέρετε, πατέρες,  τά ἑξῆς: «Ὅλα αὐτά μαρτυροῦν ὅτι τόσο ὁ Ἰωσήφ, ὅσο καί οἱ προγενέστεροι Πατέρες, γιά τούς ὁποίους ἔγινε λόγος παραπάνω, εἶχαν τήν στοιχειώδη διάκριση νά καταλάβουν τήν διαφορά ἀνάμεσα στούς Λατίνους καί στούς Λατινόφρονες, ἔτσι ὥστε ἀπό μέν τούς πρώτους νά ἀποτειχίζονται, ὄχι ὅμως καί ἀπό τούς δευτέρους. Τήν ὁποία διάκριση, εὐχῆς ἔργον θά ἦταν, νά μπορέσουν νά ἀντιληφθουν τόσο ὁ π. Εὐθύμιος ὅσο καί ἐκεῖνοι, πού τόν ἀκολουθοῦν. Καί ἄν μή τί άλλο τουλάχιστον νά παύσουν νά κατηγοροῦν ὅσους σήμερα, μιμούμενοι τόν Ἰωσήφ τόν Βρυέννιο, ἀγωνίζονται ἐναντίον τῶν αὐθαιρεσιῶν καί ἄλλων ἀπαραδέκτων ἐνεργειῶν τῶν σημερινῶν Λατινοφρόνων-Οἰκουμενιστῶν, χωρίς νά κόβουν τό μνημόσυνό τους».
Νομίζω, πατέρες, ὅτι μέ αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε πρέπει πρωτίστως νά ἀποδείξετε ὅτι ὄντως ταυτίζονται οἱ τότε Λατινόφρονες μέ τούς σημερινούς Οἰκουμενιστές. Νά ἀποδείξετε δηλαδή, ὅτι οἱ τότε Λατινόφρονες ἀσκοῦσαν τήν θρησκευτική ἐξουσία, ὅπως σήμερα οἱ Πατριάρχες καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι, νά ἀποδείξετε ὅτι ὡδήγησαν τότε οἱ Λατινόφρονες τήν Ἐκκλησία σέ κάποιο Π.Σ.Ε., ὅπως σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές, ὅτι τότε οἱ Λατινόφρονες σύναπταν συμφωνίες μέ τούς αἱρετικούς, τούς ἀναγνώριζαν τά μυστήρια, χωρίς αὐτοί νά μετανοήσουν καί ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία, ὅτι προέβησαν σέ ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων κλπ. γιά νά μήν ἀναφέρω ὅλον τόν σημερινό ἐκτροχιασμό τῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἄν δέν τά ἀποδείξετε αὐτά, ἔστω δευτερολογώντας, τότε θά ἀποδειχθῆ περίτρανα ὅτι, ὅλα αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε, εἶναι μία καλοστημένη ἀπάτη, γιά νά δικαιοληγηθῆ ἡ συνοδοιπορία μέ τήν αἵρεσι καί ὁ ἐφησυχασμός τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Καί μόνο, βεβαίως, τό ὅτι ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι αἵρεσις, οἱ δέ Οἰκουμενιστές σήμερα ἀσκοῦν τήν θρησκευτική ἐξουσία, ἀναιρεῖ τούς ἰσχυρισμούς σας, διότι τότε οἱ Λατινόφρονες ἦσαν κυρίως οἱ πολιτικοί ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά ἐπηρεάσουν τήν θρησκευτική ἐξουσία, πολλές φορές δέ ἐπέβαλαν μαρτύρια στούς Ὀρθοδόξους.
Σήμερα νομίζω, θά ταίριαζε μία ἄλλη παρομοίωσις, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πλήρως στήν πραγματικότητα, ὅτι δηλαδή οἱ σημερινοί Ἀντιοικουμενιστές ὁμοιάζουν μέ τούς τότε Λατινόφρονες, ἀλλά τούς μετά τήν ἕνωσι τῆς Λυών καί τῆς Φλωρεντίας–Φερράρας, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἑνώθηκαν μέ τούς Λατίνους, ὅπως σήμερα οἱ Ἀντιοικουμενιστές εἶναι ἑνωμένοι μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές καί ἔχουν μαζί των πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, χωρίς μάλιστα νά ὑπάρχουν οἱ τότε δυσκολίες πού ἀνάγκασαν τούς Λατινόφρονες νά ἑνωθοῦν μέ τούς Λατίνους.
Δυστυχῶς ὅμως, πατέρες, ἐσεῖς ἐνῶ εἶστε ἑνωμένοι μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, θέλετε παραδόξως νά τοποθετῆτε τούς ἑαυτούς σας μεταξύ τῶν τότε Ὀρθοδόξων καί νά παρουσιάζεσθε διάδοχοι καί ἀκόλουθοι τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Βρυεννίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων καί τοῦ ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Βλέπετε, στήν προκειμένη περίπτωσι, ἡ διακήρυξί σας, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι αἵρεσις καί παναίρεσις, δέν σᾶς βοηθᾶ, ἀλλά ἀπεναντίας σᾶς καθιστᾶ περισσότερο ὑπευθύνους καί ὑπόλογους γιά τήν παθητική αὐτή στάσι σας. Διότι ἡ αἵρεσις δέν πολεμεῖται  διά τῶν Ὁμολογιῶν πίστεως καί τοῦ χαρτοπολέμου, ἀλλά μέ τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἁγίων.
Ἔτσι λοιπόν, τά ἐν κατακλεῖδι γραφόμενά σας, «Καί ἄν μή τί άλλο τουλάχιστον νά παύσουν νά κατηγοροῦν ὅσους σήμερα, μιμούμενοι τόν Ἰωσήφ τόν Βρυέννιο, ἀγωνίζονται ἐναντίον τῶν αὐθαιρεσιῶν καί ἄλλων ἀπαραδέκτων ἐνεργειῶν τῶν σημερινῶν Λατινοφρόνων-Οἰκουμενιστῶν, χωρίς νά κόβουν τό μνημόσυνό τους», εἶναι κατά τή γνώμη μου τελείως ψευδῆ καί μόνον σέ κάποιο ὄνειρο ἤ σέ κάποια ἀρρωστημένη φαντασία θά μποροῦσαν νά χωρέσουν. Ἀναμένομε ὅμως τήν δικαιολόγησι τῆς παρομοιώσεως αὐτῆς πού ἐκάνατε, γιά νά κρίνωμε καί ἐμεῖς καί οἱ ἀναγνῶστες τῶν γραφομένων μας, τό ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια.
(Συνεχίζεται)



No comments:

ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΙΟΣ

Δέν θά σέ ἀρνηθῶμεν ὦ φίλη Ὀρθοδοξία!

Δέν θά σέ ἀπαρνηθῶμεν ὦ πατροπαράδοτον σέβας!

Δέν ἀποχωριζόμεθα ἀπό σέ, ὦ μῆτερ εὐσέβεια!

Ἐντός σοῦ ἐγεννήθημεν καί διά ἐσέ ζῶμεν καί μετά σοῦ θα κοιμηθῶμεν.

Εἴθε νά τό καλέσῃ ὁ καιρός! καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ θά ἀποθάνωμεν· διότι ἐκεῖνος ὁποῦ συμφιλιάζει μέ τούς ἐχθρούς τοῦ βασιλέως δέν δύναται νά εἶναι φίλος τοῦ βασιλέως!

Ὁ ἀπαρνούμενος διά νεύματος μόνον τόν Θεόν ὑπόκειται εἰς ἀπώλειαν καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τόν λόγον, μέ τόν τρόπον καί διά γραμμάτων κινδυ­νεύει περί τήν πίστιν, πῶς θά εἶναι Ὀρθόδοξος; ».

Η Αντιμετώπιση του Οικουμενισμού

Η Αντιμετώπιση του Οικουμενισμού

Χρυσόστομος Σμύρνης

Χρυσόστομος Σμύρνης

Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης

Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης